Του Βαγγέλη Μπάκα                                                                                          

 

«Νίκο! τον βλέπεις αυτόν το κύριο, στη γωνία του καφενείου, που πίνει μόνος τον καφέ του; Είναι εξόριστος ποιητής. Κι αν είσαι περίεργος και θέλεις να μάθεις γιατί, δεν έχεις παρά να διαβάσεις τη συνέντευξή του στον τοπικό τύπο. Επειδή οι δηλώσεις του παρεξηγήθηκαν ως αντεθνικές και συνάμα ρατσιστικές! Έλα λοιπόν, σε παρακαλώ, να τον ρωτήσουμε να μας πει πώς βλέπει τον τρέχοντα αιώνα. Και μόλις τον πλησίασαν τον ρώτησε ο Δημήτρης:

«Εξόριστε ποιητή, στον αιώνα μας πες μας τι βλέπεις;».

«Βλέπω τα σχολεία της υπαίθρου να ανοίγουν, ένα ένα, και τους δασκάλους να διδάσκουν αλβανικά, συριακά, αφγανικά, πακιστανικά, ιρακινά, ακόμα και αλαμπουρνέζικα…

Βλέπω παρελάσεις με παρδαλές σημαίες.

Βλέπω δημαρχεία με ξένες επιγραφές.

Βλέπω τους υπουργούς να απαντούν με διερμηνείς στα αιτήματα των ξένων πολυτέκνων.

Βλέπω πολύτεκνους έλληνες με ένα παιδί, αλλά υπό μια προϋπόθεση. Να είναι δικό τους κι όχι αγορασμένο ή υιοθετημένο.

Βλέπω τους παπάδες με άσπρα ράσα και για καλυμμαύχι να φορούν μια λαστιχένια μπάλα κομμένη εγκάρσια.

Βλέπω να παντρεύεται ο Περικλής τον Άρη και η Ηλέκτρα την Πόπη.

Βλέπω τους γηγενείς να βρίσκονται σε διαρκή κατάσταση πολιορκίας και μετά τη δύση του ηλίου να κλειδαμπαρώνονται στα σπίτια τους.

Βλέπω κονσερβοποίηση του ελληνικού στοιχείου στα αστικά κέντρα και κοσοβοποίηση της υπαίθρου.

Βλέπω εξαφάνιση του μυστηρίου της βάπτισης, εξαιτίας της άρνησης των γυναικών να τεκνοποιήσουν.

Βλέπω να κλείνουν οι γυναικολογικές κλινικές με τα νηπιαγωγεία κι ο πληθυσμός να αφανίζεται αντίστροφα…

Βλέπω…».

«Την τυφλαμάρα σου να βλέπεις! Φτάνει πια! φτάνει! Καλύτερα να ήσασταν τυφλός κ. ποιητή. Μα όλα μαύρα τα βλέπετε τέλος πάντων; Καμιά ελπίδα! Κανένα φως στο τούνελ! Θα αφανιστούμε, δηλαδή, εξ αιτίας της εθελούσιας στείρωσης!».

«Υπομονή. Την ελπίδα την άφησα τελευταία. Τη βλέπω στο βάθος του δρόμου να έρχεται αργά-αργά σαν πιγκουίνος!

«Επί τέλους Νίκο είδε και κάτι αισιόδοξο ο ποιητής.».

«Συμπτωματικά, Δημήτρη, τη λύση θα μας τη δώσει η Ελπίδα με κεφαλαίο έψιλον.  Η έγκυος κυρία η οποία έρχεται, και που εντόπισε ο ποιητής, λέγεται Ελπίδα Μπλουγκούμα. Είναι γνωστή μου! Σε ποιο μήνα λες να βρίσκεται;

«Δεν είμαι γυναικολόγος να υπολογίζω επακριβώς τις μέρες μιας εγκύου, αλλά μόνο που τη βλέπω να περπατά καμαρωτά καμαρωτά, παρηγορήθηκα αρκετά. Άλλη είναι όμως η απορία μου, αν θέλεις και η ανησυχία… Πριν από  τρεις μήνες την είχα δει και πάλι και είπα πως θα είναι στο μήνα της».

«Μα εσύ βρε Νίκο την παρακολουθείς καλύτερα κι από γυναικολόγο!…».

«Περίμενε, μη βιάζεσαι. Μετά από άλλους τρεις μήνες την ξαναβλέπω στο σούπερ μάρκετ να ψωνίζει και είχα αγωνία να μάθω εάν είχε κάνει μόνο δυο! Λες και θα γεννούσε τους Έλληνες, Αδάμ και Εύα, για να σωθεί η φυλή μας από τον αφανισμό. Κάνω έτσι στο διάδρομο για να τη δω καλύτερα και την ξαναβλέπω να περπατάει και πάλι σαν πιγκουίνος. Μπα, λέω, λιοντάρι θα μας κάνει η κυρία Ελπίδα! και ρωτώ κάποιον από περιέργεια για να μάθω τι συμβαίνει. Και να η απάντηση:

«Δεν είναι έγκυος! Την ξέρω την κυρία! Χοντρή είναι! Δεν την είδες τι ψώνισε; Και το σπουδαιότερο, δεν γέννησε όταν ήταν νέα και θα γεννήσει στα πενήντα; Εάν όμως θέλεις να δεις ορίτζιναλ έγκυες γυναίκες, έλα πιο δω. Αυτές οι τρεις Αλβανίδες, στα αλλαντικά, είναι σίγουρα έγκυες…»,

«Πού το ξέρεις;…»

«Εσύ ξέρεις πολλές Αλβανίδες τόσο χοντρές;»

«Έχεις δίκιο…»

«Αυτές οι δυο, με τα παιδιά στην αγκαλιά, που αγοράζουν μωροδιακά, μόλις σαραντίσανε. Τις ξέρω, γιατί μένουν στη γειτονιά μου. Και τα μικρά που είναι έξω, αλλά μέσα στα καρότσια, από Αλβανίδες είναι κι αυτά. Τα μεγαλύτερα, μην ψάχνεις να τα δεις εδώ πέρα γιατί παίζουν στην παιδική χαρά. Και τα ακόμα μεγαλύτερα, πηγαίνουν στο σχολείο ή εργάζονται. Η άλλη έγκυος, με τη μαντίλα, είναι Σύρια. Δεν ακούς τη γλώσσα τους!…»

«Μάλιστα. Κι εμείς τσακωνόμαστε με το εάν έχει ή δεν έχει ένας αριστούχος Αλβανός μαθητής το δικαίωμα να σηκώσει τη σημαία μας στην παρέλαση! Θα λυθεί με τον χειρότερο τρόπο κι αυτό το πρόβλημα, εάν δεν ληφθούν γενναία μέτρα. Θα σηκώνουν τη δική τους… Έχει δίκιο ο ποιητής.»

«Πολύ φοβάμαι πως δεν πρόκειται κανένας να κάνει τρίτο παιδί με δέλεαρ το επίδομα πολυτέκνων και μόνο. Κι ακόμα, ίσως αργότερα να θεωρείται πολύτεκνος εκείνος που έχει μόνο ένα παιδί, αλλά δικό του… Για να το πει ο ποιητής κάτι ξέρει…»

«Τη στιγμή που ο Έλληνας πολίτης βλέπει πως, ενώ έχει σπουδάσει τα παιδιά του, κι αφού έκανε το παν για να τα αποκαταστήσει, τελικά είναι άνεργα, με ποιο κουράγιο να τα ενθαρρύνει να παντρευτούν! Πολλώ δε μάλλον να γίνουν και πολύτεκνα!…

Κι αφού η μικρή, έστω, ελπίδα για εργασία υπάρχει μόνο στα αστικά κέντρα, ποιος είναι αυτός νέος ο οποίος, ενώ έχει σώας τας φρένας, θα καθίσει στα χωριά μας! Να του νυχτώσει στην Πίνδο και να ακούει τη ζωντανή μουσική της πανίδας!… Άκουσες ποτέ ουρλιαχτό λύκου! Σε νύχτωσε ποτέ σε απομακρυσμένο χωριό για να δεις πόσο τραγική είναι η κατάσταση!…».

«Ευτυχώς που στις πρόσφατες εκλογές τους επισκέφτηκαν μερικοί υποψήφιοι! Είναι κάτι κι αυτό. Στη χειρότερη περίπτωση συντήρησαν τα ελληνικά τους οι άνθρωποι…»

«Για να μη δικαιωθεί όμως ο ποιητής, ας προσέξει η νέα κυβέρνηση την περιφέρεια, γιατί, η αστυφιλία εγκυμονεί ακόμα μεγαλύτερους εθνικούς κινδύνους και όχι ανεμογκάστρι, σαν αυτό της κυρίας Ελπίδας Μπλουγκούμα».

«Σε πρώτη φάση από του χρόνου θα δώσει δυο χιλιάδες στο κάθε παιδί που γεννιέται. Το άκουσες;».

«Κάτι είναι κι αυτό! Θα καλύψει τα πάμπερς!».

«Και δεν μου λες; Γιατί τον εξόρισαν τον ποιητή; Είναι δυνατόν ένας τόσο ευαίσθητος και πνευματικός άνθρωπος να είναι ρατσιστής και φασίστας;…».

«Έτσι μου είπε να λέω στον πολύ κόσμο. Εσένα όμως, επειδή σ’ έχω απόλυτη εμπιστοσύνη, θα σου πω την αλήθεια. Για ζωοκλοπή Νίκο! Το πιστεύεις! Για ζωοκλοπή! Δεν είχε να φάει και αναγκάσθηκε να κλέψει… Έκλεψε για να φάει κι όχι για να έχει!… που λέει η παροιμία!».

«Και πώς τον πιάσανε; Δεν σου είπε!’.

«Κι αυτό θα σου το πω, αλλά τάφος!… Από τα κέρατα!…».

«Σοβαρά μιλάω. Επειδή τον κεράτωσε η σύζυγος έπρεπε να κλέψει!…».

«Κυριολεκτώ βρε Νίκο! Βρήκαν στο σπίτι του τα κέρατα της γίδας που είχε κλέψει και τα αναγνώρισε ο τσοπάνης».

«Έκανε συλλογή κεράτων δηλαδή;».

«Όχι! Τα μετέτρεπε σε μουσικά όργανα… Εκτός από ποιητής είναι και καλλιτέχνης…».

«Το τερπνόν μετά του ωφελίμου δηλαδή… Κατάντια κι αυτή της διανόησης…».