Σημαντική αύξηση παρουσιάζουν τα ποσοστά των ανθρώπων που υποφέρουν από σύνδρομο χρόνιας κόπωσης, μια “αόρατη”, σύγχρονη νόσο που κάνει την εμφάνισή του όταν ο οργανισμός στρεσάρεται. Παρατεταμένοι και έντονοι ρυθμοί ζωής ή παροδικά δυσβάσταχτα προσωπικά, οικονομικά και οικογενειακά προβλήματα που προκαλούν επίμονο άγχος, οδηγούν συχνά σ’ αυτή την ασθένεια που δύναται να επιφέρει σοβαρές συνέπειες στην υγεία και στην ποιότητα ζωής του ασθενή.

«Το αναγνωρισμένο μόλις το 2015 Σύνδρομο Χρόνιας Κόπωσης είναι μια εξαιρετικά πολύπλοκη διαταραχή, που χαρακτηρίζεται από ένα σύνολο ψυχολογικών και σωματικών συμπτωμάτων, με κυρίαρχα την εξάντληση και την επίμονη κούραση, η οποία δεν ερμηνεύεται από άλλη παθολογική κατάσταση του ασθενούς και δεν μπορεί να αμβλυνθεί με τον ύπνο ή την ανάπαυση, αλλά επιδεινώνεται με τη σωματική ή την πνευματική δραστηριότητα», μας εξηγεί η Ιατρός Λειτουργικής, Προληπτικής, Αντιγηραντικής και Αναγεννητικής Ιατρικής Δρ. Νικολέτα Κοḯνη, M.D. Επιστημονική Υπεύθυνη για το σύστημα Λειτουργικής Ιατρικής στην Ιατρική μονάδα ΙΑΤΩΡ.

Το σύνδρομο μπορεί να προσβάλλει οποιονδήποτε άνθρωπο ηλικίας από 20 έως 50 ετών, αλλά και εφήβους, συνηθέστερα μεταξύ 13-15 ετών. Ιδιαίτερα επιρρεπείς είναι οι γυναίκες. Υπάρχουν συγκεκριμένοι παράγοντες και καταστάσεις που μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο για εμφάνιση του συνδρόμου, όπως η κακή διατροφή, η κατάχρηση ουσιών, ο ελλιπής ύπνος, αλλά και χρόνιες λοιμώξεις ή κόπωση των επινεφριδίων κατά τη διάρκεια της κύησης. Επιπλέον, χρόνιες ασθένειες ή Αυτοάνοσα νοσήματα μπορεί να επιβαρύνουν τον οργανισμό, ιδιαίτερα όσα για τη θεραπεία τους χορηγούνται κορτικοστεροειδή φάρμακα.

Εκτός από την έντονη κούραση, στα συμπτώματα που προκαλεί στους ασθενείς περιλαμβάνονται διαταραχές ύπνου, απώλεια μνήμης και ελλιπής συγκέντρωση, ψυχολογική κούραση, ανεξήγητος μυϊκός και αρθρικός πόνος, πονοκέφαλος, διόγκωση λεμφαδένων στο λαιμό ή τη μασχάλη, πονόλαιμος και ζαλάδα ή/και ναυτία, αίσθημα «θολούρας», δυσκολίες προσανατολισμού, προβλήματα ισορροπίας, ταχυκαρδίες, αλλεργίες ή ευαισθησία σε τροφές, οσμές, φάρμακα, χημικά και στο θόρυβο.

Τα αίτια εμφάνισης του συνδρόμου χρόνιας κόπωσης είναι άγνωστα. Υπάρχουν πολλές θεωρίες, μεταξύ αυτών οι ιογενείς λοιμώξεις, καθώς και ψυχολογικοί, ορμονικοί, ανοσολογικοί και κληρονομικοί παράγοντες. Ορισμένοι ειδικοί πιστεύουν ότι προκαλείται από ένα συνδυασμό παραγόντων, όπως υπερδραστήριο ανοσοποιητικό και ορμονικές διαταραχές. Και γι’ αυτό η διάγνωση απαιτεί προσοχή και εξειδίκευση.

«Όλες οι προαναφερόμενες πιθανές αιτίες, αποτελούν για τον οργανισμό στρεσογόνους παράγοντες, οι οποίοι επιδρούν στα επινεφρίδια. Αυτά, προκειμένου να αντιρροπήσουν κάθε κατάσταση stress, αρχικά υπερλειτουργούν, εκρέοντας αδρεναλίνη, κορτιζόλη και κατεχολαμίνες, για να υποστηρίξουν τις λειτουργίες όλων των οργάνων και συστημάτων του οργανισμού. Οι ορμόνες αυτές ρυθμίζουν την παραγωγή και αποθήκευση ενέργειας, τη λειτουργία του ανοσοποιητικού, τον καρδιακό ρυθμό, το μυϊκό τόνο, καθώς και άλλες διαδικασίες για την αντιμετώπιση του stress. Σύντομα όμως, τα επινεφρίδια κουράζονται από την υπερπροσπάθεια, οπότε σε ορισμένους ανθρώπους, ανεξαρτήτως ηλικίας, εμφανίζεται το σύνδρομο».

«Προς το παρόν η σύνθετη, αλληλένδετη και πολύπλοκη φύση του συνδρόμου καθιστά τη θεραπεία του δύσκολη. Η αντιμετώπισή του επικεντρώνεται στην ανακούφιση των συμπτωμάτων», διευκρινίζει η Δρ. Κοΐνη, προσθέτοντας ότι αρχικά προέχει η αναζήτηση και ο εντοπισμός τους. Οι ασθενείς υποβάλλονται σε ειδικές κυτταρικές εξετάσεις και η θεραπεία τους καθορίζεται από τα αποτελέσματα. Η μέση διάρκεια αυτής είναι 6 μήνες, ωστόσο οι ασθενείς νοιώθουν αξιοσημείωτη βελτίωση από τις πρώτες εβδομάδες. Η θεραπεία αποσκοπεί στην επαναφορά της φυσιολογικής λειτουργίας των επινεφριδίων, η οποία επιτυγχάνεται με αλλαγή της διατροφής, λήψη φυσικών (βιομιμητικών) ορμονών και αποκατάσταση οποιασδήποτε ανεπάρκειας, Κυτταρικού Επιπέδου.

«Αν και δεν υπάρχουν ακριβή στατιστικά στοιχεία λόγω της πρόσφατης αναγνώρισής του, από το σύνδρομο υποφέρουν εκατομμύρια άνθρωποι σ’ όλον τον κόσμο, δεδομένης και της τραγικής αύξησης των επιπέδων στρες στα οποία εκτίθενται καθημερινά. Η νόσος -που λειτουργεί συχνά ως προθάλαμος για χρόνια νοσήματα, όπως ο σακχαρώδης διαβήτης, η παχυσαρκία, η υπέρταση, οι καρδιοπάθειες και η κατάθλιψη- σε ένα ποσοστό ανθρώπων θα μπορούσε να προληφθεί εάν ακολουθούσαν καλύτερη διατροφή,  απέφευγαν την κατάχρηση ουσιών και το στρες, αύξαναν τις ώρες του ύπνου και της ξεκούρασης.

Επίσης σε περιόδους έντονου stress θα μπορούσαν να υιοθετήσουν προληπτικά μέτρα που στοχεύουν στην βελτιστοποίηση της λειτουργικότητας του μυϊκού συστήματος και στη μείωση της ευαισθησίας του. Σύμφωνα με μελέτες, αυτό επιτυγχάνεται με την έκθεση σε έντονο φως τις πρωινές ώρες. Ενέργειες που χαρίζουν περισσότερες ώρες έκθεσης στον πρωινό ήλιο είναι ευεργετικές. Για παράδειγμα, θετική επίδραση έχει ένας περίπατος ή επιλογή θέσης εργασίας κοντά σε παράθυρο με ανατολικό προσανατολισμό. Τα αντίθετα αποτελέσματα επιφέρει η έκθεση σε έντονο φως και ηλεκτρονικές συσκευές αργά το απόγευμα και το βράδυ», καταλήγει η Δρ. Νικολέτα Κοΐνη.