Μέσα στην ατμόσφαιρα που δημιουργείται από την ορμή της επαφής ανάμεσα στην ιερότητα και τον αισθησιασμό, ο άντρας, από τον χώρο της εκκλησίας, και η γυναίκα, λειτουργός της δικαιοσύνης, αισθάνονται τον έρωτά τους να φλέγεται αλλά και να εξυψώνεται καθώς ανασαίνει τα ίχνη του μυστηρίου που αναδύεται από τη θέρμη της συνάντησης μεταξύ του Ιησού και της Μαγδαληνής.

Η γραφή χαρακτηρίζεται από ένταση, δύναμη και βάθος νοήματος. Ο συγγραφέας αποκαλύπτει όλα τα μυστικά της ανθρώπινης φύσης και τις όψεις της κοινωνίας με τρόπο υπέροχο. Ένα μυθιστόρημα εξαιρετικά γραμμένο που συνδέει άμεσα την ψυχή και τον νου. Διαβάζεται απνευστί.

«Κοίτα να ανοίξεις παράθυρο στο φως, οι γρίλιες απλώς μας ξεγελούν»

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Στο «καταφύγιο», κοντά στο τριζοβόληµα της φωτιάς, στον ήχο της βροχής και στης άνοιξης τις αύρες, ανδρώθηκε η φιλία του Μητροπολίτη Νικόλαου µε τον άθεο µηχανικό Κορνήλιο Βερόνη, µια καθαρή συναναστροφή, απαλλαγµένη από µικρότητες και φθηνές παραστάσεις αποκριάτικου βίου. Σε πλούσιο αφηγηµατικό χρόνο, µε εικονοπλασία επενδεδυµένη µε βάθος πνευµατικό, µια δικαστής κάνει βουτιά στα άδυτα του συναισθήµατος, εµπλέκοντας στον παράξενο έρωτα τον κραταιό Μητροπολίτη ο οποίος καταφεύγει –κατά την ανατρεπτική τους συµπόρευση– στις άγνωστες συµπαντικές στιγµές του Ιησού και της Μαγδαληνής που αναδύονται µέσα από τα µυστικά Τετράδια του γερο-Πιτσιρίκου.

Τετράδιο τέταρτο, σελίδα τριάντα µία: Είχαν αποµακρυνθεί…

«Γιατί, Κύριέ µου, αφήνεις να Σε σταυρώσουν;» ψιθύρισε µε απόγνωση. «Τυπώνω Μαρία στο σώµα µου αυτά που δεν λέγονται». «Και τι θα κερδίσεις, Βασιλιά µου;» «Πολλές φορές Μαρία, δεν έχει σηµασία πόσα κέρδισες, αλλά πόσα δεν έχασες. Κι εγώ ετοιµάστηκα για να τα δώσω όλα. Στύβω τις πέτρες και µατώνω»…

Η Άσπεργκερ αδελφή του Μητροπολίτη, αμείλικτα προκλητική, δηλώνει παρούσα και πλέκει στον κόσμο της το όνειρο µε την πραγματικότητα, µε απεγνωσμένη γενναιότητα και µε πολεμική διάθεση ενάντια στην ανθρώπινη αλλοτρίωση. Και ο συγγραφικός προβολέας ανάβει για να φωτίσει την Ψυχανάλυση παράλληλα και τη ζωή των άλλων ολοζώντανων χαρακτήρων, που υπόσχονται να μιλήσουν σε συλλεκτικές στιγμές, να ανατρέψουν βεβαιότητες, να υποτάξουν τις εκατονταρχίες του ψεύδους και να αφήσουν τη βροχή να συνοδεύει το παράπονό τους.

 

ISBN: 978-618-5231-33-0, SKU: 0005

Εκδοτικός οίκος: Eκδόσεις Πηγή (2017)

Αριθμός σελίδων: 444

Αποκτήστε το βιβλίο

 

Από την παρουσίαση του βιβλίου, στο αμφιθέατρο του Μακεδονικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης.

 

Απόσπασμα από το «De Profundis, Aναμάρτητοι Έρωτες»

«Κύριέ μου», είπε η Μαγδαληνή, «είσαι όμορφος σαν χίλιους ήλιους μαζί», και Τον χάιδεψε απαλά στα γένια σαν να άγγιζε μωρό.
«Μαρία, αν βλέπεις μόνο το πρόσωπό μου, τότε δεν βλέπεις εμένα».
«Κύριε, γιατί με διάλεξες;»
«Η μορφή σου μέσα μου επέλεξε εμένα».
Η Μαγδαληνή έμεινε να σκέφτεται, κανείς δεν μιλούσε για λίγο, ωστόσο δεν κατάφερε να καταλάβει τι εννοούσε Εκείνος. Όμως λίγο την ενδιέφερε, σημασία για κείνη είχε ότι κάτι μέσα Του την ήθελε ανάμεσα σε τόσες άλλες και αυτό από μόνο του ήταν σωτήριο και λυτρωτικό.
«Είναι κακοί οι άνθρωποι, Κύριε…»
«Στη μέγιστη και αόρατη βαθύτητα της πραγματικότητας, όλα, το καλό και το κακό, είναι συνδεδεμένα μεταξύ τους. Κοίτα καλά ψηλά το στερέωμα, ό,τι γίνεται εκεί το νιώθω εντός μου, ό,τι νιώθω εντός μου συμβαίνει στο στερέωμα, είμαστε ενωμένοι όλοι με όλα».
Για λίγο σιώπησε.
«Μαρία, μ’ αγαπάς;» τη ρώτησε σαν να μην γνώριζε.
«Σ’ αγαπώ, Κύριέ μου, με μια κατάβαθη αγάπη, με όλη την ψυχή και τη διάνοιά μου».
«Δεν μ’ αγαπάς, δεν μπορείς να αγαπάς, Μαρία, αν υπάρχει ένα πλάσμα που μπορείς να μισήσεις, ακόμα και μια πέτρα».
«Θέλω να φωνάξω “Σ’ αγαπώ”, να ξυπνήσω όλα τα όνειρα του κόσμου. Το ξέρεις, με εμποδίζουν οι μαθητές Σου, τώρα με εμποδίζεις και Εσύ».
«Κανείς και τίποτα δεν μπορεί να εμποδίσει την αγάπη. Μόλις άρχισες να ζεις τη ζωή που σου δίνει η αγάπη, η αγάπη δίνει περίσσευμα ζωής, αλλά πάλι δεν θα είμαστε ποτέ ισότιμοι, γιατί το μέτρο της αγάπης δεν είναι η έκφρασή της».
«Δεν Σε καταλαβαίνω, εμένα μου αρκεί που Σε νιώθω, είσαι για μένα η λάμψη που φώτισε το φως». Στέναξε και συνέχισε: «Γιατί, Κύριέ μου, αφήνεις να Σε σταυρώσουν;» ψιθύρισε με απόγνωση.
«Τυπώνω, Μαρία, στο σώμα μου αυτά που δεν λέγονται».
«Και τι θα κερδίσεις, Βασιλιά μου;»
«Πολλές φορές, Μαρία, δεν έχει σημασία πόσα κέρδισες, αλλά πόσα δεν έχασες, κι εγώ ετοιμάστηκα για να τα δώσω όλα. Στύβω τις πέτρες και ματώνω».
«Κύριε, υπάρχει χρόνος, πάμε να φύγουμε, δεν θέλω να Σε χάσω. Δεν με ενδιαφέρουν οι άνθρωποι, Εσένα αγαπώ και λιτανεύω λίγη αγάπη».
«Μαρία, αιώνες τώρα, πάντα εδώ έξω στη θωριά των αστεριών, με τα ίδια λόγια, μου ζητάς να δραπετεύσω, και πάντα την ίδια απάντηση σου δίνω εις τους αιώνας των αιώνων, ζητάς να μην ζήσουμε, μα να υποδυθούμε μια ζωή…», και συνέχισε, «…ο άνθρωπος σήμερα, χωρίς να πληγωθεί ισχυρίζεται πόνο ανυπόφορο, χωρίς να πονέσει υποκρίνεται δάκρυα, δεν θα μάθει ποτέ πως δεν έζησε ένας άνθρωπος ανέκαθεν νεκρός».
«Μείνε λίγο ακόμα, Κύριε, κοντά μου, Σε χρειάζομαι».
«Οτιδήποτε μπορείς να μετρήσεις είναι λίγο. Μαρία, έχε μου εμπιστοσύνη, μόνο πόνο μπορούν να μου δώσουν, τη ζωή μου την καθορίζω εγώ και όχι αυτοί. Θα είμαστε για πάντα μαζί».