Μετά την εθνική τραγωδία της μικρασιατικής εκστρατείας, ένας έφεδρος ανθυπολοχαγός επιστρέφει στη Μυτιλήνη. Εκεί συναντά τη νεαρή χήρα του αδελφικού του φίλου, με την οποία αναπτύσσουν ένα δυνατό πάθος, που όμως προσκρούει στα ήθη της συντηρητικής κοινωνίας του νησιού.

Ηταν Δεκέμβριος του 1931, όταν ο Στράτης Μυριβήλης έπιασε να γράφει στη Λέσβο τη «Δασκάλα με τα χρυσά μάτια», κατά παραγγελία μάλιστα της «Καθημερινής», ύστερα από την επιτυχία και την ενθουσιώδη υποδοχή της δεύτερης έκδοσης της «Ζωής εν τάφω». Το έργο δημοσιεύθηκε σε συνέχειες στην εφημερίδα από τις 20 Δεκεμβρίου 1931 έως τις 6 Μαΐου 1932 και κυκλοφόρησε ως αυτόνομο βιβλίο το 1933.

Τη μεταφορά της «Δασκάλας» στη θεατρική σκηνή αποτολμά φέτος ο Πέτρος Ζούλιας («Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου», «Δεσποινίς Μαργαρίτα», «Γυναίκες του Παπαδιαμάντη»), αναλαμβάνοντας τόσο τη διασκευή του έργου όσο και τη σκηνοθεσία της παράστασης. Πόσο «μακρινή» είναι άραγε η Μυτιλήνη του Μεσοπολέμου; «Δυστυχώς, με εξαίρεση τον πόλεμο, τα άλλα θέματα που θίγει ο Μυριβήλης στη “Δασκάλα”,  όχι μόνο μακρινά δεν είναι, αλλά ανακαλύπτουμε καθημερινά, ότι είναι απολύτως επίκαιρα», λέει ο ίδιος στην «Κ». «Ο συγγραφέας μιλάει για κέντρα φιλοξενίας προσφύγων, που δημιουργούν προβλήματα στο ντόπιο πληθυσμό. Για μια περίοδο ιδεολογικής και οικονομικής κρίσης, που μαστίζει τους νέους. Στο κέντρο της δραματουργίας του, δύο πρόσωπα, η Σαπφώ και ο Λεωνής (σ.σ. Λένα Παπαληγούρα, Κωνσταντίνος Ασπιώτης), πληρώνουν το τίμημα της διαφορετικότητας, έναντι μιας κλειστής συντηρητικής κοινωνίας, που θέλει να τους φέρει στα μέτρα της, που βάζει απαγορεύεται στον έρωτά τους. Οσο το “πρέπει” θα αντιμάχεται το “θέλω” οι ήρωες του Μυριβήλη θα είναι αναγνωρίσιμοι, διπλανοί μας άνθρωποι».


«Οσο το “πρέπει” θα αντιμάχεται το “θέλω”, οι ήρωες του Μυριβήλη θα είναι αναγνωρίσιμοι,  λέει ο Πέτρος Ζούλιας.

Οπως και οι νέοι της σύγχρονης Ελλάδας, οι νέοι του Μεσοπολέμου βιώνουν την απογοήτευση. «Η πολιτική και οικονομική κρίση τους φέρνει αντιμέτωπους με το μεγάλο θέμα της επιβίωσης. Το σύστημα αξιών τους έχει κλονιστεί, όπως και σήμερα. Ο φανατισμός και η πίεση του διχασμένου πολιτικού κόσμου τους συντρίβουν. Δεν ξέρουν τι να πιστέψουν και κάτω από ποια σημαία να στρατευθούν. Είναι κουρασμένοι από την προσπάθεια να υπηρετήσουν δόγματα και ηρωικά πρότυπα».

Ο Ζούλιας έχει μεγάλη εμπειρία στη μεταφορά βιβλίων στο θέατρο, ωστόσο όπως λέει η «Δασκάλα» ήταν απαιτητική. «Στο μυθιστόρημα ο αργός αφηγηματικός ρυθμός είναι κόντρα στον σύγχρονο ρυθμό ανάγνωσης και αντίληψης των γεγονότων. Οι εσωτερικές διαδρομές του βασικού ήρωα έπρεπε να αποδοθούν θεατρικά. Οι μονόλογοι χρειάστηκε να πάρουν διαλογική μορφή, χωρίς να προδοθεί το ύφος και το πνεύμα του Μυριβήλη. Προσπάθησα να δω μέσα από το σήμερα το σπουδαίο έργο του. Να μείνω στην καρδιά και στην ουσία του. Με αγάπη και σεβασμό στο πρότυπο».

Επιστρέφει συχνά στην ελληνική λογοτεχνία; Γιατί; «Ζούμε σε μια εποχή υπερπαραγωγικότητας στο θέατρο. Ανεβαίνουν εκατοντάδες έργα κάθε χρόνο. Είναι δικαιολογημένη η αναζήτηση άλλων πηγών για σκηνική δημιουργία. Παγκοσμίως μεταφέρονται στο θέατρο μυθιστορήματα αλλά και σενάρια ταινιών. Το ρεπερτόριο εξαντλείται και οι νέες καλές γραφές σπανίζουν. Η πεζογραφία με εμπνέει, τροφοδοτεί τη φαντασία και το αίσθημά μου. Την αγαπώ».

Info: «Η Δασκάλα με τα χρυσά μάτια» θα κάνει πρεμιέρα στις 30/10 στο Θέατρο Βέμπο. Τη μουσική υπογράφει η Ευανθία Ρεμπούτσικα. Οπως λέει ο Πέτρος Ζούλιας «η αισθαντικότητά της ταιριάζει απόλυτα στον Μυριβήλη».

Πηγή: kathimerini.gr