«Ολα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν», λέει γνωστός στίχος τραγουδιού του Μανώλη Ρασούλη. Οχι συμπτωματικά, ήδη από την ίδρυση του ελληνικού κράτους η μουσική αποτέλεσε μοναδικό πεδίο άσκησης λαϊκιστικής πολιτικής. Η διχαστική αντιπαράθεση «δυτικής» και «ανατολικής» μουσικής παράδοσης επενδύθηκε άμεσα με ταξικά όπως επίσης πολιτισμικά χαρακτηριστικά και διατηρείται μέχρι σήμερα μετεξελισσόμενη, εξυπηρετώντας ανάλογα συμφέροντα. Η ιστορία ματαίωσης ανέγερσης Εθνικού Θεάτρου στην Αθήνα του Οθωνα είναι χαρακτηριστική.

Ματαίωση

Μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους, χωρίς να διαθέτει τα χαρακτηριστικά των ανάλογων ευρωπαϊκών, η νεοελληνική αστική τάξη υποδέχθηκε το μελόδραμα αρχικά ως σύμβολο ευρωπαϊκού αστικού κοσμοπολιτισμού. Ωστόσο, παρά τη δημοτικότητα των θεαμάτων, ούτε η Αντιβασιλεία ούτε ο Οθων προχώρησαν στην ανέγερση κτιρίου στο οποίο θα παρουσιάζονταν εξίσου παραστάσεις πρόζας και παραστάσεις μελοδράματος. Κάτι τέτοιο θα ήταν αυτονόητο σε οποιαδήποτε άλλη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα, όπου κτίρια λυρικών θεάτρων ανήκαν στα σημαντικότερα σύμβολα των δυναμικά ανερχόμενων αστικών κοινωνιών.

Με βάση το πολεοδομικό σχέδιο που εκπόνησε για την πρωτεύουσα ο Λέον φον Κλέντσε, η ανέγερση μνημειώδους θεάτρου προβλεπόταν στη βόρεια πλευρά της πλατείας Κλαυθμώνος. Σε επιστολή με ημερομηνία 25 Μαρτίου 1835, ο αρχιτέκτονας του έργου Χριστιανός Χάνσεν σημειώνει: «Οι εργασίες του θεάτρου που σχεδίασα για λογαριασμό της κυβέρνησης προχωρούν και έχουν ήδη κτισθεί οι τοίχοι των θεμελίων μέχρι τη στάθμη του εδάφους. Αλλά λόγω της κριτικής που ασκήθηκε από τις τοπικές εφημερίδες εναντίον της κυβέρνησης, επειδή άρχισε να κατασκευάζει ένα θέατρο στην Αθήνα τη στιγμή που λείπουν σχολεία και άλλα σημαντικότερα κτίρια, αποφασίστηκε να σταματήσουν οι εργασίες».

Ετσι, το 1836, προκειμένου να στεγάσει τους δημοφιλείς περιοδεύοντες θιάσους όπερας, ο Ιταλός επιχειρηματίας Γκαετάνο Μέλι φρόντισε για την κατασκευή ξύλινου στεγασμένου παραπήγματος, ενώ στις 6 Ιανουαρίου 1840 εγκαινιάστηκε το Θέατρο Αθηνών. Χτίστηκε με πρωτοβουλία του Ιταλού Ιωσήφ Καμιλιέρι, ολοκληρώθηκε από τον συμπατριώτη του Μπαζίλιο Σανσόνι και υπήρξε η μόνη χειμερινή αίθουσα της Αθήνας μέχρι τα εγκαίνια του Δημοτικού Θεάτρου το 1888, το οποίο στέγασε πρόζα και όπερα έως την κατεδάφισή του το 1939 από τον διοικητή Πρωτευούσης Κώστα Κοτζιά.


Χριστιανός Χάνσεν: λόγω της κριτικής που ασκήθηκε, σταμάτησαν οι εργασίες του θεάτρου στην πλατεία Κλαυθμώνος. Τον κίνδυνο αφανισμού του έθνους έβλεπε ο στρατηγός Μακρυγιάννης (δεξιά) στον εκμαυλισμό του αρσενικού πληθυσμού από τις παραστάσεις όπερας. 

Κίνδυνος για το έθνος

Η πολεμική που αναπτύχθηκε υπήρξε τρομακτική. Στις 14 Αυγούστου 1840 ο στρατηγός Μακρυγιάννης προβλέπει τον αφανισμό του έθνους από την εισαγωγή νέων ηθών, καθώς τα παιδιά αντί να παρακολουθούν τα μαθήματά τους τρέχουν στο θέατρο να παρακολουθήσουν την περίφημη πριμαντόνα Ρίτα Μπάσο. Στη «Ιστορία της Νεοελληνικής Μουσικής» ο Θεόδωρος Συναδινός σημειώνει ότι λίγο έλειψε η παρουσία της Μπάσο να γίνει αφορμή να μεταφερθεί το Γυμνάσιο της πόλης από την Αθήνα στην Αίγινα.

Οταν ο Σανσόνι ζήτησε δάνειο από την κυβέρνηση για τη συντήρηση του θεάτρου, ξέσπασε θύελλα: «Ας συλλογιστεί καλά ο υπουργός τι θα πει η Ευρώπη, μαθαίνοντας ότι τη στιγμή που τείνουμε χείρα επαίτη, σπαταλούμε για τη συντήρηση θεάτρου 30.000 δραχμές», έγραφαν οι εφημερίδες. Ετσι, το 1844 το θέατρο βγήκε σε αναγκαστικό πλειστηριασμό. Πλειοδότησε ο Ιωάννης Μπούκουρας, Ελληνας από την Ισπανία, ο οποίος επέστρεψε στην Αθήνα μετά την εγκατάσταση του Οθωνα. Αυτονόητα, το θέατρο πήρε το όνομά του.

Στο μεταξύ, το 1840, ως απάντηση στο «ξενόφερτο» μελόδραμα, είχε δημιουργηθεί ο πρώτος ελληνικός θεατρικός θίασος πρόζας από τον Αριστία, τον πρώτο επαγγελματία ηθοποιό.

Επιχειρώντας να στήσει ένα χάρτη της πολιτισμικής αστικοποίησης για την περίοδο από το 1789 έως το 1914 στην Ευρώπη, ο Βρετανός μαρξιστής ιστορικός Ερικ Χόμπσμπαουμ στηρίζεται στη διάδοση της όπερας, κρίνοντας ότι αυτός ο θεσμός κατ’ εξοχήν εξέφραζε την ισχύ και την ωρίμανση της αστικής τάξης, όπως αυτή προέκυψε από τη Γαλλική Επανάσταση. Στην Αθήνα, τέτοιο κτίριο δεν χτίστηκε ποτέ με κρατικά χρήματα, αντανακλώντας εκτός άλλων την απουσία αποτύπωσης στο δομημένο αστικό περιβάλλον της κοινωνικής ομάδας η οποία, πέρα από τις αυστηρά πολιτικές ή ταξικές επιλογές, θα πρόβαινε στη συγκεκριμένη αισθητική και ιδεολογική επιλογή. Η πρωτεύουσα, η χώρα, απέκτησε κτίριο λυρικού θεάτρου το 2017.

Με τον ίδιο τρόπο που κατά τον 19ο αιώνα απέκτησε πλήθος άλλων δημόσιων κτιρίων: τη Βαλλιάνειο Βιβλιοθήκη, τη Σιναία Ακαδημία, το Βαρβάκειο αρρεναγωγείο, το Τοσίτσειο (Μετσόβιο) Πολυτεχνείο, το Αβερώφειο Στάδιο, το Αρσάκειο, το Ζάππειο, τη Ριζάρειο Θεολογική Σχολή κ.ά. Σήμερα το ΚΠΙΣΝ.

Πηγή: kathimerini.gr