DAVID FOSTER WALLACE
Ο χλομός βασιλιάς
μτφρ. Γιώργος Κυριαζής
εκδ. Κέδρος, 2018, σελ. 600

Οποιος έχει στοιχειώδη εμπειρία από τα έργα του Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας θα έχει ήδη συνειδητοποιήσει ότι δεν χαρακτηρίζονται ακριβώς από γραμμικότητα και ευσύνοπτη τάξη. Το πρώτο του μυθιστόρημα, «Η σκούπα και το σύστημα», τελειώνει στη μέση μιας πρότασης. Το δεύτερο, το ακόμη αμετάφραστο στα ελληνικά «Infinite Jest», συνιστά άσκηση υπομονής και ανοχής, και η αλήθεια είναι ότι αφήνει αρκετά νήματα σκέψης στον αέρα. O,τι κι αν πούμε όμως, ένα είναι σίγουρο: τα μυθιστορήματα αυτά είναι ολοκληρωμένα. Ο συγγραφέας δηλαδή, τεχνηέντως, τους έχει προσδώσει τη μορφή που έχουμε εμείς στα χέρια μας. «Ο χλομός βασιλιάς» –στην εξαιρετική μετάφραση του Γιώργου Κυριαζή– όμως είναι ένα ημιτελές έργο. Και ως τέτοιο δεν θα μπορούσε ποτέ να αντιμετωπιστεί ως ολοκληρωμένο μυθιστόρημα. Κάτι τέτοιο θα ήταν άδικο τόσο απέναντι στο ημιτελές όσο και απέναντι στα άλλα δύο που είχαν την τύχη να πάρουν την έγκριση του δημιουργού τους. Με αυτά κατά νου λοιπόν, θα διατυπώσω μερικές σκέψεις για να επισημάνω ότι αυτό το «ημιτελές» του «Χλομού βασιλιά» έχει, τελικά, για εμάς τους αναγνώστες, πέρα από τις προφανείς αρνητικές, και απρόσμενες θετικές συνέπειες.

Γνωρίζοντας ότι ένα βιβλίο δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, απελευθερώνεσαι αμέσως από το βάρος της καθολικής κατανόησής του. Η ερώτηση «τι θέλει να πει ο συγγραφέας;» καθίσταται αδόκιμη, χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει ότι δεν συνεχίζουμε να την απευθύνουμε στον εαυτό μας. Αλλά την απευθύνουμε έχοντας επίγνωση πια ότι η ερώτηση έχει χάσει κάτι από τη βαρύτητά της. Ετσι, όπως στεκόμαστε απέναντι σε ένα μυθιστόρημα που έχει σε μεγάλο βαθμό συναρμολογηθεί από τον επιμελητή Μάικλ Πιτς, είμαστε ελεύθεροι να απολαύσουμε την πρόζα του Γουάλας σε όλο της το μεγαλείο. Το βιβλίο, που μπορεί να διαβαστεί ως συλλογή διηγημάτων που μοιράζονται κοινή θεματολογία και νοηματικό ορίζοντα, περιέχει εξαιρετικά κείμενα (όπως τα κεφάλαια 6, 22, και 46) που από μόνα τους φέρουν τη σφραγίδα της μεγάλης λογοτεχνίας. Επιμένω όμως ότι η απαγκίστρωση από την «καταδυνάστευση» επιβολής καθολικού νοήματος είναι αυτή που επιτρέπει στο κείμενο να πάλλεται με ζηλευτή ζωντάνια. Ζωντάνια που δεν είναι άλλη από μια φλεγόμενη από ζωή πραγματικότητα, που ενδημεί σταθερά μέσα σε αυτό το τώρα του κειμένου.

Στη γραφή του Γουάλας –αυτή την ακόρεστα διακλαδιζόμενη ψηλάφηση του χωροχρονικού γίγνεσθαι– βρίσκονται εγκιβωτισμένες η χάρη και η περιεκτικότητα του νοήματος όλων αυτών των θραυσμάτων που έφτασαν στα χέρια μας. «Φαίνεται ότι η ευτυχία –η δευτερόλεπτο με το δευτερόλεπτο χαρά συν ευγνωμοσύνη προς το δώρο του να είσαι ζωντανός, να έχεις συνείδηση– βρίσκεται στην άλλη πλευρά της συντριπτικής, εξοντωτικής πλήξης» (σ. 595), θα μας πει ο συγγραφέας σε μία από τις σημειώσεις του που βρίσκονται συνημμένες στο τέλος του βιβλίου. Το μυθιστόρημα, υποστηρίζω, πραγματώνεται «δευτερόλεπτο με δευτερόλεπτο» του χρόνου που του αφιερώνουμε. Αν το κείμενο επαναλαμβάνει κάποια σημεία ή, εντρυφεί με εμμονή στα λογιστικά της φορολογικής υπηρεσίας για να γίνει σκόπιμα βαρετό, αποτυγχάνει οικτρά γιατί μας σπρώχνει διαρκώς στην αναζήτηση εκείνων των βαθύτερων κινήτρων του συγγραφέα πίσω από αυτές του τις πράξεις.


Το βιβλίο μπορεί να διαβαστεί ως συλλογή διηγημάτων που μοιράζονται κοινή θεματολογία και νοηματικό ορίζοντα.

Η φόρμα του βαρετού

Είναι άραγε η απλοϊκή εμμονή του να καταστεί κατανοητός ή, η απόπειρά του να προσδώσει στο κείμενο εκείνα τα στοιχεία της φόρμας τού βαρετού που διακαώς επιθυμεί να εξερευνήσει; Η απάντηση, όταν η ερώτηση στρέφεται προς έναν συγγραφέα του διαμετρήματος του Γουάλας, είναι εύκολη. Ο συγγραφέας επιθυμεί να εξερευνήσει τη φόρμα του βαρετού για να δείξει γιατί «[…] το δώρο του να είσαι ζωντανός, να έχεις συνείδηση – βρίσκεται στην άλλη πλευρά της συντριπτικής, εξοντωτικής πλήξης». Το τελικό προϊόν, πιθανότατα, αν ο Γουάλας είχε ζήσει για να ολοκληρώσει το μυθιστόρημα, θα ήταν φόρμα όχι απλώς ως μορφολογική απεικόνιση του περιεχομένου αλλά φόρμα ως αυτό καθαυτό το έργο.

Θα σας κουράσω με μια εικασία: το βιβλίο στην παρούσα μορφή του συνιστά ιδανική εισαγωγή στον τρόπο σκέψης του Γουάλας για τον πολύ απλό λόγο ότι δεν συνιστά αυθεντική σκέψη του. Δεν είναι το ολοκληρωμένο, στιλβωμένο προϊόν που ο συγγραφέας στην αναμενόμενη προσπάθειά του να ξεπεράσει τον πρότερο καλλιτεχνικό εαυτό του θα του προσέδιδε, ίσως, χαρακτήρα πιο ελλειπτικό και δύσβατο (ο ίδιος ο Γουάλας, για παράδειγμα, είναι και δεν είναι παρών ως ήρωας στο ίδιο το μυθιστόρημα). «Ο χλομός βασιλιάς» δεν είναι το βιβλίο που ζητάει την υπέρβαση από τον αναγνώστη για να το προσεγγίσει. Είναι βιβλίο ανοιχτό και προσβάσιμο γιατί ο δημιουργός του δεν πρόλαβε να του προσδώσει τη στόφα που θα συνιστούσε απόπειρα υπερπήδησης του υπόλοιπου Γουαλας-ικού ορίζοντα. Ο συγγραφέας, δηλαδή, δεν πρόλαβε να αποπειραθεί να ξεπεράσει αξιακά τα άλλα δύο μυθιστορήματά του που προηγήθηκαν.

Διαβάζοντας, σε πολλά σημεία, απόρησα με την ευθύτητα και τη διαύγεια των συλλογισμών που έτειναν προς το κυρίαρχο νόημα. Απόρησα, μόνο και μόνο για να υπενθυμίσω στον εαυτό μου ότι αυτό που κρατάμε στα χέρια μας είναι η διαδρομή προς το τελικό στυλ Γουάλας. Αυτό που κρατάμε στα χέρια μας είναι, αν θέλετε, το ισοδύναμο αυτών των κομματιών που ο μπορχικός Πιερ Μενάρ κατέστρεψε πριν μας δώσει τον δικό του Δον Κιχώτη, που είναι βέβαια πανομοιότυπος με τον Δον Κιχώτη του Θερβάντες. Και αυτό συνιστά ένα σπάνιο δώρο για τον λάτρη της λογοτεχνίας, γιατί προσφέρει μια λαθραία, ηδονοθηρική ματιά σε κάτι που δεν θα δικαιούμασταν ποτέ να διαβάσουμε αν ο Γουάλας είχε ζήσει για να ολοκληρώσει το έργο του.

«Καθρέφτης της ζωής»

Υπάρχει μέσα στο βιβλίο ένα απόσπασμα όπου ένας χαρακτήρας αναφέρει την επιθυμία του να συγγράψει ένα θεατρικό έργο: «Θα ήταν ένα εντελώς αληθινό έργο, καθρέφτης της ζωής. Θα ήταν αδύνατον να ανέβει σε σκηνή, αυτό θα ήταν το βασικό χαρακτηριστικό του», γράφει ο Γουάλας. Και το έργο είναι ένας άνθρωπος που κάθεται σε ένα γραφείο και εξετάζει έντυπα της φορολογικής υπηρεσίας μέχρι που το κοινό σιγά σιγά βαριέται και αποχωρεί από το θέατρο. «Μετά, αφού έχει φύγει όλο το κοινό, μπορεί να ξεκινήσει η πραγματική δράση του έργου. […] Μόνο που δεν κατάφερα ποτέ να αποφασίσω ποια ακριβώς θα ήταν η δράση, αν υπήρχε δράση, εφόσον θα επρόκειτο για ρεαλιστικό έργο» (σ. 129), γράφει ο Γουάλας. Το κοινό στη δική μας ζωή –είτε το συνειδητοποιούμε είτε όχι– είμαστε κυρίως εμείς. Οταν λοιπόν ο Γουάλας αποχώρησε, έδωσε το έναυσμα για να ξεκινήσει η δράση στο συγκεκριμένο έργο του. Μόνο που αυτή η δράση, δυστυχώς, είναι πια μόνο για εμάς. Εκείνος παραμένει αενάως εγκλωβισμένος στην αποφασιστικότητα της αποχώρησής του και εγκιβωτισμένος στην αναποφασιστικότητα αυτού του τόσο ρεαλιστικού έργου του.

Πηγή: kathimerini.gr