Του Βαγγέλη Μπάκα                              

 

«Τι τύχη κι αυτή η δική μας Θεούλη μου! Μας έκοψαν, μας κομμάτιασαν, μας λιάνισαν… Και τώρα, μας ρίξανε στο λέβητα για να γίνουμε χυλός…».

Αυτό ήταν το πικρό παράπονο ενός ακριβού ξύλου και το οποίο εξέφρασε σε κάποιον ομοιοπαθή συνάδελφό του μέσα από το λέβητα της  πολτοποίησης.

Να και ο διάλογος:

«Χαρτοπολτό το λένε αυτό που θα γίνουμε τώρα συνάδελφε… Κι όσο για τη νέα μας αξία θα είναι πανάκριβη. Άκουσα πως θα μας κάνουν χαρτονομίσματα. Τι να πουν μωρέ και οι κατώτερης ποιότητας συνάδελφοί μας οι οποίοι θα γίνουν χαρτί περιτυλίγματος, ή και χαρτί υγείας ακόμα!… Σκατά θα σκουπίζουν από δω και πέρα!  Και μη φανταστείς πως θα προλάβουν και δεύτερη ανακύκλωση! Ξέρεις που πάνε τα κωλόχαρτα…».

«Λες αυτή να είναι η κόλαση συνάδελφε!…».

«Κάνε υπομονή. Άκουσα πως εμάς θα μας κάνουν χρήματα. Τα αγαθά πόνοις… κτώνται!… Θα πάρουμε τεράστια αξία δηλαδή».

«Χίλιες φορές να γινόμουν ένα έπιπλο παρά χρήμα…».

«Πες πως θα γινόσουν καρέκλα! Για σκέψου να σε κάθεται ένας ψαλιδόκωλος καλαμαράς, σαν το Πάγκαλο, με τις ώρες, και να σε κλάνει κι από πάνω!… Ενώ εάν γίνεις, για παράδειγμα, ένα κολλαριστό χιλιάρικο όλοι θα σε σέβονται και θα σε βάζουν στην καλύτερη θέση μέσα στο πορτοφόλι. Κι όπως είναι φυσικό όλοι θα επιθυμούν, διακαώς, να σ’ αποκτήσουν».

«Ας γινόμουν έστω ένα αδράχτι, ένα σφοντύλι, ακόμα και ένα δεκανίκι…».

«Για να δέρνεις, μάγκα, ε!… Κι αν σε κάνανε οδοντογλυφίδα, δε μου λες, ποια θα ήταν η αξία σου; Όλη μέρα θα έκανες ανασκαφές σε κάποιο κούφιο δόντι και θα βρομοκοπούσες! Να μη σου πω και χαρτομάντιλο!… Ξέρεις!…».

«Είναι κι αυτό… Δεν το σκέφτηκα…».

«Υπομονή λοιπόν. Σε λίγο θα γίνεις ένα κολλαριστό χιλιάρικο και τότε θα με θυμηθείς».

Έτσι και έγινε. Μόλις το χιλιάρικο πήρε την τελική μορφή, παρφουμαρίστηκε μ’ εκείνο το χαρακτηριστικό άρωμα των χρημάτων, πήρε τον αριθμό κυκλοφορίας και ήταν έτοιμο για την πρώτη έξοδο. Μετά από τόση ταλαιπωρία ήταν φυσικό να βιάζεται, όπως κάνουν όλοι οι νεοσύλλεκτοι των σωμάτων ασφαλείας.

Έλα όμως που η έξοδος και η λευτεριά κράτησαν όσο χρειαζότανε για να πάει από το Χολαργό στη φυλακή υψίστης ασφαλείας! Δεμένο σφιχτά σε κάποια δεσμίδα, με ενενήντα εννιά άλλους συναδέλφους, τα πετάξανε μέσα σε ένα χρηματοκιβώτιο και δε βλέπανε ούτε τη μύτη τους.

«Υπομονή. Έλεγε το ένα στο άλλο. Δεν μπορεί! Κάποια στιγμή θα τελειώσουν τα χρήματα που υπάρχουν στα συρτάρια και θα μας βγάλουν από δω μέσα.

Την επόμενη εβδομάδα ήρθε επί τέλους η μεγάλη ώρα της αποφυλάκισης.

«Θέλω εκατό χιλιάδες σε χιλιάρικα…» είπε κάποιος πελάτης.

«Γιατί σε χιλιάρικα;» του είπε ο ταμίας της τράπεζας.

«Ωχ, βαλτός είναι τώρα κι ο ταμίας…» ψιθύρισε το πρώτο χιλιάρικο που ήταν πάνω-πάνω στη δεσμίδα και άκουσε καλά.

«Θέλω να πληρώσω τους εργάτες μου σήμερα, κι επειδή το μεροκάματο είναι ακριβώς χίλιες δραχμές με βολεύει».

Ο ταμίας άνοιξε το χρηματοκιβώτιο, πήρε τη δεσμίδα των εκατό χιλιάδων και την έδωσε στον εργολάβο.

Αρχές της δεκαετίας του ’80. Ποιος τη χάρη τους λοιπόν! Μόλις ο εργολάβος έκοψε τη δεσμίδα κι απελευθέρωσε όλα τα χιλιάρικα ξεκίνησε και η οδύσσεια του καθένα. Όλη τη μέρα ο εργολάβος πλήρωνε υποχρεώσεις. Κι όσο για το δικό μας χιλιάρικο κατέληξε σε κάποιο εργάτη.

Μόλις το πήρε ο καημένος περίμενε με τη σειρά του το πέρας της εργασίας. Κι όταν επί τέλους έφτασε, τράβηξε για το λαϊκό εστιατόριο και άρχισε την παραγγελιά:

«Μια κρέας με πατάτες, μια σαλάτα, μια φέτα και μια μπίρα παρακαλώ».

Πόση χαρά ένιωσε το χιλιάρικο όταν διαπίστωσε πως το τραπέζι αυτό το εγγυήθηκε η αφεντιά του! Η κοινωνική του προσφορά ξεκίνησε με τον καλύτερο τρόπο. Θα τάιζε το νηστικό και κουρασμένο εργάτη.

Ο εργάτης, αφού έφαγε και ήπιε του σκασμού, έδωσε το χιλιάρικο, πήρε τα ρέστα, και τράβηξε για ξεκούραση.

Ο εστιάτορας πήγε και έπαιξε προπό. Πόσα όνειρα έκανε εξαιτίας αυτού του χιλιάρικου! Φυσικά, μέχρι να βγουν τα αποτελέσματα. Όμως, κάτι ήταν κι αυτό. Το χιλιάρικο είχε μερτικό στα όνειρά του.

Ο προποτζής πήρε το χιλιάρικο και πήγε σε κάποιο πανηγύρι. Έφαγε, ήπιε, κι  αφού μερακλώθηκε και ήρθε στο κέφι σηκώθηκε να χορέψει. Το χιλιάρικο χόρευε κι αυτό μέσα στην τσέπη, αλλά πολύ θα το επιθυμούσε να έβλεπε τι γινόταν έξω. Όμως, καλύτερα να μην ερχότανε ποτέ εκείνη η στιγμή. Δεν πρόλαβε να δει το γύφτο και οι ψύλλοι άρχισαν να του γαργαλούν τ’ αφτιά.

«Έχει γούστο…» μονολόγησε, όση ώρα ήταν ακόμα στη χούφτα του προποτζή. Κι απ’ αυτό που φοβότανε δεν γλίτωσε.

Αφού το έφτυσε μερικές φορές, λες και ήταν γραμματόσημο, το κόλλησε στο μέτωπο του γύφτου. Κι εκείνος με σηκωμένο το κεφάλι, σαν τον Κουφοντίνα όταν παίρνει άδεια, προσπαθούσε να ισορροπήσει όπως ο ζογκλέρ τη μπάλα σε κάποιο τσίρκο.

Την επόμενη μέρα ο γύφτος πήγε στις πουτάνες. Κι αφού έκανε τη δουλειά του… πλήρωσε και τράβηξε για τη μόνιμη δουλειά.

Μόνο αυτό δεν είχε φαντασθεί το χιλιάρικο. Πως θα διανυκτέρευε στο συρτάρι της μαντάμ και μέχρι το πρωί θα βρομούσε υπερμαγκανάτ και φτηνή πούδρα!

Ο νταβατζής την άλλη μέρα το έδωσε στον περιπτερά για να πάρει προφυλακτικά. Το χιλιάρικο φυσικά θα προτιμούσε να αγοράσει γάλα για κάποιο άπορο παιδί, αλλά, άλλαι αι βουλαί ανθρώπων, άλλα ο Θεός κελεύει…

Ευτυχώς έγινε κι αυτό που τόσο πολύ ποθούσε. Ο περιπτεράς με το χιλιάρικο αυτό αγόρασε το συνολάκι της κόρης του και από τη χαρά της η καημένη δεν κοιμήθηκε. Περίμενε πώς και πώς να έρθει το Πάσχα για να το φορέσει και να κάνει τις φίλες της να σκάσουν.

Ο παλιός ιδιοκτήτης της μπουτίκ, και νέος του χιλιάρικου, είναι ο πρόεδρος της ποδοσφαιρικής ομάδας της περιοχής του και συμφώνησε να αγοράσει τον επόμενο αγώνα με χιλιάρικα, όπως και η μικρή το φουστανάκι. Ανάμεσα στη δεσμίδα αυτή ήταν και το δικό μας το χιλιάρικο. Για να γίνει η βρόμικη δουλειά έπρεπε να κοπούν όλα τα χιλιάρικα στη μέση και μετά το αίσιο αποτέλεσμα ο νικητής θα έδινε τα κομμένα χιλιάρικα στο δικαιούχο… Φυσικά εκείνος θα τα κολλούσε και θα γινότανε και πάλι νόμιμα. Και μέχρι να γίνει η συγκόλληση το κατακρεουργημένο χιλιάρικο τραγουδούσε σε κάποιο κρυφό συρτάρι «Μ’ έκοψαν, με χώρισαν στα δυο!».

«Το ούχου να είναι καλά, κι από χιλιάρικα…» είπε ο πρόεδρος (σιγά να μην τον πούμε και κύριο…)

Άλλη μια βρόμικη συναλλαγή, κατά την οποία ένιωσε άσχημα το χιλιάρικό μας, ήταν όταν το δώσανε για να αγοράσουν ναρκωτικά. «Πού είναι εκείνο το γάλα για τα άπορα παιδιά…» έλεγε και ξανάλεγε.

Στη χαρτοπαιχτική λέσχη τα ’παιξε, στην κυριολεξία, το κακόμοιρο χιλιάρικο. Ένιωσε να μηδενίζει η αντικειμενική και συμβολική του αξία. Ο χασούρης παίκτης το ακούμπησε στον άσο λέγοντας: «Μέσα κι αυτό το ανάπηρο ψωροχιλιάρικο και ταπί». Το έχασε, και πριν το σπρώξει μέσα το έφτυσε. Να μην αηδιάσει λοιπόν!

Σε ένα χωριό της Σιάτιστας κόντεψε να πάθει συγκοπή όταν είδε το νεόπλουτο γουναρά να ανάβει το τσιγάρο του με χιλιάρικο! Ευτυχώς ήταν κάποιος συνάδελφός του…

Την επομένη το πήγε κάποιος σε ένα γκαράζ για να κάνει τα φρένα. Δε φτάνει του το καταλάδωσε ο τεχνίτης, πιάνοντάς το με τα καταβρόμικα χέρια του, όταν λίγο αργότερα χρειάστηκε να το δώσει για ρέστα από πεντοχίλιαρο το έκανε μπιλιετάκι και το πέταξε στον πελάτη από μακριά. Τι… Θα περπατούσε δέκα ολόκληρα μέτρα…

Ανάμεσα στις λίγες χαρές που ένιωσε το άμοιρο χιλιάρικο κατά την κυκλοφορία του ήταν και η παρακάτω. Όταν έπεσε στα χέρια κάποιου συνταξιούχου. Ο καημένος, επειδή φοβήθηκε μην τυχόν δεν περνάει… το καθάρισε, το σιδέρωσε και το έβαλε στη ζελατίνα του πορτοφολιού όπου είχε και τα εγγονάκια του. Κι όταν την επομένη πήγε να πάρει φάρμακα, ακούει το φαρμακοποιό να του λέει: «Δυστυχώς, δεν περνάει αυτό το χιλιάρικό σας…».

Το πήγε στην τράπεζα και η οδύσσεια πήρε τέλος με το χειρότερο τρόπο.

«Απόσυρση…» άκουσε τον υπάλληλο να λέει και το καημένο νόμισε πως θα του κάνανε και κάποια τελετή αποχώρησης, από την ενεργό δράση, για τις υπηρεσίες που είχε προσφέρει. Κάτι ανάλογο με την αποχώρηση του Χατζηπαναγή!

Κι όταν άκουσε πως θα το καίγανε σε ειδικούς φούρνους θυμήθηκε το Νταχάου και κατέρρευσε. «Άκου στο φούρνο! Λες και είμαι γεμιστά! Πόσο αχάριστοι είναι οι άνθρωποι!»

Τελικά, δεν έφταιγε η παλαιότητά του και κάπως παρηγορήθηκε. Έπρεπε να αντικατασταθούν όλα τα χαρτονομίσματα, με ευρώ, ανεξαρτήτως παλαιότητας. Ακόμα και τα κολλαριστά. Αρκέστηκε σε ένα μονόλογο:

«Τουλάχιστον εγώ πρόλαβα και έκανα τη ζωή μου. Έστω κι αν κάποιοι μου  φέρθηκαν αχάριστα. Άκου να ανάψει ο άλλος το τσιγάρο με χιλιάρικο! Α ρε πούστη,  δε θα καταργηθεί η γούνα να δούμε μετά εάν θα έχεις αναπτήρα Ρόνσον ή  τσακμάκι, σαν εκείνα τα παλιά με το φυτίλι και την ίσκα… Ούτε βελόνι θα έχεις, κι ας σε περισσεύουν τόσα ράμματα από τις γούνες…»

Λέτε να είχε προφητικές ικανότητες το χιλιάρικο; Μάλλον πιάστηκε η κατάρα του!… Οι Σιατιστινοί πήραν πάλι τα δικέλια και σκάβουνε τ’ αμπέλια για ηλιαστό κρασί… Κι εγώ τι να πω; Ας πρόσεχαν!…