ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ
Από τον Άγγελο Πετρουλάκη

Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ

Η Αλεξάνδρα Αλεξίεβιτς είναι δημοσιογράφος. Και είναι η Λευκορωσίδα που το 2015 τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Όχι για την προσφορά της στον χώρο της Λογοτεχνίας, μια και δεν είχε εντυπωσιάσει τη Σουηδική Ακαδημία με την παραγωγή της στην πεζογραφία, την ποίηση ή το θέατρο, αλλά για την προσφορά της στον παγκόσμιο προβληματισμό, πέντε βιβλίων με μαρτυρίες γεγονότων που στιγμάτισαν το δεύτερο μισό τού 20ου αιώνα. Αδυνατώ να υποστηρίξω πως έχουμε να κάνουμε με τη λογοτεχνία τής δημοσιογραφίας ή με τη δημοσιογραφία στη λογοτεχνία. Εκείνο όμως που πιστεύω σε απόλυτο βαθμό είναι πως έχουμε να κάνουμε με καταγραφές στις οποίες συγκλονίζει ο ρεαλισμός τους και που έχουν ως πυρήνα τους την τραγωδία τού ανθρώπου, μια τραγωδία με μέλλον.

Συχνά αναρωτιέμαι για τον ρόλο τής λογοτεχνίας στην αποτύπωση των εποχών. Ίσως γιατί είμαι θιασώτης τού ρεαλισμού, ιδιαίτερα στην πεζογραφία.

Αν δεν είναι η λογοτεχνία αυτή που θα καταθέσει τις μαρτυρίες εκείνες, που θα διατηρήσουν ζωντανή την εποχή της στην αιωνιότητα, τότε ποιο θα είναι το είδος τού λόγου που θα εκπληρώσει αυτό το χρέος;

Δεν υπάρχει τίποτα πιο σημαντικό από τα έργα που καταγράφουν την ανθρώπινη περιπέτεια μέσα στον χρόνο. Είναι η παγκόσμια παρακαταθήκη στον άνθρωπο του μέλλοντος. Η εξέλιξη της γραφής χάρισε στον άνθρωπο αυτό το προνόμιο.

Ξεκινώντας την ανάγνωση μια εικόνα μού ήρθε από το παρελθόν, μέσα από μια ρωγμή τής μνήμης. Πρωτομαγιά τού 1986. Μια πορεία κομμουνιστών τής πόλης μου, που επιδεικτικά έτρωγαν μαρούλια από περιβόλια, για να πείσουν τους… αφελείς καπιταλιστές, πως όλα όσα λέγονταν τότε για το Τσέρνομπιλ, ήταν ένα τεράστιο ψέμα, μια προπαγάνδα τής Δύσης για να πλήξει τις παραδεισένιες μέρες τής τότε Σοβιετικής Ένωσης.

Του σώματος του βιβλίου, προηγείται ένας ιδιαίτερα κατατοπιστικός πρόλογος του Θανάση Τριαρίδη, ο οποίος με μεγάλη ευαισθησία εισάγει τον αναγνώστη στις αλήθειες που ακολουθούν.

Γράφει ο Θανάσης Τριαρίδης μεταξύ τών άλλων: «Το βιβλίο της – εν τέλει το βιβλίο των μαρτύρων μιας αθέατης, αόρατης, σιωπηλής, αν-αίσθητης φρίκης – δεν είναι απλώς ένα ακόμα βιβλίο για το Τσέρνομπιλ. Είναι ένα από τα σημαντικότερα βιβλία μαρτυριών τού 20ου αιώνα, όμορο και ανάλογο του Ημερολογίου της Άννας Φρανκ και του Εάν αυτός είναι ο άνθρωπος του Πρίμο Λέβι. Τι είναι αυτό που κάνει τα τρία βιβλία τόσο κοντινά: και στα τρία ο άνθρωπος (η ενότητα σώματος και πνεύματος που λογαριάζουμε για άνθρωπο) είναι αντιμέτωπος με τη φρίκη ολομόναχος με το σώμα του, ο πολιτισμός γυρίζει αλλού το βλέμμα, η επιστήμη υπηρετεί το κακό, ο Θεός απουσιάζει. ‘‘Εφόσον υπήρξε το Άουσβιτς, δεν υπάρχει Θεός’’ γράφει ο Πρίμο Λέβι. ‘‘Η γη αυτή δεν ανήκει πια σε κανέναν. Την πήρε πίσω ο Θεός’’ λέει μια μητέρα τού Τσέρνομπιλ. Πού διαφοροποιείται το παρόν βιβλίο από τα άλλα δυο; Σε εκείνα το κακό προσωποποιείται στους εκφραστές μιας ολέθριας ιδεολογίας, τους ναζί. Στο ‘‘Τσέρνομπιλ, ένα χρονικό τού μέλλοντος’’ το κακό δεν έχει υποκείμενο, είναι απρόσωπο, διάφανο, αιώνιο και συνεχές: αν ο αναγνώστης προσπαθήσει να βρει ‘‘ενόχους’’ για την καταστροφή, θα νιώσει σαν να προσπαθεί να δέσει σκιές – ώσπου σύντομα θα αντικρίσει και το δικό του είδωλο στον κοίλο (: τον εν αινίγματι) καθρέφτη».

Αναφερόμενος δε, ο Θανάσης Τριαρίδης, στους μάρτυρες του Τσέρνομπιλ θα γράψει: «Αυτοί οι άνθρωποι βλέπουν το σώμα τους να παραμορφώνεται και να λιώνει, τη φύση τους να γίνεται απαγορευμένη ζώνη, την κομμουνιστική εξαγγελία της ανθρώπινης τελείωσης να καταρρέει, την ουτοπία της επιστήμης να γίνεται όλεθρος».

Βέβαια, σ’ εμένα επέστρεψε, μέσα από κάποιο ερμάρι τής μνήμης, και ο Βασίλι Γκρόσμαν (Ζωή και πεπρωμένο – Τα πάντα ρει), αλλά γι’ αυτά θα μιλήσω κάποια άλλη φορά.

Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Λευκορωσία ήταν από τις χώρες που πλήρωσαν τον υψηλότερο φόρο αίματος στη Ναζιστική θηριωδία, με θύματα έναν στους τέσσερις Λευκορώσους.

Σαράντα και κάτι χρόνια μετά, μια άλλη καταστροφή, αυτή του Τσέρνομπιλ, προερχόμενη από την κρατική μηχανή τής «μαμάς Ρωσίας» βυθίζει τη μικρή αυτή χώρα σε μια νέα καταστροφή, σ’ έναν όλεθρο με μέλλον, μια και το κακό που συμβαίνει στις 26/4/1986 και ώρα 1:23:58 είχε μόνο αρχή. Θα συνεχιζόταν για πολλά πολλά χρόνια. Όπως διαβάζουμε στις εισαγωγικές σελίδες τού βιβλίου, σε απόσπασμα από την ‘‘Εγκυκλοπαίδεια της Λευκορωσίας’’ «…σήμερα (1996), ένας στους πέντε ζει σε μολυσμένη περιοχή. Αυτό μεταφράζεται σε 2.100.000 ανθρώπους, εκ των οποίων οι 700.000 είναι παιδιά. Η ραδιενέργεια κατέχει την πρώτη θέση ανάμεσα στα αίτια θνησιμότητας. Στις επαρχίες του Γκόμιελ και του Μόγκιλεφ (οι οποίες δέχτηκαν τη μεγαλύτερη ραδιενέργεια), το ποσοστό θνησιμότητας υπερβαίνει το ποσοστό γεννητικότητας κατά 20%».

Η πρώτη αφήγηση – μιας γυναίκας πυροσβέστη – που βρέθηκε από τους πρώτους στον τόπο τού ατυχήματος, ξεπερνά τον χαρακτηρισμό «ανατριχιαστική». Δεν υπάρχει φράση τής αφήγησης που να μην καθηλώνει τον αναγνώστη και που να μην τον υποχρεώνει να την ξαναδιαβάσει.

«Αφόδευε εικοσιπέντε με τριάντα φορές την ημέρα. Έβγαζε αίμα και βλέννα… Το δέρμα στα χέρια και τα πόδια του άρχισε να ανοίγει… […] Όταν κουνούσε το κεφάλι του, έπεφταν στο μαξιλάρι τούφες από μαλλιά. […] Θυμάμαι κάποιες κουβέντες. Κάποιον να μου λέει: ‘‘Δεν πρέπει να ξεχνάτε πως αυτός που έχετε μπροστά σας δεν είναι ο σύζυγός σας, ο άντρας που αγαπάτε, αλλά ένα ραδιενεργό αντικείμενο με υψηλή δόση μόλυνσης’’. […] Όσο ήμουν μαζί του δεν τολμούσαν να του κάνουν τίποτα. Όταν όμως έφευγα, τον φωτογράφιζαν… Γυμνό… […] Όταν τον ανασήκωνα, έμεναν κομμάτια από το δέρμα του στα χέρια μου. […]

»’’Πεθαίνει’’ λέω στη νοσοκόμα υπηρεσίας. Κι αυτή μου απαντά: ‘‘Τι περίμενες; Έχει δεχτεί χίλια εξακόσια κιουρί, ενώ η θανατηφόρα δόση είναι τετρακόσια. Δεν καταλαβαίνεις ότι τόσον καιρό περιποιείσαι έναν αντιδραστήρα;’’»

Εντύπωση προκαλεί επίσης η σιωπή που επιβλήθηκε από τις κρατικές υπηρεσίες στα θύματα (που επέζησαν) και στους συγγενείς τους. Η ίδια (Λουντμίλα Ιγκνατένκο – σύζυγος πυροσβέστη) αφηγείται και τα της κηδείας:

«Μπήκαμε στη νεκροφόρα… Οι συγγενείς κι ένας δυο στρατιωτικοί. Ο ένας ήταν συνταγματάρχης μ’ έναν ασύρματο στο χέρι. Του έδιναν οδηγίες: ‘‘Περιμένετε εντολές! Περιμένετε!’’. Κάναμε γύρους τη Μόσχα για τρεις τέσσερις ώρες κι ύστερα βγήκαμε στον περιφερειακό. Έπειτα ξαναγυρίσαμε στη Μόσχα. Στον ασύρματο ακούστηκα μια φωνή: ‘‘Είσοδος στο νεκροταφείο αδύνατη. Μεγάλη προσέλευση ξένων δημοσιογράφων. Περιμένετε’’. Εμείς δεν μιλούσαμε… Ένιωθα πως θα λιποθυμούσα. Μ’ έπιασε υστερία: ‘‘Γιατί θα πρέπει να κρύβω τον άντρα μου;; Τι είναι; Εγκληματίας; Κατάδικος; Δολοφόνος; Τι είναι;’’ […] Ο συνταγματάρχης είπε: ‘‘Ζητώ άδεια να εισέλθω στο κοιμητήριο. Σύζυγος νεκρού σε κρίση υστερίας’’. Στο νεκροταφείο μάς κύκλωσαν στρατιώτες. […] Δεν επέτρεπαν σε κανέναν να περάσει… Κάλυψαν γρήγορα τον τάφο με χώμα… Δεν μου επέτρεψαν ούτε καν να αγκαλιάσω το φέρετρο… Κι αμέσως μας έβαλαν στα λεωφορεία… Όλα στα κρυφά…»

Η Λουντμίλα ήταν έξι μηνών έγκυος όταν πέθανε ο πυροσβέστης άντρας της. Γέννησε κόρη. Της την πήγαν αμέσως μετά τον τοκετό: «Φαινόταν υγιής. Αποδείχθηκε όμως πως έπασχε από κίρρωση ύπατος. Οι μετρήσεις στο ήπαρ έδειχναν 28 κιουρί… Και γενετήσιες καρδιακές ανωμαλίες… Τέσσερις ώρες μετά με πληροφόρησαν πως το κοριτσάκι μου ήταν νεκρό…»

Τελειώνοντας την ανάγνωση του βιβλίου, έμεινα ιδιαίτερα προβληματισμένος. Πώς θα το χαρακτήριζα; Συγκλονιστικό; Ανατριχιαστικό; Ανατρεπτικό; Μοναδικό; Όλα αυτά μαζί και άλλα πολλά ακόμα;

Ξεκίνησα από έναν χαρακτηρισμό που επιδιώκει να ξεκαθαρίσει τον ρεαλισμό τού βιβλίου: Βιωματικό. Γιατί; Γιατί η βραβευμένη με το Νόμπελ Λογοτεχνίας 2015 γράφει για γεγονότα που τα έζησε και εξακολουθεί να ζει. Η Λευκορωσία είναι η πατρίδα της, το Τσέρνομπιλ είναι η γη της. Γράφει:

«Ζω κι εγώ εδώ, στη γη του Τσέρνομπιλ, στη μικρή Λευκορωσία, την οποία αγνοούσε ο κόσμος πριν το ατύχημα. Ζω σε μια χώρα που στη συνείδηση του κόσμου έχει κατοχυρωθεί πια όχι σαν μια κρατική οντότητα, αλλά σαν ένα εργαστήριο πειραμάτων…»

Είναι όμως και ανατρεπτικό, καθώς περιγράφει καταστάσεις που για πρώτη φορά βίωσε η ανθρωπότητα: Όλα τα πράγματα αποκτούν ένα όνομα όταν τα ονομάζουμε για πρώτη φορά. Στην περίπτωσή μας, έγινε κάτι για το οποίο δεν είχαμε τρόπο να το παρουσιάσουμε, δεν είχαμε αναλογίες, ούτε προηγούμενη εμπειρία. Έγινε κάτι το οποίο δεν το γνώριζε η όραση, η ακοή και το λεξιλόγιό μας. Το σώμα μας είναι ρυθμισμένο έτσι, ώστε να βλέπει, ν’ ακούει, ν’ αγγίζει. Τίποτα απ’ όλα δεν μπορούσε να γίνει στην περίπτωση του Τσέρνομπιλ. Για να το καταλάβει ο άνθρωπος, πρέπει να ξεπεράσει τα όριά του. Πρέπει να εφεύρει καινούργιες αισθήσεις… […]

»Η ιστορία μας είναι μια ιστορία οδύνης. Η οδύνη είναι το καταφύγιό μας. Η μυστική μας θρησκεία. Μας υπνωτίζει. Ήθελα όμως να θέσω και άλλα ερωτήματα – για το νόημα της ανθρώπινης ζωής, ίσως ακόμη και για την ύπαρξή μας στη Γη…»

Ένας ψυχολόγος, ο Πιοτρ Σ., για δεκαετίες καταδιώκεται από τις μνήμες τού φοβερού Β΄ Παγκόσμιου Πόλεμου, ο οποίος στη Ρωσία αποδεκάτισε χιλιάδες οικισμούς και χωριά. Όμως μπροστά στο Τσέρνομπιλ κάθε τι πέρασε σε δεύτερη μοίρα:

«Όλες οι γυναίκες – χωρίς να εξαιρώ τη μητέρα μου – είχαν υποστεί ρήξη της μήτρας… […]

»Οι μήτρες τους έσπαζαν από τη βαριά δουλειά. Δεν υπήρχαν άντρες – είχαν σκοτωθεί όλοι στο μέτωπο. Δεν υπήρχαν ούτε άλογα. Έτσι οι γυναίκες ήταν αναγκασμένες να σέρνουν μόνες τους τα άροτρα… […]

»Ήθελα να ξεχάσω. Να τα ξεχάσω όλα… Πίστευα πως είχα ζήσει τα χειρότερα… Τον πόλεμο…

»Κι ύστερα, επισκέφθηκα την περιοχή του Τσέρνομπιλ. Πολλές φορές… Κι εκεί ένιωσα πως ήμουν απροστάτευτος. Ένιωσα να διαλύομαι… Το παρελθόν μου δεν μπορούσε πια να με προστατεύσει…»

Η απελπισία διάχυτη σε κάθε αφήγηση. Η Αλεξίεβιτς καταγράφει εκείνα που υπάρχουν στα σκοτεινότερα δωμάτια τών συναισθημάτων τών ανθρώπων, φτάνοντας μέχρι εκεί με οδηγό τη δική της αυτοαναίρεση:

«Δεν φοβάμαι τον θάνατο, αλλά δεν ξέρω πώς θα πεθάνω, λέει ένας επιζήσας του Αφγανιστάν. Είδα έναν φίλο μου να πεθαίνει. Πρήστηκε το σώμα του, έγινε σαν βαρέλι. Κι ο γείτονας τα ίδια. Ήταν κι αυτός εκεί, οδηγός γερανού. Μελάνιασε σαν το κάρβουνο και μάζεψε. Δεν ξέρω πώς θα πεθάνω. Το μόνο που ξέρω είναι πως οι μέρες μου είναι μετρημένες με την αρρώστια που έχω. Αν μπορούσα να καταλάβω ότι με πλησιάζει ο θάνατος θα φύτευα μια σφαίρα στο κεφάλι μου… Πολέμησαν στο Αφγανιστάν. Εκεί ήταν πολύ εύκολο να φας καμιά σφαίρα…»

Το ιδιαίτερο σημαντικό, όμως, είναι και το γεγονός πως η Αλεξίεβιτς δεν περιορίζεται στην εξιστόρηση μόνο των γεγονότων και των όσων ακολούθησαν. Προχωρά πολλά βήματα παρακάτω. Βγάζει την επιφάνεια όλη την αγωνία για το μέλλον τού ανθρώπου και όλην την εγκατάλειψη που βίωσαν όσοι βρέθηκαν στην περιοχή (και ως διασώστες) από ένα κράτος που μόνο ως όνομα υπήρχε και ως ψευδαίσθηση. Χωρίς αναστολές αποκαλύπτει στα μάτια τής διεθνούς κοινότητας και του μελλοντικού ανθρώπου πώς τα κράτη μετατρέπονται σε μηχανές παραγωγής μαζικών δολοφονιών, αντιμετωπίζοντας τους πολίτες τους ως τα πλέον ευτελή αναλώσιμα υλικά.

«Ο ακαδημαϊκός Αλεξάντροφ, ο ‘‘νονός’’ των πυρηνικών μας σταθμών, είχε ορκιστεί πως είναι απόλυτα ασφαλείς κι ότι θα μπορούσαν να ανεγερθούν ακόμα και στην Κόκκινη Πλατεία. […] Είχαμε πάει μαζί στο ίδιο νηπιαγωγείο, στο ίδιο σχολείο, στο ίδιο πανεπιστήμιο…»

[…]

«Κάθε μέρα μάς μοίραζαν εφημερίδες (στους εκκαθαριστές, εθελοντές, ομάδες διασωστών, επιστημονικό προσωπικό, ιατρούς – νοσηέυτές). Διάβαζα μόνο τους τίτλους: ‘‘Τσέρνομπιλ – ένας κόσμος ηρώων’’, ‘‘Ο αντιδραστήρας νικήθηκε’’, ‘‘Η ζωή συνεχίζεται’’. Είχαμε εκεί τους ανθρώπους του Κόμματος να μας εμψυχώνουν. Δεν σταματούσαν να μας λένε πως έπρεπε να νικήσουμε. Τι να νικήσουμε; Το άτομο; Τη φυσική; Το διάστημα;

[…]

»Οι άνθρωποι του Κόμματος μας διάβαζαν άρθρα εφημερίδων που μιλούσαν για ‘‘το υψηλό αίσθημα ευθύνης και την καλή οργάνωση’’, για την κόκκινη σημαία που ανέμιζε στον αντιδραστήρα νούμερο 4 λίγες μέρες μετά την καταστροφή και το πώς ακτινοβολούσε…

[…]

»Προσπάθησα να φανταστώ τους στρατιώτες που σκαρφάλωναν στην κορυφή τού αντιδραστήρα… Καταδικασμένοι σε θάνατο… Θέλετε να το πείτε ‘‘σοβιετικό παγανισμό’’; Θέλετε να το πείτε ‘‘τελετουργική θυσία;’’»

Τα όσα ακολούθησαν την καταστροφή ήταν μια τεράστια θυσία. Με κίνητρο; Άλλες φορές την άγνοια, άλλες την φιλοπατρία. Άλλες την επιδίωξη για μια δήθεν καλύτερη ζωή. Άλλες τη βία. Ο Σεργκέι Βασίλιεβιτς Σομπόλεβ, αφηγείται:

«Είμαι ειδικός στους πυραύλους… Εργάστηκα στο Διαστημικό Κέντρο τού Μπαϊκονούρ… Υπέροχες στιγμές. Ο ουρανός μάς ανήκε! […] Όλος ο σοβιετικός λαός πέταξε στο διάστημα μαζί με τον Γκαγκάριν… […]

»Όταν έφτασα εδώ, βυθίστηκα στον κόσμο τού Τσέρνομπιλ που επαναπροσδιόρισε τα συναισθήματά μου. Είναι αδύνατο να το συλλάβει κανείς, ακόμη κι αν έχει ασχοληθεί με την πιο εξελιγμένη τεχνολογία…

[…]

Το προσωπικό μου δημιούργημα όμως είναι το μουσείο τού Τσέρνομπιλ. Καμιά φορά σκέφτομαι πως δεν είναι μουσείο, αλλά γραφείο κηδειών! Συντηρώ ένα γραφείο κηδειών! Σήμερα το πρωί, πριν προλάβω να βγάλω το παλτό μου, άνοιξε η πόρτα και μπήκε μια γυναίκα κλαίγοντας, ή μάλλον ουρλιάζοντας: ‘‘Πάρτε το μετάλλιό του και όλα του τα τιμητικά διπλώματα! Πάρτε τις αυξήσεις του μισθού του και όλα όσα κέρδισε! Φέρτε μου πίσω τον άντρα μου!’’… […]

»Αυτή τη στιγμή ο συνταγματάρχης Γιάρουτσουκ πεθαίνει. Ήταν ένας θηριώδης άντρας. Τώρα έχει παραλύσει εντελώς. Η γυναίκα του τον γυρνάει στο κρεβάτι του σαν να ήταν μαξιλάρι. Τον ταΐζει με το κουταλάκι. Έχει πέτρα στα νεφρά. Πρέπει να εγχειριστεί. Δεν έχουμε όμως λεφτά να πληρώσουμε την εγχείρηση. Καταντήσαμε ζητιάνοι. Και η πολιτεία μάς συμπεριφέρεται με τον χειρότερο τρόπο. Μας έχει εγκαταλείψει στην τύχη μας. Όταν πεθάνει ο Γιάρουτσουκ, θα δώσουν το όνομά του σ’ έναν δρόμο, σ’ ένα σχολείο ή σ’ ένα στρατόπεδο. Πρέπει όμως πρώτα να πεθάνει… Ήταν χημικός και περπάτησε όλη την απαγορευμένη ζώνη για να καταγράψει τα όριά της. Τον χρησιμοποίησαν σαν ρομπότ. Αυτός είχε πλήρη συνείδηση του τι έκανε. Ένιωθε όμως πως ήταν καθήκον του… […]

»Και οι στρατιώτες που δούλεψαν στην οροφή τού αντιδραστήρα; Χρησιμοποιήθηκαν διακόσιες εννιά στρατιωτικές μονάδες για να καθαρίσουν την περιοχή. Περίπου τριακόσιες σαράντα χιλιάδες ψυχές, δηλαδή… Αυτοί που καθάρισαν την οροφή έπαθαν τα χειρότερα. Τους είχαν εφοδιάσει με ποδιές μολύβδου, αλλά η ραδιενέργεια ερχόταν από κάτω, από εκεί που οι άντρες ήταν απροστάτευτοι. Φορούσαν μπότες από δερματίνη… […]

»Τα τηλεκατευθυνόμενα ρομπότ δεν υπάκουαν στις εντολές ή έκαναν άλλα από αυτά για τα οποία είχαν προγραμματιστεί… Τα ηλεκτρονικά τους συστήματα είχαν καταστραφεί από τη ραδιενέργεια. Τα πιο αξιόπιστα ‘‘ρομπότ’’ ήταν οι στρατιώτες. Τους έλεγαν ‘‘πράσινα ρομπότ’’, λόγω των στολών τους. Τρεις χιλιάδες εξακόσιες φαντάροι πέρασαν από την οροφή τού αντιδραστήρα…»

Δεν ξέρω αν είναι σκόπιμο να συνεχίσω την παράθεση των συγκλονιστικών αποσπασμάτων από τις αφηγήσεις των ανθρώπων που κατέγραψε η Αλεξίεβιτς. Είναι αφηγήσεις διαφορετικών ανθρώπων, που ο καθένας τους βίωσε κάτι διαφορετικό από εκείνον τον όλεθρο. Η Αλεξίεβιτς, είναι φανερό πως μιλά με διαφορετικούς ανθρώπους, από μια απλή χήρα, μέχρι εξειδικευμένους επιστήμονες, για να καλύψει το φάσμα τής καταστροφής σε όλο το εύρος και το βάθος του.

Διάβασα το μεγαλύτερο μέρος τού βιβλίου δίπλα στη θάλασσα. Κάθε φορά που σήκωνα τα μάτια μου από τις σελίδες, αυτά γέμιζαν μ’ ένα εντυπωσιακά διάφανο γαλάζιο. Κάθε φορά σκεφτόμουν την ευτυχία να μην έχεις ζήσει την κόλαση που έζησαν εκείνοι οι άνθρωποι, οι οποίοι έμειναν αίφνης χωρίς ζωή, χωρίς μέλλον.

Λίγα μέτρα μπροστά μου, στην αμμουδιά, μια παρέα παιδιών παίζουν μέσα στην ανεμελιά και τη χαρά. Ανάβω τσιγάρο, πίνω μια γουλιά καφέ και κατεβάζω ξανά τα μάτια μου στη σελίδα. Συνεχίζω την ανάγνωση των τελευταίων σελίδων, με αφηγήσεις παιδιών:

«Είχα έναν φίλο, τον Αντρέι. Τον εγχείρησαν δυο φορές και ύστερα τον έστειλαν σπίτι του. Θα ξαναέμπαινε στο χειρουργείο σε έξι μήνες. Κρεμάστηκε σε μια άδεια αίθουσα του σχολείου του, την ώρα που οι άλλοι έκαναν γυμναστική. Οι γιατροί που είχαν απαγορεύσει να αθλείται…

»Η Γιούλα, η Κάτια, ο Βαντίμ, η Οξάνα, ο Όλεγκ… Τώρα ο Αντρέι… ‘‘Θα πεθάνουμε και θα γίνουμε πειραματόζωα’’, έλεγε ο Αντρέι. ‘‘Θα πεθάνουμε και δεν θα μας θυμάται κανείς’’, έλεγε η Κάτια. ‘‘Θα πεθάνουε…’’, έλεγε η Κάτια. Τώρα πια για μένα ο ουρανός είναι ζωντανός. Όταν τον κοιτάω, αντικρίζω τους φίλους μου!»

Αγιόκαμπος Λάρισας, 8/8/2019

Πηγή: larissanet.gr