Η Πάτμος είναι ελληνικό νησί του Αιγαίου Πελάγους υπαγόμενο, κατά τους αρχαίους Έλληνες, στις Νότιες Σποράδες, κατά δε τη σύγχρονη πολιτική διαίρεση της χώρας στη Δωδεκάνησο. Συγκεκριμένα αποτελεί το βορειότερο νησί των Δωδεκανήσων.

Η Πάτμος (κοινώς Πάτινος), που σπάνια αναφέρεται από τους αρχαίους συγγραφείς, Θουκυδίδης (3, 33), Στράβων (10, 448), απαντάται επιγραφικά και ως «Πάτνος». Το όνομά της κάποιοι ετυμολογούν (και ο Κρίππεν) εκ του πάτνη = Φάτνη, ενώ άλλοι από το όρος Λάτμος της Μικράς Ασίας, όπου κατά τους αρχαίους χρόνους λατρευόταν ιδιαίτερα η Άρτεμις και ο κυνηγέτης ήρωας Ενδυμίωνας, απ’ όπου και το πιθανότερο προήλθαν οι πρώτοι κάτοικοι του νησιού μεταφέροντας και τη λατρεία της Άρτεμης.

Μεταγενέστερα η Πάτμος αναφέρεται στα έργα «Σταδιασμοί Μεγάλης Θαλάσσης» (280-284) και «Οικουμένης περιήγηση» του Ευσταθίου (530), καθώς και από τον Λατίνο συγγραφέα Πλίνιο (Φυσική Ιστορία 4, 12, 23). Εκτός του ότι οι αρχαίοι κάτοικοι της Πάτμου και Λέρου είχαν κοινή προστάτιδα θεά την Άρτεμη, ήταν εντελώς άσημοι μέχρι και τους ρωμαϊκούς χρόνους, όπου το νησί ήταν τόπος εξορίας πολιτικών καταδίκων. Αυτόν τον χαρακτήρα διατήρησε και στους πρώτους χριστιανικούς χρόνους, όπου και εξορίστηκε ο μαθητής του Ιησού Ιωάννης ο Θεολόγος και που συνέγραψε στην Πάτμο την Αποκάλυψη και το φερώνυμο αυτού «Ευαγγέλιο», τα ιερά βιβλία των Χριστιανών στην Καινή Διαθήκη.

Περί τον Δέκατο αιώνα η Πάτμος φαίνεται να έχει υποστεί πολλά δεινά από τους πειρατές, όπως όλα τα νησιά του Αιγαίου και μνημονεύεται ως άσημος και σχεδόν έρημος νήσος. Ο 11ος αιώνας βρίσκει την Πάτμο να λαμβάνει νέα ζωή. Μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης (1453) στο νησί κατέφυγαν πολλοί πρόσφυγες από την «Πόλη» και συν-αναπτύχθηκε ολόκληρος οικισμός που αργότερα προστέθηκαν και άλλοι πρόσφυγες προερχόμενοι από Κρήτη. Αυτός και ο οικισμός της Χώρας Πάτμου.

Οι κάτοικοι της Πάτμου, λόγω του άγονου του νησιού και μη έχοντας άλλο πόρο ζωής, αναγκάσθηκαν να επιδοθούν στη ναυτιλία και το εμπόριο διαθέτοντας στην αρχή μικρά πλοία. Για επαγγελματικούς και μόνο λόγους φρόντιζαν πάντα να διατηρούν «αγαθές σχέσεις» τόσο με τους Οθωμανούς όσο και με τους Λατίνους, εξαγοράζοντας την ησυχία, ασφάλεια και ελευθερία τους με φόρους και δώρα που κατέβαλαν συχνά στους Τούρκους και τους Ενετούς.

Το 17ο αιώνα η Πάτμος με τη συνύπαρξη της Μονής είχε καταστεί ναυτικό και εμπορικό κέντρο. Κατά την περίοδο του υπέρ 20ετούς Ενετοτουρκικού πολέμου του λεγόμενου Κρητικού (1645 – 1669), η Πάτμος λειτουργούσε ως ναύσταθμος των Ενετών. Με τη λήξη του πολέμου η Κρήτη περιήλθε στους στους Οθωμανούς Τούρκους, όπως και η Πάτμος[1]. Παρά ταύτα οι κάτοικοι συνέχισαν να αποκτούν περισσότερα πλοία, η δε Μονή δια της Πατμιάδος Σχολής περισσότερη αίγλη. Η Πάτμος, κατά τις ειδήσεις των ταξιδιωτών εκείνης της εποχής, φέρεται να μην είχε ποτέ ξένους μόνιμους κατοίκους εκτός από ΄Ελληνες και μόνο, όπως και στη συνέχεια μέχρι σήμερα.

Το 1770 κατά την επανάσταση του Ορλόφ, η Πάτμος καταλήφθηκε από τον Ρωσικό στόλο και σε γενόμενη τότε απογραφή βρέθηκε να αριθμεί 510 οικίες και 2.086 κατοίκους. Με τη συνθήκη Κιουτσούκ-Καϊναρτζή (1774) οι Πάτμιοι επωφελούμενοι της παρουσίας των Ρώσων προξένων στο Αιγαίο και χρησιμοποιώντας τη ρωσική σημαία κατασκεύασαν μεγάλα πλοία και επιδόθηκαν στο θαλάσσιο εμπόριο.

Η Πάτμος, που ήταν επίσης γενέτειρα του ενός των ιδρυτών της Φιλικής Εταιρείας του Εμμανουήλ Ξάνθου, με την έκρηξη της Επανάστασης στην Πελοπόννησο κατέστη ναυτικό επαναστατικό κέντρο και πολλοί κάτοικοί της έλαβαν μέρος στον αγώνα της Εθνεγερσίας. Οι τοπικοί επαναστάτες ήταν μυημένοι από τον Πάτμιο Φιλικό Δημήτριο Θέμελη. Ήταν το δεύτερο νησί μετά τις Σπέτσες που επαναστάτησε, την 12 Απριλίου (Τρίτη Διακαινησίμου) 1821, με τελετή στην πλατεία της αγίας Θεοκτίστης της Λεσβίας. Έγινε λιτανεία με προεξάρχοντα τον Πάτμιο πατριάρχη Αλεξανδρείας Θεόφιλο ο οποίος εκφώνησε και ομιλία.[2]

Μετά τη συνθήκη Κωνσταντινουπόλεως (9 Ιουλίου 1832) η Πάτμος περιήλθε και πάλι στην Οθωμανική αυτοκρατορία, όπου και παρέμεινε μέχρι το 1912, οπότε καταλήφθηκε από τους Ιταλούς στους οποίους και παρέμεινε μέχρι την κατάρρευση του Φασισμού, περί το θέρος του 1943, οπότε τους αντικατέστησαν γερμανικοί σχηματισμοί που με τη κατάρρευση του Ναζισμού παραδόθηκαν στους Συμμάχους. Τέλος, με τη συνθήκη 10 Φεβρουαρίου του 1947 ενσωματώθηκε στην Ελλάδα μαζί με τα υπόλοιπα πρώην ιταλοκρατούμενα νησιά που απετέλεσαν τη Γενική Διοίκηση Δωδεκανήσου. ΠΗΓΗ:www.patmos.gr

( Η εκπαιδευτικός Αθανασία Κιφοκέρη σε Μοναστήρι της Πάτμου)