Η καθηγήτρια στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, γλύπτρια, δημιουργός εγκαταστάσεων και κυρίως με ξεκάθαρη ματιά για τα θέματα της τέχνης, Κατερίνα Αθανασίου, μας βάζει στα μονοπάτια της…

  • Επειδή πολλοί ίσως δεν γνωρίζουν τη διαδρομή σου μας δίνεις μια «εικόνα» σου;
    Πώς να δώσεις μια εικόνα; Θα έλεγα πως μια αγωνιώδη δεισιδαιμονία με κυνήγαγε από μικρή. Αυτό με όρισε ως περιπατητή. Περπατάω. Ταξιδεύω. Ανακαλύπτω. Για να μπορώ να είμαι χαρούμενη. Επίσης έχω δύο σκυλιά. Ξεκίνησα αναζητώντας και το μονοπάτι με οδήγησε στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών. Από την ημέρα που έφτασα στην πύλη της δεν ξαναβγήκα. Τα μονοπάτια πήραν εσωτερική μορφή δίνοντας διεξόδους στην αγωνιώδη φύση που βασανίζει τους δημιουργικούς. Το 1996 έδειξα μια πρωτότυπη εργασία στην πτυχιακή μου η οποία γρήγορα με οδήγησε στο πρώτο 2ετές μεταπτυχιακό τέχνης στην Ελλάδα (Νέων Μέσων. Διατμηματικό ΑΣΚΤ και ΕΜΠ), που επίσης με οδήγησε πολύ νωρίς να μου γίνει πρόταση να ενταχτώ ως διδακτικό προσωπικό στη σχολή. Οπότε τη συνέχεια εν συντομία θα την αναφέρω:
    2001–04 Κύρια ενασχόληση η διδακτική. Αρνούμαι το video project. 2004 ξεκινώ να στήνω έργα γλυπτά ξανά, μεγαλύτερων διαστάσεων, μόνο πρόχειρους πειραματισμούς. 2005-06-07 Αρχίζω να αναζητώ το προσωπικό βίωμα, κατανοώ το σχεδιασμό και τη σημασία της προσωπικής αισθητικής χροιάς. 2008 Συνεχίζω να εργάζομαι σε ερευνητική διαδικασία, στην αναζήτηση της ποιητικής. Το προσωπικό τείνει να γίνει μέσο πολιτικής προσέγγισης του κοινού αισθήματος. Το έργο γίνομαι εγώ. Ξεκινώ με την Performance, τους City Travellers, κάνω ραδιόφωνο, 7 χρόνια παρακολουθώ στο Πάντειο, αλλά και συνέδρια, συναντήσεις, ομιλίες με φιλοσόφους, ψυχολόγους και ερευνητές, σημαντικά ονόματα του χώρου που με επηρέασαν βαθιά και καίρια.
  • Αυτό τον καιρό (μέχρι τις 28 Οκτωβρίου) έχεις έκθεση στο Μπάγκειο (Αθήνα). Μίλησέ μας για το θέμα της έκθεσής σου «Το θάμπος της νοσταλγίας».
    Όπως λέει ο αγαπημένος μου πρώην και πατέρας των παιδιών μου Αντώνης Λακίδης, ζωγράφος, που ήταν η απόλυτη αφορμή να βρεθώ σ’ αυτό το μονοπάτι, χώνομαι στη στοά και γεννώ φαντάσματα στους τοίχους. Αυτή η έκθεση ξεκίνησε με το ερώτημα αν θα κάψω τα έργα μου, μιας και δεν χωράνε πουθενά, ή θα τα ανασηματοδοτήσω. Έτσι ξεκινώντας με τον Μιλτιάδη Σωτηρόπουλο, πολύτιμο συνεργάτη και τη Μαρία Ρεβήσιου σε ατέλειωτες συζητήσεις, άρχισε η ανασύνταξη στον υπέροχο χώρο του Μπαγκείου. Στο «εξαίσιο πτώμα» του ξενοδοχείου της Ομόνοιας. Ξεκίνησε με το έργο: «Το όνειρο του νεογνού» ένα έργο που απεικονίζει μέσα σε ένα κουκούλι, στομάχι, τη μνήμη που δεν υπάρχει. Η μόνη μνήμη αλλά ούτε καν γνώση ακόμα είναι αιώρηση, νερό, μια φούσκα. Δεν έχει ταυτίσει ακόμα με λέξεις, δεν ξέρει ότι αυτό που αγγίζει το χεράκι (ούτε καν γνωρίζει ότι είναι και λέγεται χέρι) είναι η ιστορία του πλάσματος, το σώμα του.  “Σώμα χωρίς όργανα”, Deleuze.

Η «Επιστροφή του νεκρού» είναι ένα έργο που απεικονίζει το διαμελισμό μετά την εκτέλεση ενός αγωνιστή της αντίστασης ενάντια στους Γερμανούς. Τα στοιχεία που χρησιμοποιώ στην απεικόνιση στηρίζονται στην καθιερωμένη αναγεννησιακή μορφή του νεκρού Ιησού και τη μεταφορά. Η επιστροφή του νεκρού γίνεται μέσα σε μια πλεύση ενός μισθωμένου καϊκιού, στην πραγματική ιστορία που εξιστορώ, από το Λεωνίδιο της Πελοποννήσου στο Κρανίδι όπου θα γίνει τελικά η ταφή του. Στο χώρο από τον οποίο προέρχεται, είναι η κατοικία του, εκεί είναι και η επιθυμία της συζύγου και των κοριτσιών να ταφεί, δίπλα τους, κοντά τους.

Στον ίδιο χώρο βρίσκεται «Η συνοδός» η γυναίκα που τον συνοδεύει στο χωριό. Βρισκόμαστε πάνω σε ένα πλοίο, νιώθουμε την πλεύση σε όλες τις βάσεις των γλυπτών. Το φως βρίσκεται μέσα στα γλυπτά, πλάθει τη μάζα τους, τα διαλύει, τα αποδομεί. Εξαρχής δημιουργούμε ένα ερείπιο. Ένα νεοερείπιο που έρχεται να συνομιλήσει με το εξαίσιο πτώμα «το ερειπωμένο Μπάγκειου», που είναι η πραγματικά Ωραία Κοιμωμένη. Υπήρξε ένα από τα αριστουργήματα του αρχιτέκτονα Ερνέστου Τσίλλερ, και προσδοκά να ξαναγίνει.

Μέσα στο μισθωμένο καΐκι όπου γίνεται η μεταφορά συμπλέουν μαζί και μία ομάδα, μία παρέα παιδιών που παρακολουθούν, κλαίνε και μιλούν, περιγράφουν τις ιστορίες. Αυτοί σχολιάζουν, παρατηρούν μεταφέρουν τα νέα, σε αυτήν που αναμένει, το επόμενο έργο, την «Αναμονή»…

  • Συνήθως καταπιάνεσαι στις εγκαταστάσεις σου με θέματα που παραπέμπουν σε δύσκολες ανθρώπινες στιγμές. Αυτό σου βγαίνει αυθόρμητα ή το επιδιώκεις ως θεματική;

Η αλήθεια είναι, αγαπητή μου Καίτη, ότι δεν το είχα σκεφτεί καθόλου με αυτό τον τρόπο ότι καταπιάνομαι με δύσκολες ανθρώπινες στιγμές, μου βγαίνει απολύτως αυθόρμητα ως θεματική, δεν το έχω επιδιώξει. Αυτό που επιδιώκω ίσως να είναι η ιστορία που απεικονίζει το έργο μου, ακόμα και αυτό όμως μέσα από ζυμώσεις που κάνω με το ασυνείδητο. Τυχαίες αισθήσεις-καταστάσεις που στέκονται μπρος μου.

  • Το κοινό πώς εκλαμβάνει τα θέματά σου ή είσαι της άποψης πως η μοντέρνα τέχνη δεν μπορεί να γίνει καταληπτή από όλους;
    Θεωρώ ότι η γλώσσα της μοντέρνας τέχνης ανάλογα όπως με κάθε γλώσσα που χρησιμοποιεί η τέχνη είτε μέσω των υλικών, των τεχνοτροπιών, όλων αυτών του ασύλληπτου βεληνεκούς, χρήσεις, υλικά, καταστάσεις, που συμβαίνουν στην τέχνη, δεν μπορεί και δεν είναι απαραίτητο να γίνει καταληπτή από όλους. Υπάρχει όμως πάντα κάτι που το κοινό το εκλαμβάνει. Δεν μπορούμε να υποτιμάμε το κοινό. Το κοινό πάντα έχει ένα εξαιρετικό ένστικτο,  μπορεί πολλές φορές να χρειαστεί μια αφήγηση, να συμπληρώσει κάτι που θα ξεκλειδώσει, θα το βοηθήσει να σταθεί στο χώρο του έργου. Στη μουσική δεν είναι υποχρεωμένο το κοινό να γνωρίζει νότες, μουσική, έτσι και το εικαστικό έργο, μόνο που εδώ αν ο θεατής μείνει αμέτοχος, χαλαρός να απολαύσει ή να αισθανθεί, θα δεχτεί την επίγευση. Χρειάζεται μόνο το έναυσμα.
  • Όπως μου είπες έχεις ακούσει διαφορετικές ερμηνείες του έργου σου. Πόσο δύσκολο θεωρείς πως είναι να εξηγήσει κάποιος το έργο σου;

Οι περισσότερες εκθέσεις μου είναι ανεξάρτητες παραγωγές, σε χώρους που μου διαθέτουν, και τους ευχαριστώ, για να εκθέσω τα έργα μου. Καλώ συνομιλητές κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας. Γίνονται συζητήσεις. Καταθέτοντας μία άποψη. Τουλάχιστον. Μου αρέσει πάρα πολύ αυτή η διαδικασία για να διαμορφωθεί μια έκθεση και να φτάσεις στο ολόκληρό της. Να δεχτεί. Αυτό με συναρπάζει και είναι εξαιρετικά εκτός, «πέραν”. Αλλά και το κοινό που έρχεται να δει την έκθεση και διατίθεται να μπει μέσα σε μια ιστορία που αφηγείσαι και κάνει τις δικές του ερμηνείες, συχνά συγκλονιστικές, όχι μόνο ως προς το περιεχόμενο μιας ιστορίας, αλλά και τη μορφή. Αυτή η αφήγηση γίνεται η αφορμή πολύ συχνά να επεξεργαστεί καλύτερα τις υφές, τις ύλες, τις ζυμώσεις και να κατανοήσει, να το αγγίξει η ίδια η τέχνη της επιτέλεσης, της απόδοσης, αυτού που στέκεται εκεί, απέναντι, απέναντί του. Το έργο μου θεωρώ ότι χρειάζεται κάποιος να το δει αρκετές φορές για να αποκωδικοποιήσει μερικά αισθήματα και τις προκλήσεις που δημιουργεί στο αίσθημά του…
Το θέμα δεν είναι να το εξηγήσει. Το θέμα είναι να συντονιστεί ο θεατής. Να δημιουργηθεί αυτός ο απόηχος που οφείλει το έργο στο κοινό, αυτός ο απόηχος χρειάζεται να λειτουργήσει σαν διέγερση gap, στον καθένα τελείως διαφορετικά. Αυτό δεν μπορούμε να το ξέρουμε, δεν μπορούμε να το ορίσουμε και αυτό είναι το μεγαλειώδες.

  • Θεωρείς πως η τέχνη στην Ελλάδα δεν τυγχάνει του σεβασμού που της αρμόζει; Νομίζεις πως θα έπρεπε να είναι πιο πάνω στην κοινή συνείδηση;

    Πάντως δεν θα το έβαζα σαν σεβασμό ακριβώς. Μέσα σε αυτήν τη διαδικασία των τελευταίων χρόνων, εννοώ τα χρόνια της εμπορευματοποίησης, ζούμε με τρόπους που εκεί υπάρχει κάτι που με ενοχλεί. Πιστεύω στο ένστικτο και στο  συναίσθημα, στην εσωτερική προσέγγιση, στο άκουσμα, αλλά πολύ συχνά αν κάτι δεν έχει τιμή τέτοια ώστε να μπορεί να γίνει το παζάρι, τότε κανείς δεν ασχολείται. Δεν είναι αυτό που μου ακούγεται κακό, είναι μια χαρά η πώληση, το εμπόριο, το παζάρι, όμως όταν αυτό αποτελεί το βασικό σου εντέλει αγωνιώδες ζητούμενο, κάτι χάνεις από κάπου αλλού.
  • Οι καλλιτέχνες πολλές φορές αναγκάζονται να πληρώσουν προκειμένου να δείξουν το έργο τους. Πόσο καλό ή κακό θεωρείς πως είναι αυτό;

Ναι, πραγματικά, οι καλλιτέχνες πλέον πολλές φορές αναγκάζονται να πληρώσουν προκειμένου να δείξουν το έργο τους και βέβαια αυτό είναι απολύτως κατανοητό μιας και εάν ένα έργο δεν επικοινωνείται, αναρωτιόμαστε και για ποιο λόγο να γίνεται. Αν δεν πάρουμε αυτό το feedback δεν εξελισσόμαστε οι καλλιτέχνες, το χρειαζόμαστε, είναι απαραίτητο οπότε όταν φτάνουμε και δεν μπορούμε να έχουμε αυτή την επαφή με το κοινό μπορεί κάποιος καλλιτέχνης να φτάσει να πληρώσει ή να εξαντλήσει κάθε αξιοπρεπές αξίωμα να εκθέσει με πολλούς και ποικίλους τρόπους,  όπως να συμμετέχει σε Βiennale πληρώνοντας, να κλείνει χώρους, ακόμα και μπαρ πληρώνοντας, ενώ αντίστοιχα οι δημοσιογράφοι αυτοί που θα προωθήσουν ή θα επικοινωνήσουν αυτό το event πληρώνονται. Αυτό γεννάει πάντα ένα τεράστιο ερώτημα: Ποιος κάνει την έκθεση, τι θέλει να κερδίσει από αυτό, γιατί να πληρώσω εγώ ο καλλιτέχνης; Εγώ πιστεύω ότι οι καλλιτέχνες πρέπει να τους χρηματοδοτούν είτε το κράτος είτε μεγάλες επιχειρήσεις είτε χορηγοί είτε χρηματοδότες υποστηρικτές γενικότερα. Ο καλλιτέχνης οποιουδήποτε κύρους και εμβέλειας και κάθε άνθρωπος που κάνει μια δημιουργική πράξη και θεωρεί για κάποιο λόγο ότι αυτή μπορεί να τη δείξει για να πάρει μια απάντηση, θα έπρεπε να υπάρχουν ανάλογοι χώροι κάθε φορά χωρίς χρήματα.

Θα πρέπει να πληρώσω για να δείξω και πληρώνω για να δείξω, ναι το καταλαβαίνω γιατί συμβαίνει, αλλά δεν το δέχομαι. Κυρίως για τον εαυτό μου και δεν αδιαφορώ, πασχίζω, γιατί αν το δεχτώ σημαίνει ότι εκείνη τη στιγμή επιλέγω να πληρώσω, κι αυτό εκ προοιμίου γίνεται κατευθείαν μία τελείως διαφορετική πράξη, μακριά από τα ζητούμενα της τέχνης που είναι η καθαρή δημιουργία.

  • Η σύγχρονη τέχνη θεωρείς πως θα μπορούσε να έχει καλύτερη θέση στο ελληνικό κοινό ή είναι παραγκωνισμένη;

Νομίζω ότι το ελληνικό κοινό έχει υποδεχτεί τη σύγχρονη τέχνη εξαιρετικά ένθερμα αν σκεφτούμε το πόσες χιλιάδες κόσμος πήγαινε να παρακολουθήσει την Αμπράμοβιτς και άλλες μεγάλου βεληνεκούς διαφημιζόμενες εκθέσεις. Νομίζω επίσης ότι δεν μπορούμε να το πούμε αυτό αν δεν έχουμε μια καλά συγκροτημένη εργασία από τους ιστορικούς για την τέχνη στην σύγχρονη Ελλάδα που να μην αφορά μόνο φίρμες που εμπορικά τους εξυπηρετούν. Αλλά συνολικότερα στοιχεία ανθρωπολογικής μελέτης της δημιουργίας και της παραγωγής. Δηλαδή ενώ έχουν γίνει κάποιες εργασίες στο παρελθόν στη γενιά του ’30 και νεότερες περιστασιακά μελέτες, δεν έχουμε μια συνέχεια σε όλο αυτό που θα μας οδηγούσε να έχουμε και μια ανάλογη εκπαίδευση που θα μας επέτρεπε να μην είμαστε οπαδοί μόνο του διαφημιζόμενου προϊόντος, αλλά να ακολουθούμε με άλλη προσέγγιση ό,τι μας συγκινεί και μας απελευθερώνει. Τώρα το πού οφείλεται όλο αυτό μπορεί να είναι μια τεράστια συζήτηση, μια συζήτηση που δεν μπορούμε να την κάνουμε αλλά γι’ αυτό θα το αφήσω εδώ. Όμως το ίδιο το κοινό δεν έχει θέμα, απλά έχουμε ένα μεγάλο κενό. Θεωρώ ότι οι σύγχρονες σπουδές έχουν καλύψει ό,τι έχει να κάνει με την Ανθρωπολογία, με την Τέχνη, με τη Φιλοσοφία. Νομίζω ότι δεν είμαστε πολύ μακριά και μετά την «Ντοκουμέντα» και την παρουσίαση ενός μέρους της «Ντοκουμέντα» στην Αθήνα, νομίζω ότι δεν μπορούμε να λέμε για κανένα λόγο ότι δεν είχε καλή θέση στο ελληνικό κοινό. Τώρα αν μιλάμε για το μεγάλο μέρος που μπορεί και να μην παρακολουθεί εκθέσεις, αυτό μάλλον είναι αδιάφορο, άλλη ξεχωριστή συζήτηση. Κοινό θεωρούμε αυτήν τη μερίδα που παρακολουθεί τα γινόμενα.

  • Πόσο μας επηρεάζει το γεγονός ότι έχουμε μακρά ιστορία σε έργα κλασικής τέχνης;

Έχουμε μια μακρά και εξαιρετική ιστορία στα έργα κλασικής τέχνης με φόρμες και σπάνιες ποιότητες που αντανακλούν μέσα μας δηλαδή ακόμα και στην πιο σύγχρονη μορφή τους… Οι ρίζες, οι αρχές δεν μπορούν πολλές φορές να μας ξεπεράσουν. Σίγουρα οι γλώσσες αλλάζουν, η χρήση τους αλλάζει την ιστορία, οι άνθρωποι αλλάζουμε, αλλάζουμε και εξελισσόμαστε και χρησιμοποιούμε νέες στάσεις, νέες μορφές, νέα άρθρα και πορείες. Οι περισσότεροι τιμούμε την ιστορία μας και κάποιοι από τους καλλιτέχνες πατάμε σε αυτές τις κλασικές γραμμές πολύ συχνά, με σύγχρονες ακολουθίες και προσπάθειες. Άλλοι δεν θέλουν αυτήν τη συνέχεια και έχουν δίκιο.

  • Έχεις διακριθεί για το έργο σου;

    Δεν ξέρω αν έχω διακριθεί για το έργο μου με τον τρόπο που θεωρούμε διάκριση σήμερα στο χώρο της τέχνης αλλά σίγουρα έχω διακριθεί από το κοινό που με παρακολουθεί. Έχω πολλούς ανθρώπους που έρχονται να δουν τη δουλειά μου και τους αγαπώ. Είναι ο τρόπος μάλιστα που επικοινωνώ μαζί τους μιας και δεν κάνω άλλου τύπου γιορτή. Για μένα η γιορτή μου, η γιορτή του σπιτιού μου, η γιορτή της οικογένειάς μου, πιο σημαντική γιορτή είναι τα εγκαίνια που θα μαζευτούν και έχω την ευκαιρία να καλέσω τους φίλους μου, τους οποίους ευχαριστώ πάντα για τη διάθεση που δείχνουν, τους αγαπώ. Τώρα αν ψάχνω για άλλες μορφές διακρίσεων έχω πάρει ένα πρώτο βραβείο όταν ήμουνα νέα, έχω πάρει κάποιες υποτροφίες, είχα την τιμή να μου προταθεί να διδάξω στη σχολή πάρα πολύ νέα, μόλις είχα τελειώσει το Μεταπτυχιακό μου. Αυτές είναι διακρίσεις γιατί όλα αυτά τα χρόνια μέσα στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών πραγματικά είναι ασύλληπτος ο τρόπος με τον οποίο έχω αγκαλιαστεί εκπαιδευτικά και οφείλω να υπηρετώ, έχω χρέος, απέναντι σε αυτήν τη μεγάλη οικογένεια.
Η Κατερίνα Αθανασίου γεννήθηκε στην Αθήνα. Διδάσκει στο τμήμα Γλυπτικής της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών (ΑΣΚΤ), όπου το 2010 εξελέγη μέλος ΕΕΠ. Σπούδασε Γλυπτική στην ΑΣΚΤ (1996). Συνέχισε στο Master, Ψηφιακές μορφές τέχνης, ΑΣΚΤ – ΕΜΠ (2001). Πρώτη ατομική της έκθεση (2006). Παραγωγός της web radio εκπομπής City Travellers στο Βeton 7 artradio (2013). Το 2008 σχεδίασε την ιδέα των City Travellers, http://artcoursescitytravellers.blogspot.gr/, ενός συλλογικού τόπου όπου συναντιούνται διάφοροι άνθρωποι και οι εμπειρίες τους, του οποίου η εφαρμογή ως ομάδα ξεκίνησε το 2010 με τον ζωγράφο Αντώνη Λακίδη και τον φιλόσοφο Παναγιώτη Παπαδόπουλο. Περιηγούνται την πόλη και δημιουργούν μοντέλα, χρήσεις και χώρους. Από το 2007 συμμετέχει στην πρόκληση συλλογικών εργασιών – δράσεων ως τη δημιουργία ομάδων, επιμελειών και εκθέσεων. Τα περισσότερα έργα της αφορούν in situ εγκαταστάσεις σε διάφορους χώρους – τόπους ανάλογα επιλεγμένους κάθε φορά, performances, performative environments. Τελευταία ερευνά την ιδέα του documentation στην εικαστική τέχνη σε ανάλογους χώρους με τους οποίους συνεργάζεται και μακροπρόθεσμα έχουν υποστηρίξει παρόμοιες προσπάθειες της σύγχρονης τέχνης, όπως οι Βeton7, Artwall, metamatic:taf και παλιότερα το Booze Cooperativa. Το 2016 ετοιμάζει τη δεύτερη ατομική της παρουσίαση στην οποία προσκαλεί συγκεκριμένους καλλιτέχνες με το έργο τους να ολοκληρώσουν τη συνθετική πρότασή της, σημαντικό στοιχείο της οποίας είναι η «appropriation». https://sculpturekateathanasiou.blogspot.com/