Εφιαλτικοί utubers, tragedy shows («μοιράσου την προσωπική σου τραγωδία» σε προσκαλεί τηλεοπτική εκπομπή), η πρωτοποριακή θεραπεία αντιγήρανσης Peter Pan Makeover («σβήνουμε την τραυματική μνήμη, σβήνουν οι ρυτίδες που αυτή δημιούργησε»), γκότζι μπέρις και μπάρες πρωτεΐνης για τόνωση δεξιοτήτων κοινωνικής δικτύωσης, selfies, καρδιές και likes, όλα να στραφταλίζουν σε οθόνες διεκδικώντας το βλέμμα, σε μια αίθουσα που μοιάζει λιγότερο με θέατρο και περισσότερο με multiplex κινηματογράφο. Αυτός είναι ο κόσμος που συνθέτει την έναρξη του Ρινόκερου στην εκδοχή του Γιάννη Κακλέα στο θέατρο Κιβωτός, καθιστώντας σαφή εξαρχής την οπτική του σκηνοθέτη: να μιλήσει μέσα από το αριστούργημα του Ιονέσκο για τη μανία της ομοιομορφίας, στηλιτεύοντας το τρέντι, μάταιο και εντελώς ‘connected’ σύγχρονο κυνήγι της προσωπικής ευδαιμονίας. «Ευτυχία, τι φάση!», όπως λέει κι ένα gif, στριφογυρίζοντας αναθεματισμένα.

Αν και οι τόσο επικαιρικές σύγχρονες αναφορές συνήθως «μικραίνουν» το μέγεθος τέτοιων έργων, εδώ το σαρκαστικό χιούμορ τις κάνει απολαυστικές, παρασέρνοντας εξαρχής, ακόμη και το πιο ανυποψίαστο κοινό, στις διαδρομές της σκηνοθετικής γραφής. Που βασίζεται ακέραια στα θέματα του Ρινόκερου, ενός έργου που γράφτηκε ως αντίδραση στον ναζισμό για να μιλήσει για όλες τις μορφές μαζικής υστερίαςγια τη βία της πλειοψηφίας και για κάθε μόδα, κάθε δόγμα που φλογίζει τους ανθρώπους, τους αποκτηνώνει με στόχο τελικά να τους καθυποτάξει.

«Να επιστρέψω στη Γαλλία. Αυτός είναι ο μοναδικός και απελπισμένος στόχος μου», έγραφε από τη Ρουμανία ο Ιονέσκο στα μέσα της δεκαετίας του 1930, σε μια απέραντη μοναξιά ανάμεσα σε ανθρώπους που σαν αγέλη συντάσσονταν ο ένας μετά τον άλλον με τον φασισμό. «Είμαι μόνος, ανάμεσα σε ανθρώπους σκληρούς σαν πέτρες, επικίνδυνους σαν φίδια, άσπλαχνους σαν τίγρεις. Στην πραγματικότητα, είμαι ο τελευταίος άνθρωπος σε αυτό το νησί των τεράτων και επομένως δεν αντιπροσωπεύω τίποτα πια, απλώς μια ανωμαλία, μια τερατωδία».

Στον Ρινόκερο, οι κάτοικοι μιας πόλης ακολουθούν άκριτα το ρεύμα ενός ακραίου ατομικισμού της εποχής και μεταμορφώνονται μαζικά σε ρινόκερους. Η αλληλεγγύη είναι πασέ αξία, η λέξη ‘εξέλιξη’ φιγουράρει ως άλλοθι για τη σύνταξη με την πλειοψηφία, η ετερότητα ορίζεται ως ανωμαλία. Με δυο λόγια: «ο ουμανισμός ξόφλησε», όπως λέει ο Ιονέσκο δια στόματος του ήρωά του Ζαν. Ο μόνος που δεν υποκύπτει σε αυτή τη μαζική μεταμόρφωση είναι ο Μπερανζέ, το alter ego του ίδιου του συγγραφέαMονίμως αργοπορημένος, μη καταξιωμένος κοινωνικά, ο ορισμός του loser σύμφωνα με τα πρότυπα της κοινωνίας του, ο Μπερανζέ είναι το μοναδικό πρόσωπο που αρνείται να μεταμορφωθεί σε ρινόκερο, διεκδικώντας ανυποχώρητα την ελευθερία και το δικαίωμά του στη διαφορετικότητα.

Ο Κακλέας στήνει το έργο σε ένα καφκικό σκηνικό περιβάλλον: σκοτεινιά, ερεβώδης ατμόσφαιρα και ένας χώρος που κάπως …παράλογα ανατρέπεται. Δύο πλατφόρμες του πατώματος ανασηκώνονται σταδιακά στη διάρκεια της παράστασης, δημιουργώντας ένα ολοένα πιο ολισθηρό έδαφος. Μια ανατροπή που ξεκινά με τη μεταμόρφωση του πρώτου ανθρώπου σε ρινόκερο. Όσο πιο πολύ διαδίδεται η επιδημία της …ρινοκερίτιδας, τόσο πιο δύσκολο είναι για τα πρόσωπα να σταθούν όρθια στον σκηνικό χώρο. Μια έξοχη μεταφορά για τον αγώνα αντίστασης του ατόμου σε ολισθηρές κοινωνικές, πολιτικές, προσωπικές συνθήκες.

Σε αυτό το σύμπαν ο σκηνοθέτης επιχειρεί την πάντα δύσκολη ισορροπία ανάμεσα στο τερατώδες και το κωμικό. Και εδώ γλιστράει. Γιατί, σε πολλές στιγμές, η σάτιρα επιβάλλεται εντυπωσιακά στο τερατώδες και την υπαρξιακή αγωνία. Τα περισσότερα πρόσωπα-ρόλοι ερμηνεύονται ως καρικατούρες, άνευρα και άψυχα. Την υπαρξιακή διάσταση υπηρετεί στο ακέραιο μόνο ο Άρης Σερβετάλης. Για την ακρίβεια, η πιο σημαντική κατάκτηση της παράστασης και ο πιο καλός λόγος για να την παρακολουθήσει κανείς είναι η ερμηνεία του σπουδαίου ηθοποιού, που φτιάχνει έναν Μπερανζέ βγαλμένο από μυθιστόρημα του Κάφκα, έναν απλό άνθρωπο, με ένα ανεπαίσθητο κύρτωμα του κορμού, με κάτι χέρια γεμάτα απορία, ένα πλάσμα που δεν κραυγάζει ηρωικά την αντίστασή του, αλλά, κατάμονο, βιώνει την εσωτερική του πάλη ενάντια στο θηρίο. Αντίθετα, η παρτενέρ του Έλλη Τρίγγου-Νταίζι μοιάζει να μην καταλαβαίνει τι λέει, σαν οι ατάκες της να είναι λόγια που κατά λάθος βρέθηκαν στο στόμα της, παραδίδοντας μια ερμηνεία επίπεδη, άχρωμη, στεγνή. Πλάι στον Σερβετάλη, ως δυναμικός αντίποδας, ξεχωρίζει ο Στέλιος Ιακωβίδης-Ζαν, ένα πρόσωπο που υπερασπίζεται τη σκοτεινιά χωρίς να αντιλαμβάνεται πως ό,τι πλασάρεται ως ελευθερία κρύβει μέσα του την απόλυτη υποταγή.

Ο Ρινόκερος του Κακλέα είναι η απόδειξη ότι ένα κείμενο-δυναμίτης και μια σπαραχτική ερμηνεία είναι ικανά να αναποδογυρίσουν τις όποιες αδυναμίες μιας παράστασης, αφήνοντας ένα ισχυρό αποτύπωμα στη μνήμη. Κι όταν όλη η αδιάφορη πληροφορία σβήσει με τον χρόνο απαλά, η εικόνα του Άρη Σερβετάλη να μιλά στο φινάλε, σαν στο πιο διαυγές παραλήρημα, θα μένει:

«Στήνω καρτέρι στο κτήνος. Αμετακίνητος. Να μείνω όρθιος. Να μείνω ακίνητος. Μέχρι να βρεθώ εκτός χρόνου. Στέκομαι-αντιστέκομαι».   


Info παράστασης:

Ρινόκερος | 5 Οκτωβρίου – 15 Δεκεμβρίου | Θέατρο Κιβωτός

Πηγή: elculture.gr