Ο ιδρυτής του Μουσείου Ελληνικής Παιδείας στην Καλαμπάκα Παύλος Μπαλογιάννης μιλά στον Γιώργο Διαμάντη

-Βιβλιόφιλος και συλλέκτης. Πώς αυτά τα χαρακτηριστικά, σας παρότρυναν στη δημιουργία του Μουσείου Ελληνικής Παιδείας;

– Συνηθίζω να απαντάω με τρεις λέξεις: αγάπη – στέρηση – περιέργεια. Η αγάπη για το βιβλίο, γιατί χωρίς αυτή τίποτα δεν μπορεί να γίνει. Η στέρηση, γιατί το βιβλίο το στερήθηκα στα παιδικά μου χρόνια και η περιέργεια που συνεχώς με παρακινούσε να μάθω για την εκπαίδευση, τα βιβλία και τα αντικείμενα που χρησιμοποιήθηκαν από τους μαθητές παλιότερων εποχών. Αλλά κι ένα «ησυχασμένο» από τις συνθήκες μεράκι να ασχοληθώ με τη Φιλολογία. Ξεκίνησα να συλλέγω σχολικά βιβλία από παλαιοπωλεία στην Αθήνα, όπου ήμουν φοιτητής, και με το πέρασμα των χρόνων η συλλογή αυξήθηκε τόσο που κρίθηκε αναγκαίο να αξιοποιηθεί. Έτσι, το 2015 ιδρύθηκε το Μουσείο Ελληνικής Παιδείας, ένα Μουσείο αφιερωμένο στην ελληνική εκπαίδευση και παιδεία.

-Μπορείτε να μας παρουσιάσετε τα πιο σπάνια και με τη μεγαλύτερη συλλεκτική αξία εκθέματα του Μουσείου;

-Μου είναι αδύνατον να διαλέξω ανάμεσα στα βιβλία της συλλογής. Καθένα από αυτά έχει τη δική του αξία, διότι κουβαλά μια ξεχωριστή ιστορία. Τα περισσότερα έχουν χρησιμοποιηθεί από μαθητές που έζησαν σε μιαν άλλη εποχή, σε άλλες συνθήκες, όταν το βιβλίο είχε τεράστια αξία. Αυτό γίνεται έντονα αισθητό μέσα από τις σημειώσεις των μαθητών στις εσωτερικές σελίδες των βιβλίων. Ασφαλώς, μεγάλη αξία έχουν, εκτός από τα σχολικά βιβλία των ελληνικών σχολείων στη Σμύρνη, την Κωνσταντινούπολη και την Αλεξάνδρεια, και οι αυθεντικές εκδόσεις έργων αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων από εκδοτικούς οίκους της Ευρώπης που χρονολογούνται από το 1500 κι έπειτα.

-Το Μουσείο είναι μια κιβωτός πολιτιστικών εκδηλώσεων και εκπαιδευτικών δράσεων. Ποια η απήχησή τους;

-Το Μουσείο Ελληνικής Παιδείας είναι ένα ξεχωριστό Μουσείο. Δεν σας κρύβω ότι η απήχηση δεν είναι αυτή που του αξίζει. Σχολεία από όλες τις πόλεις της Ελλάδας, ακόμη και του εξωτερικού, επισκέπτονται το Μουσείο, παρόλα αυτά ο αριθμός των επισκέψεων θα έπρεπε να είναι μεγαλύτερος. Δυστυχώς, υπάρχουν σχολεία από τη Θεσσαλία που δεν το έχουν επισκεφθεί ακόμη. Συγκινητικό βέβαια, είναι το γεγονός ότι τα παιδιά, όταν επισκέπτονται το Μουσείο, όχι μόνο φεύγουν με τις καλύτερες εντυπώσεις αλλά φέρνουν και τους γονείς τους. Αξίζει να σας αναφέρω σχόλια των παιδιών στο βιβλίο εντυπώσεων όπως: «Ήταν το καλύτερο Μουσείο που έχουμε επισκεφτεί», «Δεν το περιμέναμε, δεν βαρεθήκαμε καθόλου», «Σήμερα μάθαμε πολλά πράγματα και περάσαμε τέλεια». Τέτοιες αντιδράσεις, που είναι βέβαια πολλές, δίνουν δύναμη και σε μένα και στους συνεργάτες μου να συνεχίσουμε αυτήν την προσπάθεια.

-Η συλλογή βιβλίων και τεκμηρίων για την Ελληνική Παιδεία πόσο δύσκολη είναι και τι χρόνο απορροφά από τις καθημερινές σας δράσεις;

– Η συλλογή οποιουδήποτε αντικειμένου απαιτεί πολύ χρόνο. Δεν σας κρύβω ότι 35 ολόκληρα χρόνια χρειάστηκαν για να δημιουργηθεί αυτή η συλλογή, η οποία συνεχώς εμπλουτίζεται. Αντιλαμβάνεστε λοιπόν, ότι ένας συλλέκτης πρέπει να ασχολείται καθημερινά με την συλλογή, την συντήρηση και την καλύτερη αξιοποίησή της.

-Πώς οραματίζεστε τη μελλοντική εξέλιξη του Μουσείου;

– Όπως ανέφερα και προηγουμένως, η ανάγκη να εκτεθεί αυτό το πλούσιο υλικό αποτέλεσε για μένα την κινητήρια δύναμη για τη δημιουργία του Μουσείου Ελληνικής Παιδείας. Το πιο σημαντικό λοιπόν για εμένα είναι να το γνωρίσει και να το αγαπήσει περισσότερος κόσμος, να αφουγκραστεί το πνεύμα της εποχής που κουβαλούν οι χώροι και τα αντικείμενα, και τέλος, να αποτελέσει μια κοιτίδα πολιτισμού, εκπαίδευσης και γνώσης για όλους μας, και ιδιαίτερα για την μαθητιώσα νεολαία.

-Σας ευχαριστώ για τις τεκμηριωμένες απαντήσεις σας και για τον χρόνο που αφιερώσατε σ’ αυτή τη συνέντευξη.

-Κι εγώ σας ευχαριστώ.