ΜΙΧΑΛΗΣ ΦΑΚΙΝΟΣ
Τα χαμένα
εκδ. Κέδρος
σελ. 236

Στην πεζογραφία του Μιχάλη Φακίνου εγκαταβιώνουν απίθανοι παραμυθάδες, οι οποίοι πέρα από φαντασία διαθέτουν και το χάρισμα της αθανασίας, καθώς ο συγγραφέας τούς ανασταίνει από βιβλίο σε βιβλίο. Ακολουθώντας τον αφηγηματικό μίτο των προκατόχων του, ο ήρωας στο πρόσφατο μυθιστόρημα εξιστορεί στη γυναίκα του παραμύθια, ιστορίες της μνήμης και του μυαλού, αλλά καμία δεν καταφέρνει να διαρρήξει τον σφραγισμένο νου της ακροάτριας. Η τελευταία έχει εκχωρήσει στο Αλτσχάιμερ όλη της την ιστορία. Ωστόσο, ο κύριος Ευτύχιος αποθέτει καθημερινά στα πόδια της Ζωής του, ευφάνταστες αναπαραστάσεις του χαμένου χρόνου. Φυλλομετρώντας με ζωηρές, πρόσχαρες εξιστορήσεις τα χαμένα, φέρνει μέσα στο σιωπηλό σπίτι το παρελθόν, μεταγλωττισμένο σε φαντασμαγορία. Μέσα από το στόμα του, ολότελα αφοσιωμένο στη Ζωή, διαχέεται η απύθμενη εικονοποιία του μυαλού του, μια καταιγίδα εικόνων, «ρινίσματα και σπαράγματα ονείρων, ένας αχταρμάς».

Κάθε μέρα και δουλειά. Ο κύριος Ευτύχιος πιάνει στα χέρια του περιβόητα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας και αρχίζει την απαγγελία, πλανίζει σανίδες όπου χαράσσει την ένδειξη «Οδός Ζωής», σκαρώνει στιχάκια και άσεμνα ποιηματάκια, αναπολεί τραγούδια, ασκείται στο υβρεολόγιο της ραπ, ανατρέχει στη συλλογή του των ωραίων λέξεων, λέξεων ξεχωριστών για την ομορφιά του ήχου τους, αγωνιώντας να ξανακουστεί κάποτε στο σαλόνι το ηχόχρωμα της Ζωής. Λαχταρούσε να του πει και εκείνη μια ιστορία.

Συνεργός του Ευτύχιου στα παράξενα δρώμενα που εκτυλίσσονται εντός του καθιστικού, είναι ο κύριος Μπι, ένας υποβολέας, άλλοτε σαρδόνιος και άλλοτε συμπονετικός. Ο κύριος Μπι, ενδεχομένως συνονόματος του Μπόρχες, του μεγάλου Αργεντινού παίκτη της γραφής, είναι η φωνή της συνείδησης, μια φωνή ενοχλητική, ασίγαστη και σε μεγάλα κέφια. «Πες τους την αλήθεια σαν ψέμα και το ψέμα σαν αλήθεια, και θα δεις πως όλοι θα σε πιστέψουν και όλοι θα σε ακολουθούν», ψιθυρίζει ο κύριος Μπι στον Ευτύχιο. Ομως, η Ζωή δεν ξεγελιέται με γλωσσικά σκέρτσα.

Παραμένει μαρμαρωμένη, τυφλή, τυλιγμένη σε σκοτάδι και την ίδια στιγμή πάλλευκη σαν σβησμένη, μακριά από κάθε λογής παιχνίδι. Φυσικά υπάρχουν μέρες που ο άντρας της παραδίδει τα όπλα. «Στο παιχνίδι της σιωπής δεν μπορεί να κερδίσει τη Ζωή». Είτε με κεφαλαίο είτε με μικρό, η ζωή δεν έβγαζε νόημα, ούτε άχνα δεν έβγαζε. Εκεί όπου είχε φτάσει, δεν μπορούσε να τη ζήσει.

Ομως, όπως συλλογίζεται ο Ευτύχιος, «θέλει γερούς παίχτες η ζωή», και έτσι αποφάσισε να γίνει σύντροφος της γυναίκας του και στη σιωπή, με την ελπίδα πως οι δύο σιωπές τους θα γίνονταν κραυγή. Η απελπισία δεν κατατρόπωνε την ονειροπόληση. Παραμερίζοντας τη μαυρίλα που του έκρυβε την αλλοτινή όψη της Ζωής, ο πείσμων Ευτύχιος την αντίκριζε ξανά «μέσα στο εκτυφλωτικό φως ενός καλοκαιριού λάμπουσα», καθισμένη στο πεζούλι μιας στέρνας, να πετάει πετραδάκια στο νερό και να κοιτάζει τους κυματιστούς κύκλους που έρχονταν και έσβηναν, «σαν να μετρούσε και να ξαναμετρούσε θανάτους». Ακόμη και μες στο αστραποβόλημα της ανάμνησης, κουβαλούσε «τη σιωπή του θανάτου πάνω της».

Η σημαντικότερη κατάκτηση της πεζογραφίας του Φακίνου είναι η ευρηματική υπεράσπιση ενός ιδιότυπου μικρόκοσμου, ενός φασαριόζικου, καρναβαλικού θιάσου, που τελεί υπό την αποκλειστική δικαιοδοσία του δημιουργού του. Σταθερός άξονας των μυθιστορημάτων του είναι η αναζήτηση στα εδάφη της μυθοπλασίας μιας ιαματικής εναλλακτικής. Επίμονος κηπουρός αυτής της φασματικής επικράτειας, ο Φακίνος τη σπέρνει με λέξεις για να θερίσει τη θύελλα της φαντασίας. Με χρόνια εμπιστοσύνη στις αλχημείες της γλώσσας, καταβυθίζει μέσα της την πιο ανόθευτη απόγνωση, περιμένοντας να αναβλύσει ένα γάργαρο ξεκάρδισμα.

Πηγή: kathimerini.gr