Το πολυνομοσχέδιο της κυβέρνησης ΝΔ, που συζητιέται αυτές τις μέρες στη Βουλή, δεν απέσπασε τυχαία τα «μπράβο» και τα «ζήτω» των εργοδοτικών ενώσεων.

Με τις διατάξεις του οι μεγαλοεργοδότες βλέπουν να γίνονται πράξη μία προς μία οι αξιώσεις τους από το κράτος, για τη «διευκόλυνση της επιχειρηματικότητας» και τη στήριξη της κερδοφορίας τους, σε συνέχεια όσων νομοθέτησε ο ΣΥΡΙΖΑ, υλοποιώντας στην κυβερνητική θητεία του το 62% των θέσεων του ΣΕΒ, κατά δήλωση εκπροσώπων του.

Παίρνοντας τη σκυτάλη και υπηρετώντας τον ίδιο στόχο, αυτόν της ταχύτερης και πιο ορμητικής ανάπτυξης, η ΝΔ δίνει «γην και ύδωρ» στους επιχειρηματικούς ομίλους, στο όνομα της προσέλκυσης επενδύσεων.

Για να το πετύχει αυτό, με το πολυνομοσχέδιο που ψηφίζεται τις επόμενες μέρες, δεν σαρώνει μόνο τις κλαδικές συμβάσεις και τα συνδικαλιστικά δικαιώματα, αλλά κυρίως νομοθετεί μια σειρά «διευκολύνσεις» και απαλλαγές για το κεφάλαιο, στο όνομα της «μείωσης της γραφειοκρατίας».

Στην πλειοψηφία τους, τα μέτρα αυτά καταργούν ή παρακάμπτουν ακόμα και στοιχειώδεις προϋποθέσεις (περιβαλλοντικές, χωροταξικές, δημόσιας ασφάλειας και υγείας κ.ά.), που ίσχυαν έως σήμερα, κουτσουρεμένες ήδη από τους νόμους όλων των προηγούμενων κυβερνήσεων.

Συνολικά, το νομοσχέδιο περιλαμβάνει απλούστευση όλων των αδειοδοτήσεων, μεταξύ αυτών και των περιβαλλοντικών, «fast track» διαδικασίες για την άρση αρχαιολογικών «εμποδίων», παρέκκλιση από τους ισχύοντες περιορισμούς και τους συντελεστές δόμησης ανά περιοχή, διευκόλυνση της λειτουργίας βιοτεχνικών και εμπορικών επιχειρήσεων, που μέχρι σήμερα χαρακτηρίζονταν «μεσαίας όχλησης», ακόμα και στο πολεοδομικό συγκρότημα της Αττικής.

Σε αυτά προστίθενται διατάξεις που προβλέπουν κυρώσεις κατά δημοσίων υπαλλήλων, αν κριθεί ότι ευθύνονται για την καθυστέρηση μιας επένδυσης, κάνοντας πιο αυταρχικό το πλαίσιο λειτουργίας του κράτους για τους εργαζόμενους και το λαό, με κριτήριο την αποτελεσματικότερη διαχείριση των συμφερόντων και των σχεδιασμών του κεφαλαίου.

Καθεμιά από τις παραπάνω ρυθμίσεις και διευκολύνσεις στους επιχειρηματικούς ομίλους, σε συνδυασμό με τα μέτρα για τους μισθούς και τον περιορισμό της δράσης των συνδικάτων, ανοίγει το δρόμο για ένταση της εκμετάλλευσης και παραπέρα υποβάθμιση των όρων δουλειάς και ζωής του λαού.

Για παράδειγμα, οι παρεκκλίσεις από τους συντελεστές δόμησης για τις μεγάλες επενδύσεις, σε συνδυασμό με τη διευκόλυνση της εγκατάστασης μιας επιχείρησης μέσα στον αστικό ιστό, σημαίνουν λιγότερους ελεύθερους χώρους για το λαό, ογκωδέστερα κτίρια και μεγαλύτερους κινδύνους σε περίπτωση πλημμύρας ή σεισμού, ακόμα και για ατυχήματα τύπου «Σεβέζο».

Η παράκαμψη ακόμα και στοιχειωδών κριτηρίων ασφάλειας και προστασίας της ζωής και της κατοικίας των εργαζομένων σημαίνει επιβάρυνση του περιβάλλοντος και υποβάθμιση της ποιότητας ζωής, ιδιαίτερα σε περιοχές που είναι ήδη επιβαρυμένες, όπως η Δυτική Αττική. Αλλά και η προστασία και ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς υποβαθμίζεται ακόμα περισσότερο, όπως κατήγγειλαν και αρμόδιοι φορείς που τοποθετήθηκαν για το νομοσχέδιο.

Το πολυνομοσχέδιο της κυβέρνησης έρχεται να συμπληρώσει παλιότερους «αναπτυξιακούς» νόμους, τα χωροταξικά των Περιφερειών και των δήμων, τις φοροαπαλλαγές και τα προνόμια για το κεφάλαιο, τους χιλιάδες αντεργατικούς νόμους, που θωρακίζουν και επεκτείνουν τη ζούγκλα στην αγορά εργασίας.

Όλα αυτά αποτελούν προϋποθέσεις της καπιταλιστικής ανάπτυξης, της ανάπτυξης για τα κέρδη των λίγων, επιβεβαιώνοντας ότι είναι ασύμβατη με τα δικαιώματα και τις ανάγκες της συντριπτικής πλειοψηφίας των εργαζομένων και του λαού και ότι προϋποθέτει τη διαρκή υποβάθμιση και συντριβή τους.

Απ’ αυτόν το δρόμο ανάπτυξης, που στηρίζουν ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ, ΚΙΝΑΛ και τα άλλα κόμματα, από τους «αναπτυξιακούς» νόμους που προσθέτει κάθε επόμενη κυβέρνηση στο όνομα της «διευκόλυνσης των επενδύσεων», ο λαός δεν έχει τίποτα καλό να περιμένει. Προϋπόθεση για τη δική του πραγματική ευημερία είναι να δυναμώσει ο αγώνας για σύγχρονους όρους δουλειάς και αμοιβής, είναι το δυνάμωμα της πάλης με κριτήριο τις σύγχρονες ανάγκες, της αμφισβήτησης των στόχων της ανάπτυξης για το κεφάλαιο. Προϋπόθεση είναι ο αγώνας αυτός να αποκτήσει προοπτική στην πάλη για μια άλλη κοινωνική και οικονομική οργάνωση, τη σοσιαλιστική, όπου την εξουσία θα έχει ο λαός και τα μέσα παραγωγής και ο πλούτος θα αποτελούν κοινωνική ιδιοκτησία.

Το άρθρο αυτό αναδημοσιεύεται από την στήλη «Η Άποψή μας» του Ριζοσπάστη της Παρασκευής 18 Οκτώβρη 2019.