Στις «επετειακές» δηλώσεις για τον έναν χρόνο από την τυπική ολοκλήρωση των μνημονίων και της «εποπτείας», που συνεχίζονται όμως κανονικά στην πλάτη του λαού, αξιωματούχοι της Κομισιόν «ενθαρρύνουν» τη νέα κυβέρνηση να αξιοποιήσει το μνημονιακό «κεκτημένο» για να κλιμακώσει την αντιλαϊκή επίθεση.

Παράλληλα, αποδίδουν τα εύσημα στον ΣΥΡΙΖΑ, που στη δική του κυβερνητική θητεία «έτρεξε» με συνέπεια την ατζέντα με τα μέτρα στήριξης των επιχειρηματικών ομίλων, «βγάζοντας λάδι» όλες τις προηγούμενες «μνημονιακές» κυβερνήσεις, πριν παραδώσει τη σκυτάλη στην επόμενη.

Ωστόσο, δεν είναι τυχαία η προσοχή που δίνει η Κομισιόν στην επιτάχυνση των μέτρων για τα «κόκκινα» δάνεια, λίγες μέρες πριν από την επανέναρξη των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών στις αρχές Σεπτέμβρη και ενώ κυβέρνηση, τράπεζες και επιχειρηματικοί όμιλοι προετοιμάζουν νέο «στενό μαρκάρισμα» σε χιλιάδες λαϊκά νοικοκυριά, που δυσκολεύονται να πληρώσουν τα χρέη τους και κινδυνεύουν να χάσουν το σπίτι τους.

Η ΝΔ παρέλαβε έτοιμο το αντιλαϊκό θεσμικό πλαίσιο, στις ράγες του οποίου τροχοδρομεί τώρα τον επόμενο γύρο των εκβιασμών και της επίθεσης στη λαϊκή κατοικία.

Ο στόχος τους είναι καθαρός: Να απαλλάξουν τις τράπεζες από το βαρίδι των «κόκκινων» δανείων, για να ανταποκριθούν στο ρόλο τους και να στηρίξουν το στόχο της ανάπτυξης, με τη χρηματοδότηση επενδύσεων και επιχειρηματικών ομίλων.

Βιάζονται μάλιστα να φέρουν το τραπεζικό σύστημα σε μια καλύτερη κατάσταση, επειδή προβλέπουν νέα ζόρια στην οικονομία, σε συνάρτηση με τις εξελίξεις στην ΕΕ και παγκόσμια.

Γι’ αυτό η ΝΔ «τρέχει» τον ψηφισμένο νόμο για την αυστηροποίηση των προϋποθέσεων ένταξης ακόμα και σε αυτό το υποτυπώδες καθεστώς προστασίας που απέμεινε για την α’ κατοικία.

Γι’ αυτό οι τράπεζες ετοιμάζονται να περάσουν από νέα κρησάρα όλους όσοι τα προηγούμενα χρόνια εντάχθηκαν στον λεγόμενο «νόμο Κατσέλη», για να κερδίσουν χρόνο, στην προσπάθεια να σώσουν το κεραμίδι τους.

Κι όλα αυτά στο όνομα της αντιμετώπισης των «στρατηγικών κακοπληρωτών», που χρησιμοποιούνται ως πρόσχημα για να «σπάσει» και το τελευταίο νομικό ανάχωμα πριν τους πλειστηριασμούς.

Η διαδικασία αυτή «ακουμπάει» χιλιάδες εργατικές – λαϊκές οικογένειες, που τα σπίτια τους θα βρεθούν στη «γραμμή πυρός» των τραπεζών τους επόμενους μήνες και οι ίδιες στο επίκεντρο νέων εκβιασμών για να πληρώσουν απ’ αυτά που δεν έχουν, αλλιώς θα χάσουν το σπίτι τους.

Κι επειδή προβλέπουν πως η αγανάκτηση και οι αντιδράσεις θα μεγαλώσουν, εντείνουν παράλληλα την καταστολή.

Γι’ αυτό η κυβέρνηση ετοιμάζεται με την επικείμενη αλλαγή του Ποινικού Κώδικα να κάνει ακόμα αυστηρότερη τη νομοθεσία που της παρέδωσε ο ΣΥΡΙΖΑ για την ποινική δίωξη όσων συμμετέχουν σε κινητοποιήσεις υπεράσπισης της λαϊκής κατοικίας.

Το παράδειγμα της διαχείρισης των «κόκκινων» δανείων είναι αποκαλυπτικό για τη συνέχιση της ίδιας αντιλαϊκής πολιτικής, με την επόμενη κυβέρνηση να εφαρμόζει και να συμπληρώνει το αντιδραστικό πλαίσιο της προηγούμενης.

Το κάνουν μάλιστα με τα ίδια ακριβώς επιχειρήματα, ότι αυτό που πρωτεύει είναι η σταθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος για τη στήριξη της ανάπτυξης.

Αυτούς τους στόχους, που καμιά σχέση δεν έχουν με τα συμφέροντά του, ο λαός τους πλήρωσε ακριβά με τις ανακεφαλαιοποιήσεις και το PSI, ενώ τώρα βρίσκεται αντιμέτωπος με μαζικούς πλειστηριασμούς κατοικιών, αν δεν πάει στον γκισέ της τράπεζας για να καταθέσει και την τελευταία του δεκάρα.

Επιβεβαιώνεται δηλαδή ότι η «σωτηρία» των τραπεζών προϋποθέτει να πτωχεύσει ο ίδιος και επομένως η ανάπτυξη για τα κέρδη είναι «κίνδυνος – θάνατος» για τις λαϊκές ανάγκες.

Αυτό που επείγει τώρα, είναι να προετοιμαστούν τα συνδικάτα, οι εργαζόμενοι, οι Λαϊκές Επιτροπές και οι άλλοι φορείς του κινήματος για μαχητική υπεράσπιση της λαϊκής κατοικίας.

Το «κανένα σπίτι στα χέρια τραπεζίτη» να αποτελέσει σύνθημα κλιμάκωσης της πάλης ενάντια στην άθλια πολιτική των εκβιασμών και των πλειστηριασμών για τη θωράκιση των επιχειρηματικών ομίλων. Να σημάνει αντεπίθεση, που θα ανοίξει το δρόμο για την ικανοποίηση των σύγχρονων αναγκών της εργατικής – λαϊκής οικογένειας.

  • Το άρθρο αναδημοσιεύεται από τη στήλη «Η Αποψή μας», του «Ριζοσπάστη» της Πέμπτης 22 Αυγούστου.