Ολοένα περισσότεροι άνθρωποι εκδηλώνουν καταρράκτη, μια πάθηση που σε παγκόσμιο επίπεδο ευθύνεται για το 51% των περιστατικών τύφλωσης (περισσότερα από 20 εκατομμύρια άτομα).

Ο καταρράκτης είναι μία κατεξοχήν ασθένεια των ηλικιωμένων. Υπολογίζεται ότι στην Ευρώπη πάσχουν από αυτόν 5% άτομα ηλικίας 52-62 ετών και 30% στις ηλικίες 60-69 ετών. Μετά τα 70 έτη, όμως, πάσχει ποσοστό έως και 65% του πληθυσμού.

Ο καταρράκτης προκαλείται όταν ο φυσικός φακός του ματιού αρχίζει να χάνει τη διαύγειά του και να θολώνει. Αυτό έχει ως συνέπεια να γίνεται η όραση σταδιακά θαμπή, καθώς και να εμφανίζεται άλως («φωτοστέφανο») γύρω από τα φώτα το βράδυ.

Η αντιμετώπιση του καταρράκτη γίνεται με χειρουργική επέμβαση, κατά την οποία αφαιρείται ο θολωμένος φακός του ματιού και τοποθετείται στη θέση του ένας νέος, διάφανος, συνθετικός φακός (ενδοφακός). Στη χώρα μας υπολογίζεται ότι κάθε χρόνο γίνονται περισσότερες από 100.000 εγχειρήσεις καταρράκτη.

Μερικές φορές, ωστόσο, άνθρωποι που υποβάλλονται με επιτυχία σε επέμβαση καταρράκτη, παρουσιάζουν αρκετό καιρό αργότερα νέα θόλωση της όρασής τους. Αν και πολλοί περιγράφουν τη νέα διαταραχή ως «υποτροπή του καταρράκτη», αυτό δεν μπορεί να συμβεί.

«Ο δευτερογενής καταρράκτης, όπως είναι η επιστημονική ονομασία της κατάστασης, δεν οφείλεται στο ότι ξαναδημιουργείται η πάθηση», λέει ο χειρουργός-οφθαλμίατρος Δρ. Αναστάσιος-Ι. Κανελλόπουλος, MD, ιδρυτής και επιστημονικός διευθυντής του Ινστιτούτου Οφθαλμολογίας LaserVision, καθηγητής Οφθαλμολογίας Πανεπιστημίου Νέας Υόρκης, NYU Medical School. «Από τη στιγμή που έχει αφαιρεθεί ο φυσικός φακός του ματιού, δεν υπάρχει πιθανότητα υποτροπής. Ούτε μπορεί να θολώσει ο ενδοφακός. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι θολώνει το περιφάκιο, δηλαδή η μεμβράνη στην οποία στηρίζεται ο ενδοφακός».

Το περιφάκιο είναι μία φυσική δομή του ματιού, που φυσιολογικά περιέχει τον κρυσταλλοειδή φακό του ματιού. Αποτελείται από ένα πρόσθιο τμήμα, που «αγκαλιάζει» τον φακό, και ένα οπίσθιο που τον στηρίζει. Όταν αναπτυχθεί καταρράκτης και πρέπει να αφαιρεθεί ο φακός, ο γιατρός αφαιρεί σε μεγάλο βαθμό και το πρόσθιο τμήμα του περιφακίου. Ωστόσο διατηρεί ακέραιο το οπίσθιο τμήμα του, γιατί στηρίζεται σε αυτό ο ενδοφακός.

«Στη διάρκεια της επέμβασης μπορεί να απομείνουν στο τοίχωμα του οπισθίου τμήματος του περιφακίου μερικά κύτταρα του φυσικού φακού», λέει ο Δρ. Κανελλόπουλος. «Σε μερικούς ασθενείς, τα κύτταρα αυτά διαφοροποιούνται, πολλαπλασιάζονται και δημιουργούν έναν πολύ λεπτό ιστό, σαν ουλή, πίσω από τον συνθετικό ενδοφακό. Η «ουλή» αυτή προκαλεί θόλωμα της όρασης, διότι εμποδίζει την ελεύθερη διέλευση του φωτός, η οποία είναι απαραίτητη για την όραση».

Οι αλλαγές στην όραση εξαιτίας του δευτερογενούς καταρράκτη παρατηρούνται μέσα σε 1-2 χρόνια από την εγχείρηση (συνήθως έπειτα από αρκετές εβδομάδες ή μήνες). Στα πιθανά συμπτώματα που παρουσιάζουν οι ασθενείς συμπεριλαμβάνεται θολή ή διπλή όραση, αυξημένη άλως και μείωση της αντίθεσης (κοντράστ) των χρωμάτων.

Υπολογίζεται ότι ένας στους τρεις ασθενείς που έχουν κάνει εγχείρηση καταρράκτη, παρουσιάζουν και δευτερογενή καταρράκτη. Γιατί όμως δεν εκδηλώνεται σε όλους τους ασθενείς, αλλά μόνο σε κάποιους; Μπορεί άραγε να προβλέψει ο γιατρός ποιοι ασθενείς θα παρουσιάσουν αυτή την επιπλοκή της επέμβασης καταρράκτη;

«Δεν υπάρχει προς το παρόν τρόπος να προβλέψουμε ποιοι ασθενείς θα εκδηλώσουν δευτερογενή καταρράκτη», απαντά ο ειδικός. «Ξέρουμε όμως ότι υπάρχουν μερικοί παράγοντες κινδύνου, που καθιστούν πιθανότερη την εξέλιξη αυτή».

Όπως εξηγεί, τέτοιοι παράγοντες είναι η μικρή ηλικία του ασθενούς (κάτω των 60 ετών όταν κάνει εγχείρηση καταρράκτη), το οξύ γλαύκωμα ή το ιστορικό παλαιότερης επέμβασης στον αμφιβληστροειδή χιτώνα του ματιού. Αντιθέτως, η εγχείρηση LASIK για την βελτίωση της όρασης (π.χ. για διόρθωση της μυωπίας) δεν αυξάνει τον κίνδυνο εκδήλωσης δευτερογενούς καταρράκτη.

Η ραγοειδίτιδα επίσης αυξάνει τον κίνδυνο για δευτερογενή καταρράκτη. Η ραγοειδίτιδα είναι φλεγμονή στον ραγοειδή χιτώνα, δηλαδή στο μεσαίο από τα τρία στρώματα από τα οποία αποτελείται το μάτι.

«Δυστυχώς, ακόμα κι αν ένας ασθενής έχει έναν ή περισσότερους από αυτούς τους παράγοντες κινδύνου, δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι για να αποτρέψουμε την ανάπτυξη του δευτερογενούς καταρράκτη», προσθέτει ο Δρ. Κανελλόπουλος.

Τα καλά νέα είναι πως ο δευτερογενής καταρράκτης μπορεί να αντιμετωπιστεί πολύ γρήγορα και ανώδυνα, με μία μικροεπέμβαση με ειδικό λέιζερ (YAG laser). Η επέμβαση γίνεται με μικροσκοπική τομή, απ’ όπου το λέιζερ κατευθύνεται στην «ουλή» του περιφακίου για να την αφαιρέσει.

Η μικροεπέμβαση διαρκεί λίγα λεπτά, η ανάρρωση είναι γρήγορη και δεν απαιτούνται ράμματα. Η όραση συνήθως βελτιώνεται μέσα σε μία-δύο ημέρες, ενώ ο ασθενής πρέπει να βάζει για λίγες μέρες κολλύριο στα μάτια του. Όταν η επέμβαση γίνει σωστά και αφαιρεθεί ολόκληρη η «ουλή» του περιφακίου, οι πιθανότητες υποτροπής του δευτερογενούς καταρράκτη είναι λιγοστές.