Μια παγκόσμια βιομηχανία αξίας 25 δισ. δολαρίων τον χρόνο έχει αναπτυχθεί από τα προγράμματα αγοράς διαβατηρίου μέσω μεγάλης επένδυσης. Οπως επισημαίνει σχετικό ρεπορτάζ του βρετανικού δικτύου BBC, περισσότερες από τις μισές χώρες του πλανήτη έχουν υιοθετήσει προγράμματα χορήγησης διαβατηρίου ως αντάλλαγμα κάποια μεγάλη επένδυση, με αποτέλεσμα να είναι πλέον πολύ πιο ρευστή στην εποχή μας η έννοια της υπηκοότητας. Μπορεί κανείς να είναι υπήκοος μιας χώρας επειδή γεννήθηκε σε αυτήν, μπορεί να πάψει να είναι εξαιτίας παραγόντων πολιτικής φύσης, αλλά μπορεί και να την κερδίσει μέσω μιας μεγάλης επένδυσης.

Το βρετανικό δίκτυο επικαλείται τις εκτιμήσεις ενός από τους σημαντικότερους εμπειρογνώμονες του κλάδου, του Ελβετού δικηγόρου Κρίστιαν Κάλιν, γνωστού στους κύκλους των ενδιαφερομένων ως «κύριος διαβατήριο». Και αυτό γιατί ο κ. Κάλιν προεδρεύει ενός εκ των κυριότερων «παικτών» σε αυτήν τη νέα αγορά, της εταιρείας Henley & Partners. Η εταιρεία του δραστηριοποιείται σε παγκόσμιο επίπεδο και διευκολύνει τους ενδιαφερόμενους πλούσιους και τις οικογένειές τους να αγοράσουν υπηκοότητα ή και απλώς άδεια παραμονής σε άλλες χώρες από τη χώρα προέλευσής τους. Οπως προκύπτει από στοιχεία του, στην παγκόσμια αγορά υπηκοότητας και διαβατηρίων υπάρχει μεγάλος ανταγωνισμός. Τα φθηνότερα διαβατήρια του είδους χορηγούνται από πολλές μικρές χώρες και νησιά στην Καραϊβική, όπου η τιμή τους κυμαίνεται μεταξύ 100.000 και 150.000 δολαρίων. Κάπου τόσο κοστίζουν και τα διαβατήρια που χορηγούν τα νησιά του αρχιπελάγους Βανουάτου στον Ειρηνικό Ωκεανό.

Στα νησιά αυτά τα διαβατήρια που χορηγούνται έναντι επένδυσης αποτελούν πλέον τη μεγαλύτερη πηγή εσόδων της κυβέρνησης. Οι περισσότεροι κάτοχοι των διαβατηρίων του Βανουάτου δεν έχουν, όμως, ποτέ πατήσει στο έδαφός του.

Το αρχιπέλαγος Βανουάτου έχει άλλωστε κακή φήμη ότι παρέχει καταφύγιο στη διαφθορά, γι’ αυτό και η Henley & Partners δεν συνεργάζεται με τις αρχές του. Μία από τις μεγαλύτερες αγορές διαβατηρίων είναι το Χονγκ Κονγκ, καθώς ενδιαφέρονται για τα διαβατήριά του πολλοί Κινέζοι από την κινεζική ενδοχώρα. Μιλώντας στο BBC, επιχειρηματίας του Χονγκ Κονγκ τονίζει πως στόχος αυτών των Κινέζων είναι «να αποκτήσουν πρόσβαση στην Ευρώπη, να ανοίξουν τραπεζικό λογαριασμό εκεί, να αγοράσουν ακίνητα ή να δημιουργήσουν μια επιχείρηση».

Την ίδια στιγμή πάντως, στην Ε.Ε. ασκείται εντονότατη κριτική στην πολιτική της λεγόμενης «χρυσής βίζας», της άδειας παραμονής που χορηγείται σε πολίτες τρίτων χωρών έναντι μιας μεγάλης επένδυσης, μολονότι δεν συνεπάγεται απαραιτήτως και τη χορήγηση διαβατηρίου. Εκτός από την Ισπανία, την Πορτογαλία, την Ελλάδα  και τη Βουλγαρία, τέτοιου είδους σχήματα προσφέρουν, επίσης, η Κύπρος και η Μάλτα, στις οποίες έχει ασκήσει εντονότατες πιέσεις η Κομισιόν, είτε για να αναβαθμίσουν τους ελέγχους που ασκούν προτού χορηγήσουν τα διαβατήρια είτε για να καταργήσουν εντελώς τα σχετικά προγράμματα. Κι αυτό επειδή εκφράζονται φόβοι πως τα προγράμματα αυτά μπορεί να διευκολύνουν το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος και τη φοροαποφυγή, αλλά και επειδή δεν χαρακτηρίζονται από επαρκή διαφάνεια και ελέγχους για το ποιόν των ενδιαφερομένων. Σύμφωνα, πάντως, με τις εκτιμήσεις της Διεθνούς Διαφάνειας, αυτά τα προγράμματα έχουν φέρει στην Ε.Ε. περίπου 27,5 δισ. δολάρια τα τελευταία 10 χρόνια.

Φορολογικοί παράδεισοι

Το ενδιαφέρον με τα διαβατήρια που πωλούν χώρες για να προσελκύσουν επενδύσεις είναι ότι διαφωνούν με την πρακτική αυτή ακόμη και οι πολίτες των πλέον σεσημασμένων φορολογικών παραδείσων. Αυτό συμβαίνει με το αρχιπέλαγος Βανουάτου, που προσφάτως προσετέθη στον κατάλογο της Ε.Ε. με τους φορολογικούς παραδείσους και τις χώρες που υποθάλπουν τις διαφθορά. Δεν είχαν αναγνωριστεί ως υπήκοοι των νήσων Βανουάτου ούτε οι ίδιοι οι κάτοικοί τους μέχρι το 1980, οπότε απέκτησαν την ανεξαρτησία του.  Εως τότε αποτελούσαν  κτήσεις της Γαλλίας και της Βρετανίας, και οι κάτοικοί τους δεν είχαν δικό τους διαβατήριο. Το BBC μίλησε με έναν πρώην πρωθυπουργό του Βανουάτου, τον Μπαράκ Σόπε, που θυμάται πως δεν είχε διαβατήριο και, για να ταξιδέψει, χρησιμοποιούσε «ένα χαρτί που του είχαν δώσει οι Γάλλοι και οι Βρετανοί». Ο κ. Σόπε θεωρεί «προδοσία» για τον λαό των νήσων Βανουάτου την πολιτική πώλησης της υπηκοότητας της χώρας. Εκφράζει προβληματισμό για τις μαζικές εισροές κινεζικών κεφαλαίων στην περιοχή, όπως και πολλοί άλλοι ομοεθνείς του. «Οι Κινέζοι έχουν πολύ περισσότερα χρήματα από εμάς», υπογραμμίζει και τους κατηγορεί ότι τα κρατούν όλα για τις επιχειρήσεις τους, στις οποίες απασχολούν μόνον εργατικό δυναμικό από την Κίνα. Εν ολίγοις, δεν συμμερίζεται την άποψη του κ. Κάλιν, προέδρου της εταιρείας Henley & Partners, που διευκολύνει πλούσιους να αποκτήσουν διαβατήρια άλλων χωρών, πως δεν υπάρχει τίποτε κακό στο να δέχεται μια χώρα στο έδαφός της «ταλαντούχα άτομα, πρόθυμα να συνεισφέρουν».

Πηγή: kathimerini.gr