Του Βαγγέλη Μπάκα              

 

Ο παππούς μου Δημήτριος Μπάκας του Δημητρίου (κατά κόσμο Μπακομήτσιος) είχε σπουδάσει στην Πόλη ανωτάτη μαστορική… Η παρακάτω στιχομυθία παραπέμπει στα θαυμαστά έργα του και τα οποία είχε κάνει στο χωριό μας, το Μεγάλο Σειρήνι, και όχι μόνο.

Ρωτήσανε κάποτε τον ξυλουργό Θύμιο Σιούμπουρα:

«Βρε Θύμιο! Εσύ σαν μάστορας θα ξέρεις! Ποιος έκανε το περίτεχνο καμπαναριό της παλιάς εκκλησίας; Ήταν τόσο ωραίο που, ενώ είχανε κατεδαφίσει την εκκλησία, το καμπαναριό έστεκε εκεί για κάποιες δεκαετίες ακόμα! Σαν τζαμί με καμπάνα!».

«Ο Μπακομήτσιος! Αυτός το είχε κάνει!».

«Επίσης! Ποιος πέρασε τις σιδερένιες γρεντιές στο Α’ δημοτικό σχολείο Γρεβενών; Το ξέρεις κι αυτό;».

«Ο Μπακομήτσιος!».

«Είναι αλήθεια πως κορόιδευε και τους Βαλαάδες, επειδή δεν ξέρανε ούτε τα ελληνικά κι ούτε τα  τουρκικά!».

«Βεβαίως! Ο Μπακομήτσιος μιλούσε άπταιστα τα τουρκικά, αφού τα είχε σπουδάσει στην Πόλη!…».

«Κι ακόμα: Ποιος έκανε τα δρύινα αμπάρια, τα σκαλιστά τζάκια, τα περίτεχνα ταβάνια, την  όμορφη βρύση κλπ;».

«Ποιος άλλος από τον αρχιτέκτονα Μπακομήτσιο!…».

Μετά από τις πληροφορίες αυτές οι ερωτήσεις μετατρεπότανε, πλέον, σε μια μεγάλη απορία:

«Καλά! Όλα ο Μπακομήτσιος τα έκανε!… Οι άλλοι δεν κάνατε τίποτα;…».

«Αυτός είχε τα εργαλεία από την Πόλη!…».

«Αυτό είναι!… Έχεις δίκιο! Και πε… αλλιώς!… Αν είχαν εργαλεία θα κάνανε και Παρθενώνες με βριζάχερο!…

Στο χωριό μου οι εκατό περίπου κάτοικοι εξισλαμίστηκαν κατά τον 18ο αιώνα, μη αντέχοντας τις καταπιέσεις τούρκων και τουρκαλβανών. Οπότε ο Μπέης της περιοχής κάλεσε τους κατοίκους των διάσπαρτων οικισμών, με μόνο σημαντικό χωριό το Λειψοκούκι, για να χτίσουν στη θέση του σημερινού ντόπιου χωριού. Κι αν συμφωνούσαν, τότε θα τους επέτρεπε να χτίσουν και εκκλησία. Έτσι και έγινε. Ενώ οι Βαλαάδες, απέναντι, προσκυνούσαν το τζαμί. Ακόμα μνημονεύεται η θέση του δίπλα στου Γιάννη Αμπατζίδη το σπίτι.

Ο παππούς μου θα φύγει αργότερα από το πατρικό του και θα χτίσει ένα τεράστιο αρχοντικό, με δυο εισόδους, για τα δυο του παιδιά. Τον πατέρα μου Βασίλη. Και το θείο μου Χρήστο. Είχε χτίσει σε μια πλαγιά του Τζερτζελ μαχαλά και πολύ κοντά στους Βαλαάδες. (εξισλαμισμένους έλληνες)

Μπροστά από το σπίτι υπήρχε μια τεράστια κληματαριά με χονδρό κορμό. Τα σταφύλια τα λέγανε κορίθια. Κι αν δεν άκουγα το ρεμπέτικο τραγούδι του Τσιτσάνη, «το βαπόρι απ’ την Περσία πιάστηκε στην Κορινθία», δε θα μάθαινα ποτέ την προέλευσή τους. Θα τα μπέρδευα με τα αρνίθια…

Η δική μας εξώπορτα ήταν διπλή με δυο μάνταλους ασφαλείας. Ο κατασκευαστής, προφανώς, είχε πάρει τα μέτρα από βόδι. Δεν αστειεύομαι. Έπρεπε να χωράει να περάσει βόδι! Το πίσω ισόγειο δωμάτιο, κάτι σαν το πίσω σπίτι της Άννας Φράνκ, ήταν το υπνοδωμάτιο τους ζευγαριού των βοδιών μας. Του Μελίσσι με του Καρύδα. Ενώ το μπροστινό δωμάτιο έκανε χρέη κουζίνας.

Τα βόδια, δρασκελώντας τη μεγάλη αυτή πόρτα, χωρίς να τους έχει πει τη μοίρα κάποια τσιγγάνα… περνούσαν στο χαγιάτι κι από εκεί στον ντουσιμέ: Το βοδινό κρεβάτι από σκισμένους κορμούς δένδρων. Ο χώρος του χαγιατιού ήταν αρκετά οικείος στα βόδια, αφού μοσχοβολούσε κράμα βοδινής κοπριάς κι ασβέστη. Και φυσικά ο μικρός βουκόλος δεν ήταν άλλος από το γράφοντα!…

Επάνω από το βοδινό δωμάτιο υπήρχε το παιδικό. Να τι άλλο μας πρόσφεραν τα βόδια. Δωρεάν ζωική και οικολογική θέρμανση. Τα χνώτα τους περνούσαν από τις αραιές χαραμάδες του πατώματος και μας ζεσταίνανε σαν το Χριστό! Να μη νιώθαμε μικροί Χριστούληδες τα Χριστούγεννα! Ακριβώς από κάτω μας βρισκότανε η φάτνη σε παχνί!…

Από την εσωτερική ξύλινη σκάλα ανεβαίναμε επάνω. Το προσήλιο δωμάτιο ήταν άτυπο μουσείο. Και τι δεν είχε κάνει εκεί μέσα ο παππούς! Ξεκινάω από το ταβάνι. Ήταν σκαλιστό, χρωματιστό, και στη μέση υπήρχε ένα ξύλινο οκτάγωνο, από το κέντρο του οποίου ήταν κρεμασμένο ένα αβγό στρουθοκαμήλου. Το αβγό αυτό ήταν στολισμένο με πολύχρωμες χάνδρες, οι οποίες σχημάτιζαν ένα ταλαιπωρημένο δίχτυ από ρόμβους, και κατέληγαν σε ωραιότατα κοχύλια. Οι αδερφές μου αφαιρούσαν συχνά κάποιες από αυτές και κάνανε βραχιολάκια. Όχι και εντελώς ανώδυνα…

Το αβγό της στρουθοκαμήλου το πήγα κάποτε στο σχολείο για να μας κάνει ο δάσκαλος μάθημα.

Η απορία του Λάμπρου, ως μόνιμα αμελή, αφελή και αμελέτητου, είχε να κάνει με τον αριθμό των ομελετών που γινότανε από το αβγό αυτό λέγοντας:

«Πόσα τηγάνια αμελέτητα… μας κάνει αυτό το αβγό κύριε;».

«Πέντε!… αλλά μελετημένα!… Έλα επάνω Λάμπρο!» Η πενταδάκτυλη σφαλιάρα δεν χρειάζεται περιγραφή.

Ο Θωμάς ρώτησε εάν η στρουθοκάμηλος γεννούσε χωρίς τη βοήθεια μαμής!… Τελικά η χείρα βοηθείας ήρθε και πάλι από χείρα, με τη συνδρομή μιας κρανίσιας βέργας. Του κατακοκκίνησε τις παλάμες…

Ο Τέλης δεν είχε καμιά απορία. Μου είπε όμως να του το δώσω το Πάσχα για να τσουγκρίζει και να σπάζει όλα τα αβγά.

Σήμερα το αβγό αυτό το έχω στο σπίτι στο χωριό. Κι όσο για την προέλευσή του, γνωρίζουμε, από πάππου προς πάππο, πως το είχε στείλει κάποιος μακρινός θείος από την Αμερική πριν από εκατό χρόνια. Να όμως που και σήμερα η ηλικία του δεν άλλαξε. Λέμε ακόμα πως είναι αιωνόβιο. Λες και ακολουθεί τη σταθερή την ηλικία των νεκρών. Κι εκείνοι δεν μεγαλώνουν!

Στον τοίχο, απέναντι από το παιδικό κρεβάτι, και τέρμα επάνω, ο παππούς είχε κάνει μια ωραία ξύλινη χελιδονοφωλιά. Ένα ανάποδο Π και το οποίο στηριζότανε σε μια επίσης περίτεχνη βάση. Νομίζω πως αυτή τη στιγμή βλέπω τα πέντε πανέμορφα χελιδονάκια. Τόσο έντονη μου είναι αυτή η ανάμνηση. Ίδια μπασκετική εικόνα πανίδας!… Να τι άλλο θυμάμαι και δεν με νοιάζει εάν αηδιάσετε. Η χελιδόνα ήταν τόσο καθαρή και καλή νοικοκυρά, και μάνα, που δεν άφησε ποτέ τα παιδιά της νηστικά κι ούτε  βρώμικα. Ποτέ δεν είδαμε κουτσουλιά στο πάτωμα! Μη φαντασθείτε πως τα έβαζε και πάμπερς!… Εκείνη την εποχή δεν είχαν κυκλοφορήσει ακόμα!… Μιλώντας τα λοιπόν στη νοηματική γλώσσα του Πολάκη, της γυρίζανε τον πισινό, και η μαμά άρπαζε την κουτσουλιά από τον ποπό τους και την πετούσε έξω. Πού!… Και πώς!…Μη βιάζεστε!

Ο παππούς, μόλις ερχότανε η άνοιξη, όσο κρύο κι αν έκανε, επέβαλε, ως ιερή παρακαταθήκη, την αφαίρεση μιας πλάκας τζαμιού για να μπαινοβγαίνει η χελιδόνα. Πόσο οικολόγος ήταν αυτή η μαμά!… Και μόλις φεύγανε τα χελιδόνια γκρέμιζε το μπροστινό τείχος της φωλιάς για να το χτίσουν και πάλι την επόμενη χρονιά.

Σήμερα, νοικοκυρές και νοικοκυραίοι, νέοι και νέες, έχουν καταβρομίσει τον τόπο βγάζοντας τα σκυλιά στο δρόμο και στα πάρκα για αφόδευση. Να γιατί προτιμώ τη χωνεμένη κοπριά, πιο πολύ και από την αχώνευτη νοικοκυρά! Τη δήθεν, ζωόφιλο-οικολόγο-σκατολόγο, οικοδέσποινα…

Η πέτρινη μετώπη του τζακιού ήταν σκαλιστή κι ο παππούς είχε φιλοτεχνήσει επάνω της δυο πανέμορφα παγώνια. Αν και παγώνια, δεν κρυώνανε ούτε με παγωνιά!… Το τζάκι μας μπορεί να κάπνιζε, ακόμα και σε κλειστό χώρο, αλλά ποτέ δεν του είπαμε να κόψει το κάπνισμα. Εάν το έκοβε θα έκοβε και τη θαλπωρή μας… Γίνεται φωτιά χωρίς καπνό!… Αρκεί να υπήρχαν μπόλικα ξύλα.

Ο παππούς Μπακομήτσιος πέθανε το 1943, και τρία χρόνια μετά γεννήθηκα εγώ. Το όγδοο από τα δέκα παιδιά που είχε κάνει η μάνα μου. Και ως Σαββατογεννημένος στάθηκα αρκετά τυχερός. Για να είμαι ένας από τους τρεις επιζώντες έβαλε σίγουρα το χεράκι του η ημέρα του Σαββάτου!

Στη θέση του τρίτου δωματίου, πίσω και δεξιά, ο παππούς είχε διαμορφώσει έτσι το χώρο ώστε να χωρέσει το περίτεχνο σκαλιστό αμπάρι για το σιτάρι. Όσες φορές κι αν είπα στον πατέρα μου, να μην το ανεβάζει επάνω, πάντα με αποστόμωνε με μια λακωνική φράση, αλλά και φλύαρα υπονοούμενα…

«Έτσι είμαι σίγουρος…». Προφανώς εννοούσε δεν θα μας το έκλεβαν και άρα δε θα πεινούσαμε. Να όμως που η λανθασμένη αυτή εμμονή τού κόστιζε απίστευτη ταλαιπωρία! Να ανεβάζει στην πλάτη τα τσουβάλια και να τα αδειάζει στο αμπάρι. Και μετά από λίγο να κατεβάζει το σιτάρι για να το πάει στο μύλο! Ακόμα ηχεί στα αφτιά μου το τρίξιμο της εσωτερικής σκάλας.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’50 γκρεμίσαμε την ετοιμόρροπη εκκλησία για να κάνουμε πέτρινη και πιο λειτουργική… Ενώ το αρχοντικό σπίτι, με τη διπλή πόρτα, το γκρεμίσαμε το 1960, όταν ήμουνα μόλις δεκατεσσάρων χρονών. Τη χρονιά αυτή είχα περάσει στο Γυμνάσιο κι ο αδερφός μου στο πανεπιστήμιο.

Το επόμενο σπίτι, λόγω οικονομικής δυσχέρειας, ήταν πάρα πολύ φτωχό. Σαν το αφεντικό του!… Πολλά από τα υλικά του προέρχονταν από το παλιό. Εάν το έβλεπε ο παππούς θα δικαιωνότανε απόλυτα. Να τι έλεγε συχνά: «Εάν πεθάνουμε εμείς, ποιος θα σας φτιάχνει τα σπίτια!» Πάλι καλά που δεν είπε, εάν πέθαινε ο ίδιος… Τόσο αναντικατάστατη θεωρούσε τη γενιά του!

Το σπίτι αυτό το γκρέμισε ο σεισμός. Όπως και την πέτρινη εκκλησία. Κι εγώ, για να διαψεύσω, από τη μια, τον παππού μου. Κι από την άλλη, για να του αποδείξω πως του έμοιασα αρκετά, πήρα σεισμοδάνειο και έκτισα το τρίτο σπίτι στο χωριό, σχεδόν μόνος μου. Εκτός από το σκελετό και την κεντρική σκεπή, έκανα όλες τις υπόλοιπες εργασίες.

Είναι αυτό της ένθετης φωτογραφίας.

Και τώρα θα παραβγώ του παππού μου λέγοντάς του! Εύχομαι να με ακούει:

Παππού! Το δικό μου σπίτι έχει ρεύμα, καλοριφέρ, τηλεόραση, νερό, τουαλέτα εντός κλπ. Έχει ιταλικά πλακάκια, γερμανικά παράθυρα, και μια κλειδαριά ασφαλείας αντί για δυο ξύλινους μάνταλους. Τα μόνα υλικά που είναι ελληνικά είναι τα ευρωπαϊκά κεραμίδια!… Ενώ το δικό σου αρχοντικό, παππού μου, είχε μόνο ένα ξένο αβγό και πολύ μπαγιάτικο! Αλλά… Αμερικανικής τεκνοποιίας και προελεύσεως! Να μην το ξεχνάμε…

Συμπερασματικά, έζησα με τρεις εκκλησίες και τρία σπίτια! Ενώ στεφάνι ούτε δεύτερο κι ούτε τρίτο. Ευτυχώς!

*Οντάς= δωμάτιο στα τούρκικα.