Του Βαγγέλη Μπάκα       

           

Τα τελευταία γεγονότα, με τις μαζικές διαδηλώσεις κατά της κατάργησης του ασύλου είχανε κοστίσει πολύ αίμα ανάμεσα σε διαδηλωτές και αστυνομικούς. Κι όσο για τις υλικές ζημιές, ήταν κι αυτές ανυπολόγιστες. Τα λεηλατημένα καταστήματα με τα καμένα αυτοκίνητα και τους κάδους των σκουπιδιών καπνίζανε ακόμα.

Η ζημιά όμως η οποία είναι μεγαλύτερη από όλες τις άλλες αφορά τη δική μας περιουσία! Και έχει λογικό έρεισμα αυτή η άποψη. Μπορεί η μερσεντές να είναι πολύ πιο ακριβή από ένα παπάκι, αλλά ο πλούσιος την επομένη θα πάρει μια άλλη. Ίσως να έχει δεύτερο και τρίτο αμάξι. Ο φτωχός όμως υπάρχει περίπτωση να μην μπορέσει να πάρει ούτε ποδήλατο.

Το κατάστημα της Υακίνθης στην οδό Τσιμισκή  είχε υποστεί κι αυτό αρκετές ζημιές. Ο πατέρας της, Βασίλης Φαρμάκης, αν και ήταν αρχιφύλακας των ΜΑΤ, δεν μπόρεσε να το προστατέψει. Τον είχανε στείλει στην Εγνατία.

Το επόμενο βράδυ και την ώρα της ομιλίας του Πρωθυπουργού στο Βελίδειο συνεδριακό κέντρο οι κινητοποιήσεις θα παίρνανε χαρακτήρα ακήρυχτου πολέμου. Οι δημοσιογράφοι μάλιστα είχαν φροντίσει να φορτίσουν το κλίμα τόσο πολύ, λες κι ήταν τελικός κυπέλλου μεταξύ Ολυμπιακού – ΠΑΟΚ. Να και οι απειλές εκατέρωθεν:

«Το βράδυ θα πεθάνουν οι μπάτσοι» φώναζε από τον τηλεβόα ο αναρχικός Τσε Γκεβάρα.

«Το βράδυ θα πεθάνουν όλα τα κομούνια!…» δήλωνε όπου στεκότανε κι όπου βρισκότανε ο αρχιφύλακας των ΜΑΤ Βασίλης Φαρμάκης.

Το απόγευμα της επόμενης μέρας όλα θύμιζαν την άπνοια με τη σιωπή η οποία προηγείται μιας φοβερής καταιγίδας.

Η πορεία των φοιτητών ήταν προδιαγεγραμμένη παρά την απαγόρευση.

Η αντιπορεία… των προβοκατόρων σε θέση μάχης.

Η διαδήλωση των αντιεξουσιαστών, αναρχικών, κουκουλοφόρων, μέλη του ΠΑΜΕ, εμπόρων ναρκωτικών, εμπόρων λαθραίων τσιγάρων κλπ ετοιμοπόλεμοι. Οι τελευταίοι θυμίζανε γάλλους μισθοφόρους από τις αφρικανικές αποικίες αφού οι πιο πολλοί ήτανε μαύροι και μελαμψοί. Οι υπόλοιποι ήταν αλβανοί, πακιστανοί, Σύριοι και Αφγανοί και μερικοί αυτόχθονες νοικοκυραίοι…

Οι ομάδες κρούσης, ΜΑΤ, ΕΚΑΜ κλπ, χτυπώντας τις ασπίδες με τα γκλόπς,  παρέπεμπαν σε τύμπανα ινδιάνων. Και ανάμεσά τους οι φουσκωτοί, απροσδιόριστης κομματικής ταυτότητας.

Ρόπαλα πέτρες και καδρόνια, εναντίον γκλόπς, χημικών και χειροβομβίδων κρότου λάμψης. Οι ινδιάνοι με τα τόξα, τις σφενδόνες και τις πέτρες… εναντίον του στρατού με τα σύγχρονα όπλα.

Και να η αφορμή της ρήξης στην οδό Αγγελάκη!

Κάποιος κουκουλοφόρος, πήγε και κλότσησε από πίσω έναν αστυνομικό την ώρα που έδενε τα κορδόνια του. Σαν να χτύπησε ελάφι την ώρα που έπινε νερό. Τον βρήκε στ’ αχαμνά και σφάδαζε καταγής από τον πόνο. Το πισώκωλο… αυτό χτύπημα ήταν φάουλ για κόκκινη κάρτα. Κι ακόμα πιο σκληρό, αφού για φερ πλαίυ του έδωσε και δεύτερη κλοτσιά στο πρόσωπο. Κάτι σαν χαριστική βολή!

Αυτό ήταν το εναρκτήριο λάκτισμα… κι ακολούθησαν αστραπές και βροντές!

Πέτρες, κράνη, ασπίδες, ρουκέτες, βόμβες μολότοφ, χειροβομβίδες κρότου λάμψης, χημικά, νερό αντλιών της πυροσβεστικής κλπ, ενεργοποιήθηκαν αυτόματα και σε λίγο το σκηνικό θύμιζε τα ‘‘κατά την πειρατείαν!…’’ Η άσφαλτος βάφηκε κόκκινη. Έγινε καμβάς έργων αφηρημένης τέχνης. Παντού μονόχρωμες μπάρες σε κόκκινο χρώμα. Κι όταν έριχνε η πυροσβεστική κάπου κάπου νερό με τη μάνικα, τότε το έργο έβγαινε σε υδρόχρωμα…

Ο αστυνομικός, ο οποίος είχε φάει την κλοτσιά στ’ αχαμνά, μεταφερότανε στο νοσοκομείο. Μόλις όμως συνήλθε κάπως, και κατέβηκε από το ασθενοφόρο, μπήκε  πάλι στον αγώνα, όπως οι ποδοσφαιριστές όταν δε επιθυμούν να αντικατασταθούν.

Το κωλοπαίδι που τον χτύπησε φορούσε κόκκινα παπούτσια. Κομουνιστικά. Έτσι του είπαν οι συνάδελφοί του. Τότε ο αρχιφύλακας των ΜΑΤ, που δεν ήταν άλλος από το Βασίλη Φαρμάκη, πήρε θέση φουνταριστού. Φόρεσε την κουκούλα κάτω από το κράνος και έκανε την επίθεση με άλλους πέντε συναδέλφους του. Οι αναρχικοί υποχώρησαν κι ο πρώτος έγινε έσχατος. Ποιος ήταν ο έσχατος!… Ο τύπος με τα κόκκινα παπούτσια!…

Ο αρχιφύλακας του κατάφερε με το γκλοπς μια γερή στο κεφάλι κι έπεσε κάτω ξερός. Και σαν να μην έφτανε αυτό του έδωσε και τη χαριστική βολή. Τον ποδοπάτησε στην καρωτίδα και στο πρόσωπο με τις αρβύλες. Ενώ για να πάρει την   απόλυτη ρεβάνς του έδωσε και μια κλοτσιά στ’ αχαμνά.

«Τι κάνεις Μπιλ!!! Θα τον σκοτώσεις!…» του είπε κάποιος συνάδελφός του.

«Για να μάθει άλλη φορά το κωλοπαίδι, γαμώ τον πούστη τον πατέρα του που το έσπειρε, και την πουτάνα τη μάνα του που το πέταξε, πόσο πονάει η κλωτσιά στ’ αρχίδια!».

Νύχτωσε, κι ακόμα να πάει στο σπίτι του ο Τσε Γκεβάρα. Στο νοσοκομείο δεν τον αναζήτησε κανείς. Στο νεκροτομείο δεν επιτρεπότανε επισκέψεις δημοσιογράφων ούτε και πολιτών. Υπήρχαν αρκετές ακόμα εστίες ταραχών. Στις πρωινές εφημερίδες φωτογραφίζανε τον Τσε Γκεβάρα νεκρό!… Δεν τον αναγνώρισαν από την όψη, γιατί την είχε κάνει λιώμα η αρβύλα, αλλά από τα κόκκινα παπούτσια μάρκας Υακίνθη!…

Την επιβεβαίωση την έκανε η κυρία Υακίνθη. Αυτή τη μάρκα μόλις την είχε φέρει από την Ιταλία και πριν τη βάλει στη βιτρίνα θεώρησε γούρι να τη μοστράρει πρώτος ο αδερφός της ο Ανδρόνικος. Ποιος είναι ο Ανδρόνικος! Ποιος άλλος από τον  αναρχικό Τσε Γκεβάρα!… Το γιο του αρχιφύλακα των ΜΑΤ Βασίλη Φαρμάκη…

Κι όταν στο νεκροτομείο έγινε η επίσημη αναγνώριση, από τον πατροκτόνο αρχιφύλακα, δεν άντεξε για πολύ να βλέπει εκείνο το λιωμένο πρόσωπο του γιού του! Αυτό το οποίο είχε ποδοπατήσει με τόσο μίσος κάπου στην οδό Αγγελάκη! Για αρκετά μέτρα οι πατούσες του άφηναν το άλικο αίμα του Ανδρόνικου στην άσφαλτο!

Τράβηξε το πιστόλι! Κι ενώ όλοι στο νεκροτομείο σηκώσανε τα χέρια ψηλά, νομίζοντας πως τους απειλούσε με φόνο, έστρεψε το πιστόλι στον κρόταφό του και,  πριν πατήσει τη σκανδάλη, είπε συντετριμμένος:

«Μόλις με καταδίκασε ο αδερφός μου σε θάνατο! Κι επειδή έχει καταργηθεί η θανατική ποινή αναλαμβάνω και καθήκοντα δημίου… Μπαμ!».

Νεκρική σιγή. Τι πιο φυσικό σε νεκροτομείο. Μετά από αρκετά δευτερόλεπτα κατάφερε ο υπεύθυνος και ψέλλισε δυο κουβέντες:

«Ας είναι το τελευταίο θύμα…».

«Μη λες βλακείες… Πιάστε να τον βάλουμε κι αυτόν στο συρτάρι!…» είπε ο

είπε ο ιατροδικαστής

«Νεκροτομή;…».

«Δε χρειάζεται προς το παρόν… Τελειώσαμε!».