Τα μέτρα που προαναγγέλλει η κυβέρνηση για τον περιορισμό των διαδηλώσεων είναι συνέχεια των διατάξεων ενάντια στο απεργιακό δικαίωμα, της κατάργησης του ακαδημαϊκού ασύλου και των αλλαγών στους Ποινικούς Κώδικες, που αυστηροποιούν τη νομοθεσία σε βάρος όσων αγωνίζονται για την προστασία της λαϊκής κατοικίας.

Στόχος της είναι να βάλει επιπλέον εμπόδια στην προβολή και διεκδίκηση των δίκαιων αιτημάτων των εργαζομένων και του λαού, σε μια περίοδο μάλιστα που κλιμακώνεται η αντιλαϊκή επίθεση σε όλα τα μέτωπα και βαθαίνει η ιμπεριαλιστική εμπλοκή της χώρας, εκθέτοντας το λαό σε μεγάλους κινδύνους, όπως δείχνουν και οι εξελίξεις στα Ελληνοτουρκικά. Επιβεβαιώνεται δηλαδή ότι αντιλαϊκή πολιτική και ένταση της καταστολής πάνε χέρι χέρι.

Αλλωστε, δεν είναι η πρώτη φορά που επιχειρείται να μπουν «στον πάγο» οι διαδηλώσεις, καθώς έχουν προηγηθεί άλλες εφτά προσπάθειες (!) από κυβερνήσεις της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ. Λογάριαζαν όμως χωρίς τον ξενοδόχο, αφού οι απειλές για απαγορεύσεις έπεσαν στο κενό.

Αλλά και η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ έβαλε χοντρά το χέρι της στην ένταση της καταστολής, προλειαίνοντας το έδαφος για την κατάργηση του ασύλου, με το πόρισμα Παρασκευόπουλου και παίρνοντας μέτρα περιστολής του απεργιακού δικαιώματος, ξανάβγαλε «αύρες» στους δρόμους με τον λεγόμενο «Αίαντα», ενώ σε πολλές περιπτώσεις, εργαζόμενοι, νεολαίοι, ακόμα και συνταξιούχοι διαδηλωτές αντιμετωπίστηκαν με αγριότητα από τα ΜΑΤ.

Κοινός τόπος στην «επιχειρηματολογία» της σημερινής και όλων των προηγούμενων κυβερνήσεων είναι ότι «δεν μπορούν οι μειοψηφίες να ταλαιπωρούν τις πλειοψηφίες και να θίγουν το δημόσιο συμφέρον».

Δεν είναι παράξενο ότι τα μέτρα για τον περιορισμό των διαδηλώσεων είναι πρώτα από όλα απαίτηση του ΣΕΒ και των άλλων εργοδοτικών ενώσεων, των μεγαλεμπόρων του κέντρου, των μεγαλοξενοδόχων και των άλλων τουριστικών επιχειρήσεων. Αυτών τα συμφέροντα θίγουν όταν διαδηλώνουν οι εργαζόμενοι και τα λαϊκά στρώματα, ενάντια στην πολιτική που στηρίζει τα κέρδη τους, εντείνοντας τη δική τους εκμετάλλευση.

Το συμφέρον αυτής της ισχνής μειοψηφίας, σε βάρος της συντριπτικής λαϊκής πλειοψηφίας που θίγεται από την αντιλαϊκή της πολιτική, ονομάζει η κυβέρνηση «δημόσιο συμφέρον» και παίρνει μέτρα ενάντια στις διαδηλώσεις.

Προσπαθούν μάλιστα να χρυσώσουν το χάπι και να ενσωματώσουν αντιδράσεις, λέγοντας ότι τα μέτρα θα αφορούν τις μικρές μόνο συγκεντρώσεις και ότι οι μεγαλύτερες δεν θα υπόκεινται σε τόσο αυστηρούς περιορισμούς. Πραγματικός τους στόχος, όμως, είναι να βάλουν στο γύψο συνολικά τις διαδηλώσεις, ειδικά εκείνες που ξεχωρίζουν για τη μαζικότητα και τη μαχητικότητά τους.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο πρωθυπουργός επέλεξε να απειλήσει δημόσια τις «μειοψηφίες που διαδηλώνουν, ταλαιπωρώντας την πλειοψηφία» σε δύο περιπτώσεις: Η πρώτη ήταν στη διάρκεια της πανεργατικής απεργίας στις 2 Οκτώβρη, όταν χιλιάδες εργάτες, με τα πανό και τα συνθήματα Ομοσπονδιών, Εργατικών Κέντρων και συνδικάτων, διαδήλωναν στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις ενάντια στο «αναπτυξιακό» πολυνομοσχέδιο, όπου μεταξύ άλλων αντεργατικών μέτρων περιλαμβανόταν και η διάταξη για τους περιορισμούς στη συνδικαλιστική οργάνωση και δράση.

Τις ίδιες φοβέρες εξαπέλυσε και από το συνέδριο της ΝΔ στις 30 Νοέμβρη, τη μέρα που χιλιάδες εργαζόμενοι και συνταξιούχοι διαδήλωναν ενάντια στην αντιασφαλιστική επίθεση της κυβέρνησης, για σύγχρονα ασφαλιστικά και συνταξιοδοτικά δικαιώματα. Είναι φανερό επομένως πού στοχεύουν τα μέτρα για τις διαδηλώσεις.

Ο τελευταίος λόγος όμως ανήκει στους εργαζόμενους, που δεν παζαρεύουν το δικαίωμα να αποφασίζουν οι ίδιοι και τα συνδικάτα τους για τις μορφές του αγώνα. Και είναι στο χέρι τους, δυναμώνοντας τη συλλογική οργάνωση και πάλη ενάντια στην πολιτική του κεφαλαίου και των κομμάτων του, να κάνουν κουρελόχαρτο τις απαγορεύσεις, να δώσουν αποφασιστική απάντηση στην ένταση της καταστολής.

Αναδημοσίευση από τη στήλη «Η Άποψή μας» του «Ριζοσπάστη», Παρασκευή 6 Δεκέμβρη 2019