Από τον Άγγελο Πετρουλάκη

Διαβάζοντας το κείμενο του οπισθοφύλλου τού βιβλίου «Ο ανεπιθύμητος νεκρός» του Γιώργου Πράτανου, μου γεννήθηκε μια ερώτηση: Πρόκειται για ένα ακόμα βιβλίο για τον Καζαντζάκη; Αν ναι, τι θα μπορούσε να προσθέσει στα όσα έχουν γραφεί για τον μέγιστο των Ελλήνων διανοούμενων – συγγραφέων;

Με την επιφύλαξη αυτή προχώρησα στην ανάγνωση, για να συναντήσω, με χαρά, οικεία πρόσωπα, που με τίμησαν με τη φιλία τους και που μου πρόσφεραν πολλά, όταν κι εγώ πρωτάνοιγα τα φτερά μου για να πετάξω σ’ αυτόν τον τόσο γοητευτικό ουρανό τής λογοτεχνίας: Τον Πέτρο Χάρη και τον Φρέντυ Γερμανό. Μεγάλα πνευματικά αναστήματα και οι δυο, άσχετα αν σήμερα ελάχιστοι τους θυμούνται και τους μνημονεύουν.

Η απάντηση στο «τι θα μπορούσε να προσθέσει στα όσα έχουν γραφεί για τον μέγιστο των Ελλήνων διανοούμενων – συγγραφέων;» ήρθε γρήγορα, διαπιστώνοντας πως ο συγγραφέας τοποθετεί δυο κύριους άξονες στο έργο: Την Ελένη Καζαντζάκη και τον Φρέντυ Γερμανό. Γύρω απ’ αυτούς ξετυλίγει τα όσα ακολούθησαν τον θάνατο του Νίκου Καζαντζάκη, στις 26 Οκτωβρίου 1957, στις 22.20, στο νοσοκομείο τού Φράιμπουργκ μέχρι την ταφή του, στις 5 Νοεμβρίου στο Μαρτινέγκο τού Ηρακλείου.

Ο άξονας Ελένη Καζαντζάκη (το γένος Σαμίου) αγγίζει πολλά. Τον πρώτο γάμο τού συγγραφέα με τη Γαλάτεια Αλεξίου, που παρά το διαζύγιό τους, κράτησε πεισματικά το επώνυμο Καζαντζάκη, φροντίζοντας παράλληλα να ρίχνει το φαρμάκι τής κακίας της στον συγγραφέα, υποστηρίζοντας πως ο γάμος τους υπήρξε λευκός (εξ αιτίας του) και άλλα, σχετικά με τον χαρακτήρα του. Επίσης κάνεις σαφείς αναφορές στα περιπετειώδη ταξίδια του, τις δυσκολίες με τους εκδότες του, τη φτώχεια του, την υπερήφανη στάση ζωής, τις πολεμικές που δέχτηκε από συντηρητικούς Έλληνες για να μην του απονεμηθεί το Νόμπελ (με κορυφαίο κατήγορο τον Σπύρο Μελά) και για να μην εκλεγεί μέλος τής Ακαδημίας Αθηνών…

Ο άξονας Φρέντυ Γερμανός αγγίζει το κρισιμότερο για το βιβλίο: Τις περιπέτειες του νεκρού, πλέον, Νίκου Καζαντζάκη. Είναι η εποχή που ήδη μεσουρανεί στην Ελλάδα στο σκοτεινό άστρο τού Αυγουστίνου Καντιώτη, μητροπολίτη Φλώρινας, ενός ρασοφόρου που μόνο την Αγάπη δεν διακήρυττε.

Στους παλαιότερους είναι γνωστός ο Καντιώτης για τις μεσαιωνικές αντιλήψεις του, την ανελευθερία και την οπισθοδρόμηση που εξέφραζε. Η επιρροή του σε παραεκκλησιαστικούς κύκλους ήταν μεγάλη και τα αντιδημοκρατικά του αισθήματα κραυγαλέα. Ο Καντιώτης είναι αυτός που ηγείται τής πολεμικής εναντίον τού Καζαντζάκη, τον χαρακτηρίζει αντίχριστο και προσπαθεί τόσο να τον αφορίσει η Ιερά Σύνοδος, όσο και να μην δεχτεί η επίσημη Εκκλησία να γίνει θρησκευτική ταφή του. Το πρώτο δεν το πέτυχε. Το δεύτερο, όμως, το πέτυχε. Έτσι στην Αθήνα, όπου μεταφέρεται η σορός του, δεν τον δέχεται κανένας ναός, παρά το ότι ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής αποφασίζει πως η κηδεία του θα γίνει δημοσία δαπάνη. Αλλά, η ισχύς του Καραμανλή δεν φτάνει μέχρι την Ιερά Σύνοδο, όπου αποφασίζει ο αρχιεπίσκοπος Θεόκλητος, υποκύπτοντας στις επιθυμίες τού Καντιώτη.

Με τους δυο αυτούς άξονες ο Γιώργος Πράτανος στήνει ένα μυθιστόρημα – ημερολόγιο. Στόχος του η περιγραφή της ρέουσας ατμόσφαιρας των ημερών (26 Οκτωβρίου – 6 Νοεμβρίου), με σύντομες αναφορές σε στοιχεία που βοηθούν τον αναγνώστη (τον αμύητο) στην κατανόηση του διαμετρήματος του Καζαντζάκη και το πώς αντιμετωπίστηκε από την εποχή του.

Ο Φρέντυ Γερμανός, 23χρονος τότε, νέος δημοσιογράφος, επιφορτισμένος με τη στήλη τών φαρμακείων στην «Ελευθερία» του Κόκκα, αναλαμβάνει, με εντολή τού αρχισυντάκτη του Ανδρουλιδάκη, να καλύψει τα της κηδείας. Ο συγγραφέας αγγίζει την ευκαιρία να περιγράψει αδρά και τα πρώτα χρόνια της σταδιοδρομίας τού Φρέντυ Γερμανού, το δημοσιογραφικό κλίμα τής Αθήνας, αλλά και κάποιες πολιτικές προσωπικότητες της εποχής, όπως του Γεωργίου Παπανδρέου και του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, θερμών θαυμαστών του Νίκου Καζαντζάκη.

Με γλαφυρά χρώματα, ο Πράτανος, ζωγραφίζει την ατμόσφαιρα που επικρατούσε στο Ηράκλειο, με τον Γερμανό να περιγράφει τόσο τις αντιδράσεις τών Κρητικών, όσο και τη στάση της αυτοκέφαλης Εκκλησίας Κρήτης, με τον αρχιεπίσκοπο Ευγένιο να τελεί μεν τη νεκρώσιμη ακολουθία, αλλά να μην συνοδεύει τον νεκρό στον χώρο ενταφιασμού του.

Ιδιαίτερα συγκινητική είναι η περιγραφή τού μοναδικού ιερέα, που αψήφησε τις εντολές και προπορεύτηκε του φερέτρου, και διάβασε τις ευχές, του στρατιωτικού ιερέα Σταύρου Καρπαθιωτάκη, ο οποίος στη συνέχεια τιμωρήθηκε με 6μηνη φυλάκιση από το στρατοδικείο, όχι τέλεσε τα θρησκευτικά του καθήκοντα, αλλά γιατί παρά τη σχετική εντολή, εξήλθε του στρατοπέδου.

Το «Ο ανεπιθύμητος νεκρός» είναι ένα καλό και χρήσιμο βιβλίο, γραμμένο με έμπνευση, χωρίς υπερβολές και αγγίζει λιτά, ωστόσο επαρκώς, πολλά από τον Καζαντζάκη και το έργο του, από την απήχηση που είχε στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, από τη στενόμυαλη αντιμετώπιση της επίσημης Εκκλησίας, η οποία ακόμα μια φορά δεν είχε κατορθώσει να σταθεί στο ύψος τών περιστάσεων και να υπερασπιστεί τον ρόλο της ως πνευματικού ηγέτη.

Ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί ακόμα και από τους συστηματικούς μελετητές τού Καζαντζάκη, γιατί το διακρίνει αφ’ ενός η σωστή έρευνα και αφ’ ετέρου η ευγένεια.

Αγιόκαμπος Λάρισας, 27 -7 – 2019

Πηγή: larissanet.gr