Ο Βαγγέλης Μπάκας μιλά στον Γιώργο Διαμάντη

Εγώ, ο συγγραφέας Ευάγγελος Μπάκας του Βασιλείου και της Μαρίνας, δεν διαφέρω και πολύ από τους Διόσκουρους. Εκείνοι ήταν ετερήμεροι, εγώ ετερόχνονος… Και εξηγούμαι:

Στις 6-7-46, λίγους μήνες μετά την έναρξη του εμφυλίου πολέμου, ο πατέρας μου θέριζε ένα σιτοχώραφο, στην περιοχή Σταυρός του χωριού Μεγάλου Σειρηνίου Γρεβενών, και περίμενε με αγωνία να του πάει η σύζυγός του Μαρίνα φαγητό, νερό, και να τον βοηθήσει βγάζοντας κάποιον όργο. Ξαφνικά βλέπει τη δεκατριάχρονη κόρη του Θεοδώρα και της λέει:

«Θεοδωρούλα! Γιατί δεν ήρθε η μάνα σου;».

«Γέννησε μπαμπά!».

«Τι έκανε;».

«Παιδί!…»

Είχε γεννήσει εμένα. Το όγδοο από τα δέκα παιδιά της. Σήμερα βρισκόμαστε εν ζωή εγώ και οι δυο αδερφές μου. Η Θεοδώρα και η Καλυψώ.

«Άσε τα πράγματα στον ίσκιο του δένδρου και τράβα να τη βοηθήσεις, αφού δεν ήρθε να με βοηθήσει η μάνα σου!».

Το απόγευμα ο πατέρας πήγε να με γράψει στο δημοτολόγιο του χωριού. Ο γραμματέας όμως τον έδιωξε λέγοντας:

«Βασίλη, φύγε και έλα άλλη μέρα. Σήμερα έχω φόρτο εργασίας…» (είχε γεννηθεί κι ένα άλλο παιδί…).

«Και πότε να έρθω;».

«Του χρόνου τέτοιον καιρό…».

Τελικά η ημερομηνία γέννησης είναι η ίδια, αλλά η χρονιά του 1947! Να γιατί είμαι ετερόχρονος… Απορίας άξιον φυσικά.

Τη δεκαετία του ‘60 αποφοίτησα από το δημοτικό σχολείο με άριστα και μετά το στρατιωτικό μπήκα στη ΔΕΗ από όπου είμαι συνταξιούχος. Έχω δυο παιδιά, ένα γιο και μια κόρη. Και δυο χαριτωμένα εγγονάκια, αγόρι και κοριτσάκι.

-Πότε αρχίσατε τη συγγραφική σας δραστηριότητα και με ποιο ερέθισμα;

-Προφορικά, από τα εννιά μου χρόνια. Γραπτά, από το 1980! Η έλλειψη αυτοπεποίθησης είναι πάρα πολύ κακός σύμβουλος για κάποιον επαρχιώτη. Ακόμα κι αν έχει αυτό το χάρισμα. Όταν όμως πείστηκα από  κάποιο συνάδελφό μου, να λάβω μέρος στον πρώτο πανελλήνιο διαγωνισμό διηγήματος και ποιήματος, το 1993,και βραβεύτηκα, το χάρισμα αυτό ενεργοποιήθηκε άρδην. Να τι είπα από μέσα μου: Άρα λοιπόν κάτι κάνω! Κι αυτό το κάτι, διαχρονικά, μετουσιώθηκε σε κάποιες εκατοντάδες άρθρα, δεκάδες διηγήματα και αρκετά μυθιστορήματα. Οκτώ μυθιστορήματά μου κυκλοφόρησαν και άλλα τόσα είναι ανέκδοτα.

-Τα κείμενά σας στο polispost είναι κατά βάση επικαιρικά ευθυμογραφήματα. Ποια η σχέση σας με το  συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος;

Επιθυμία μου είναι (εάν θέλετε δεχθείτε το και ως αυτοσκοπό) να συνδυάσω στα άρθρα μου το τερπνόν μετά του ωφελίμου. Κι αν ο αναγνώστης ολοκληρώνοντας την ανάγνωση αφήσει ένα επιφυλακτικό μειδίαμα, θα πει πως ο στόχος μου  επετεύχθη. Έχω δημοσιεύσει κατά το παρελθόν στις τοπικές εφημερίδες πάνω από χίλια άρθρα. Κι όταν οι αναγνώστες δηλώνανε πως απολαμβάνανε τα ευτράπελα γραφόμενά μου, συνέχιζα να γράφω για αρκετά χρόνια και ατελώς. Σήμερα εγκατέλειψα τον έντυπο τύπο και αρθρογραφώ στο polis post .

-Εκτός των ευθυμογραφημάτων, γράφετε μυθιστορήματα, διηγήματα και θεατρικά έργα. Μπορείτε να μας αναφέρετε τα μέχρι σήμερα εκδοθέντα έργα σας;

-Τα εκδοθέντα μυθιστορήματα είναι οκτώ. Οι τέσσερις τοίχοι (εκδόσεις Ισοκράτης 1994). Η λωρίδα της Γάζας (εκδόσεις Γερμανός 1996). Ο γόης του Μαραμπού (εκδόσεις Γερμανός 1997). Η κατολίσθηση (εκδόσεις Γερμανός 1997). Η μυρουδιά της βρομοξυλιάς (εκδόσεις Κάκτος 2002). Η ανίατη αγάπη (εκδόσεις Τσιαρτσιάνη 2008) Η μοναξιά (εκδόσεις Τσιαρτσιάνη 2005) Ο Ζαραλής (εκδόσεις Τσιαρτσιάνη 2009)

Όλα μου τα έργα είναι χαρισμένα και βρίσκονται στη δημόσια δημοτική βιβλιοθήκη Γρεβενών.

Κάποιες εκατοντάδες από τα άρθρα μου είναι, δυνάμει, διηγήματα.  Ενώ για τα δυο θεατρικά μου έργα «Το βαγόνι» με το «Το πράσινο μπουφάν» θα μπορούσαν να γίνουν διασκεδαστικές κινηματογραφικές ταινίες.

-Ποιες οι κύριες αφορμές για τη συγγραφική σας έμπνευση;

-Απαραίτητη προϋπόθεση για τη συγγραφή ενός πνευματικού έργου, καλά το είπατε, είναι η αφορμή. Μια λέξη, μια κουβέντα, ένα αφύσικο γεγονός, ένα φυσικό φαινόμενο κλπ είναι αρκετά να ενεργοποιήσουν τη συγκίνηση. Κι αφού ακολουθήσει η έμπνευση, συνεπικουρούμενη από τη φαντασία, κάτι καλό θα προκύψει  από το πουθενά! Προσωπικά πιστεύω πως η συγκίνηση αυτή ποικίλει από άνθρωπο σε άνθρωπο. Για κάτι από το οποίο βουρκώνω, ή και να κλαίω ακόμα, κάποιοι άλλοι ξεκαρδίζονται στα γέλια. Δεν είναι τυχαίο το επόμενο παράδειγμα:

Σε έναν αγώνα δρόμου τυφλών, τους οποίους οδηγούσαν στα κουλουάρ οι συνοδοί τους, δεμένοι χέρι χέρι, μόλις ο νικητής είχε πληροφορήθηκε την πρωτιά από το μεγάφωνο του σταδίου άρχισε να χοροπηδά τρελός από τη χαρά. Κάποιοι γελάσανε! Κάποιος όμως βούρκωσε!… Να η διαφορά. Να μην έγραφα κάτι γι αυτό!…

Η συγκίνηση όμως η οποία με κάνει να μην μπορώ να συγκρατήσω τα δάκρυα, μέχρι και σήμερα, αφορά την αποχώρηση της νύφης από το πατρικό της σπίτι με το τραγούδι-ελεγεία «Μια Παρασκευή…» κλπ. Το έθιμο  θέλει τη νύφη να πετάει ένα ποτήρι με κρασί, πίσω της, με τον εξής συμβολισμό: Όπως τρέχει το κρασί, τόσο γρήγορα να επιστρέψει και η ίδια στο πατρικός της για να δει τους γονείς με τα αδέρφια της κλπ.

Για τα συγκεκριμένα μυθιστορήματα τα οποία κυκλοφόρησαν κάποιες αφορμές ήταν τραγικές:

«Οι τέσσερις τοίχοι». Το έργο αυτό είχε ως αφορμή τον τραγικό θάνατο του φίλαθλου Μπλιώνα από κροτίδα στο γήπεδο της Λάρισας. Θύμα του ακραίου φανατισμού!… Υπάρχει ο αθλητικός φανατισμός, ο κομματικός φανατισμός, ο θρησκευτικός φανατισμός και χειρότερος από όλους, κλπ. Συμπέρασμα: Ο φανατισμός, προσωπικά,  είναι ο μεγαλύτερος εχθρός της λογικής.

«Η λωρίδα της Γάζας». Αφορά τις διακοπές του μέσου έλληνα ο οποίος, αφού ταλαιπωρηθεί σφόδρα σε μια στενή λωρίδα αμμουδιάς, και περάσει τα πάνδεινα, επιστρέφοντας καψαλισμένος από τον ήλιο διηγείται την κόλαση αυτή ως τις πιο ευτυχισμένες διακοπές σε κάποιο εξωτικό νησί… Κι όσο για το διάτρητο κορμί από τα κουνούπια, και τα ηλιακά εγκαύματα, θα κάνει τη σύζυγο να μην ξαναφορέσει εξώπλατο…

«Ο γόης του Μαραμπού». Πρόκειται για κάποιον μηχανικό ο οποίος παρουσιάστηκε ως ο Δον Ζουάν σε μια  μικρή επαρχιακή πόλη και τον παντρέψανε με μια χαρχάλω… Σιατιστινός ιδιωματισμός.

«Η κατολίσθηση». Αφορά τις κτηματικές και κληρονομικές διαφορές οι οποίες ταλανίζουν τις μικρές κοινωνίες της επαρχίας και κυρίως των χωριών. Ένα σοκάκι, μήκους μισού μέτρου, το οποίο χώριζε τα σπίτια των δυο αδερφών, έγινε αφορμή να τρέχουν μια ολόκληρη ζωή στα δικαστήρια. Πότε κερδίζοντας τη δίκη ο ένας και πότε ο άλλος. Και φυσικά τα παράβολα των δικηγόρων ήταν τα μόνα σταθερά. Ένας γέρος συμβούλεψε τα αδέρφια να τα βρουν, γιατί διαφορετικά το κρέας, το γάλα, το τυρί, ακόμα και το μαλλί θα τους τα τρώγανε οι δικηγόροι. Και πως από το κοπάδι θα τους έμενε μόνο η κοπριά. Και να η στιγμιαία συναινετική απάντηση από το μεγαλύτερο αδερφό:

«Ούτε η κοπριά μπάρμπα Ανδρέα. Σήμερα η δικηγορίνα μου ζήτησε και κοπριά για τα λουλούδια…».

«Όταν σου λέω εγώ!».

«Τι μου λες εσύ! Ή αυτός η εγώ! Θα τον τσακίσω! Έκανα έφεση και στην επόμενη δίκη θα μονομαχήσουν τα πορτοφόλια!…».

Να γιατί με την πρώτη φράση είμαι απόλυτος για το αδιέξοδο της δικαστικής αυτής διαμάχης. Τόσο πολύ, που επικαλούμαι τον ίδιο το Θεό να δώσει τη λύση γράφοντας:

«Μόνο ο Θεός θα μπορούσε να δώσει λύση στην οικοπεδική διαφορά που είχαν τα δυο αδέρφια. Κανένας μα κανένας άλλος…».

Τελικά δικαιώθηκα απόλυτα. Την άνοιξη, έπειτα από παρατεταμένη βροχόπτωση, θα γίνει κατολίσθηση. Κι αφού τα δυο παρεξηγημένα σπίτια… φύγουν λίγο πιο κάτω, κολλήσουν, και αδερφοποιηθούν αυτή τη φορά,  τη δίκη θα την κερδίσουν και τα δυο αδέρφια! Θα τη χάσουν όμως για πάντα οι δικηγόροι!

«Η μυρουδιά της βρομοξυλιάς». Πρόκειται για το έργο το οποίο παρουσίασα από την ΕΡΤ 3. Η μυρουδιά αυτή είναι η προσωποποίηση της δύναμης η οποία έλκει τον καθένα μας στη γενέτειρα γη. Φυσικά η θεματολογία του αναλίσκεται σε ένα τρυφερό, εξ απαλών ονύχων, ειδύλλιο: Εμού και της δασκαλοπούλας στην τελευταία τάξη του δημοτικού.

«Η ανίατη αγάπη».  Έχει να κάνει με ένα μεγάλο έρωτα ο οποίος θυσιάστηκε στο βωμό της αξιοπρέπειας.

«Η μοναξιά». Η αφορμή δόθηκε όταν αρκετοί υπέργηροι χωριανοί μου ζούσαν εντελώς μόνοι και κάποια από τα παιδιά τους, αν και ζούσαν λίγα χιλιόμετρα από το πατρικό τους σπίτι, δεν τους επισκεπτότανε ούτε κατά τις μεγάλες χριστιανικές γιορτές. Ευτυχώς… ήρθε το μνημόνιο για να τους θυμίσει πως η σύνταξη των γέρων, αν και είχε περικοπεί κι αυτή αρκετά, είχε ακόμα αρκετή αξία… Να τι άλλο είχε προηγηθεί. Ο σεισμός της 13-5-95! Το φοβερό αυτό φυσικό φαινόμενο το οποίο γκρέμισε λίγα σπίτια, αλλά έχτισε χιλιάδες. Κι όπως είναι φυσικό αρκετοί άσωτοι υιοί έσπευσαν να διεκδικήσουν με μανία τα δωρεάν σπίτια του ΤΑΣ!

«Ο Ζαραλής». Αφορά το πολυσέλιδο και κορυφαίο μου έργο. Σε κλασικές σελίδες ίσως ξεπερνά και τις χίλιες.

Να γιατί είπα πως η προφορική μου συγγραφή… ξεκίνησε από τα εννιά μου χρόνια. Ήταν η χρονιά κατά την ο ποία η μάνα μου θεώρησε πως εκτός από παραμύθια μπορούσα να ακούσω και κάποια φοβερά γεγονότα.

Κάθε φορά που οι γονείς μας επιμένανε να μαζευτούμε το βράδυ στο σπίτι για ύπνο, εμείς πάντα ζητούσαμε

 κάποια παράταση για παιχνίδι. Ακόμα και νηστικά. Κι αν το παρακάναμε τότε κάποια μάνα φώναζε:

«Ελάτε γρήγορα στο σπίτι γιατί έρχεται ο Τόμος» (Χαϊδευτικό του Θωμά)

«Τι έκανε αυτός ο Τόμος βρε μάνα και μας τρομοκρατείτε τόσο;».

«Όταν θα τρανέψεις θα σου το πω».

Στα εννιά μου χρόνια θεώρησε πως είχα μεγαλώσει και μου είπε για το στυγερότερο έγκλημα το οποίο είχε διαπράξει αυτός ο χωριανός μου. Όντας αντάρτης και ενώ φύλαγε τους πέντε συντρόφους του για να κοιμηθούν, μια κοπέλα και τέσσερα παλικάρια, έκανε ένα ντιλ. Τους σκότωσε, πήρε τα κεφάλια τους και τα παρέδωσε στις αρχές των Γρεβενών. Κι εκείνοι για αμοιβή του δώσανε ένα διαβατήριο και έφυγε στο Βέλγιο.

Το έγκλημα αυτό έγινε αφορμή, καθώς μεγάλωνα, να μεγαλώνει και το προφορικό μου έργο. Κι όταν άρχισε να με κουράζει ο όγκος των στοιχείων που είχα συγκεντρώσει στο μυαλό μου, αποφάσισα να πιάσω μολύβι και χαρτί. Ήταν το 1980. Το πολυσέλιδο αυτό χειρόγραφο βρίσκεται στη δημοτική βιβλιοθήκη. Φυσικά η έκδοσή του καθυστέρησε αρκετά γιατί έπρεπε να φύγει από τη ζωή ο δράστης του στυγερού εγκλήματος για ευνόητους λόγος. «Ο Ζαραλής» κυκλοφόρησε το 2009. Λίγο πριν από την κρίση. Αιτία της καθυστέρησης της συγγραφής ήταν, όπως προανέφερα, η έλλειψη αυτοπεποίθησης. Εγώ θα γίνω συγγραφέας!!!… Ποιος;

Ποιοι παλιότεροι συγγραφείς καθόρισαν τη δική σας λογοτεχνική πορεία;

-Θα έλεγα ένας! Ο Χρήστος Μπάκας με το μυθιστόρημα: «Οι καμπάνες θα χτυπήσουν τρεις φορές». Το βιβλίο αυτό το είχε αγοράσει ο αγαπημένος μου αδερφός, ο Χρήστος Μπάκας, το 1961, από τη  Θεσσαλονίκη, όταν ήταν εκεί φοιτητής. Φυσικά ο λόγος της αγοράς ήταν η συνωνυμία. Ήταν το πρώτο μυθιστόρημα που είχα διαβάσει, με συγκλόνισε, και το έδινα με τη σειρά μου σε φίλους μέχρι που χάθηκε τελικά. Πόσο είχα ζηλέψει εκείνον το συγγραφέα! Πιο πολύ κι από τον Όμηρο. Φυσικά δεν είχε περάσει ποτέ από το μυαλό μου, ούτε κι   ως ευχή, να γίνω κι εγώ κάποια μέρα συγγραφέας! Ως εκεί! Με ποια προσόντα! Το λεξιλόγιό μου, από μια μάνα εντελώς αναλφάβητη, και με παραστάσεις ενός μικρού βουκόλου, ο οποίος είχε ξοδέψει τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια βοσκώντας ένα ζευγάρι βοδιών, μιας αγελάδας, κι ενός μοσχαριού, θα μου ήτανε πιο οικείο να γίνω πιλότος παρά συγγραφέας. Άλλωστε οι αιθέρες μού ήταν πιο οικείες. Έχω πέσει με αλεξίπτωτο δεκαεννιά φορές.

Το ανέκδοτο έργο μου

Αυτή τη στιγμή έχω έτοιμα προς έκδοση οκτώ έργα. Έξι μυθιστορήματα (το ένα εγκρίθηκε για έκδοση) και δυο θεατρικά. «Το βαγόνι» με «το Πράσινο μπουφάν».

Τελευταία, όπως και πολλοί άλλοι συγγραφείς, ασχολούμαι με το ιστορικό μυθιστόρημα. Ίσως γιατί θέλω να σώσω μερικά ακόμα στυγερά εγκλήματα τα οποία διαπράχθηκαν κατά το παρελθόν και τείνουν να ξεχαστούν εντελώς, είτε να συνεχίσουν ως μύθοι! Πόσοι γνωρίζουν πως από τους εκατό περίπου βαλαάδες του χωριού μου σφαγιάστηκαν οι μισοί σε κάποιο ρέμα, επειδή είχανε αλλαξοπιστήσει! Είχανε ασπασθεί το Ισλάμ! Άραγε το είχανε κάνει επειδή δεν συμφωνούσαν με τη χριστιανική θρησκείας ή από πίεση, εκβιασμό και βία!…

Τα ονόματα των σαράντα εφτά σφαγιασθέντων τα μνημονεύει ο γραμματέας του χωριού σε ένα πρόχειρο βιογραφικό σημείωμα που μας άφησε και τα μεταφέρω στο έργο μου με τίτλο: «Το τρένο του τρόμου».

Δυστυχώς, κάθε γέρος ο οποίος φεύγει από τη ζωή ίσως παίρνει μαζί του και κάποιο ανεκτίμητο μυστικό. Να γιατί επιμένω πως ακόμα και ένα φτηνό παραμύθι να γράψει κάποιος δεν θα κάνει κανένα κακό. Μέσα όμως από το παραμύθι αυτό ίσως σωθεί μια ακριβή αλήθεια.