Του Β. Μπάκα

                                                                  

  Όλα τα χριστιανικά σπίτια, τις άγιες εκείνες μέρες των Χριστουγέννων,  είχαν και μια φάτνη δίπλα στο στολισμένο δένδρο. Η φάτνη όμως επάνω  στον καταυλισμό των Κούρδων, κάπου στην Πεντέλη, ήταν ανώτερη απ’ όλες γιατί ήταν αληθινή. Ήταν μια πάνινη σκηνή μέσα στην οποία βρισκότανε η Σιλάν με το μωρό της. Θα έλεγα, ίδια η Παναγία με το Χριστούλη.

Κανένας κάμεραμαν, φωτογράφος, αλλά ούτε και αγιογράφος θα μπορούσε να αποδώσει το μέγεθος αυτής της δυστυχίας.

Τη διώξανε από το νοσοκομείο, αν και ήταν χτυπημένη από την επάρατη νόσο, και ανέβηκε επάνω στον καταυλισμό για να πεθάνει δίπλα στους ομοεθνείς της με αξιοπρέπεια. Άλλωστε, αυτός ήταν κι ο λόγος που κάποιος δημοσιογράφος έκανε το φοβερότερο ρεπορτάζ που είδα ποτέ στη ζωή μου.

Εκεί πάνω στο χιονιά και στο ξεροβόρι της Πεντέλης τη φτωχή της φάτνη δεν την ζεσταίνανε τα χνώτα των βοδιών, αλλά ο ζεστός αέρας που ξεφυσούσε το άψυχο αντικείμενο. Ένα ηλεκτρικό ασεσουάρ…

Μπορεί τα βόδια να έχουν εκλείψει, αλλά, δυστυχώς, υπήρχαν εκεί κοντά αρκετά γαϊδούρια τα οποία καλοπερνούσανε στο παχνί τους… Ένα παχνί που το λένε βίλα, έπαυλη, μονοκατοικία, διαμέρισμα κλπ. Σε κάποια ροζ βίλα, μάλιστα, πιο κάτω, όπου θα χωρούσε ολόκληρος ο καταυλισμός των Κούρδων, έμενε μόνη της μια πονεμένη θεούσα και ανυπεράσπιστη χήρα χριστιανή… Μια βίλα χρώματος πάνθηρα!…

Όταν ο δημοσιογράφος πέρασε το κατώφλι της σκηνής και ρώτησε τη Σιλάν, κατασυγκινημένος, εάν ήθελε να της προσφέρουν κάτι, τον αποσβόλωσε με την αυτάρκεια και τη μοναδική αξιοπρέπειά της!

«Τίποτα!» είπε, και ο αόρατος ροοστάτης φώτισε το άγιο πρόσωπο της κοπέλας για να τον θαμπώσει με την περηφάνια της.

Τι άλλο να ήθελε! Τα είχε όλα!… Είχε σπίτι, έστω και πάνινο. Είχε μια βρεγμένη κουρελού για κρεβάτι… Είχε ένα ασεσουάρ για θέρμανση. Η   ιατροφαρμακευτική περίθαλψη χωρούσε σε μια σακούλα νάιλον… Είχε  τηλεόραση!… Έστω ασπρόμαυρη!… Κι όσο για τρόφιμα, είχε μια τεζαρισμένη σακούλα που της δώσανε οι δικοί της. Τι άλλο είχε!… Είχε πόνο!… Είχε θλίψη!… Είχε ακόμα και καρκίνο!… Είχε όμως και κάτι το οποίο δεν το άλλαζε με όλα τα καλά του κόσμου. Είχε το γιο της αγκαλιά. Είχε το δικό της Χριστούλη!

Ποτέ δεν θα ξεχάσω εκείνα τα μάτια του παιδιού με τις γαλανές ανταύγειες που, με υπερπροσπάθεια εξαιτίας της αβιταμίνωσης, κατάφερνε και τα σήκωνε για να αντικρίσει τη μανούλα του. Τη δική του Παναγία.

Από αυτό το αγγελούδι αντλούσε κουράγιο η Σιλάν. Κι από τη σιωπή της, την Ιώβειο υπομονή! Αλήθεια! Πόσο κοντά στη σιωπή ήταν το όνομά της; Σιλάν(ς)…

Κι όμως ήλπιζε πως θα γινότανε καλά, παρά την αντίθετη διάγνωση των γιατρών του νοσοκομείου οι οποίοι τη διώξανε γιατί δεν είχε βιβλιάριο υγείας!…

Κάτω στο λεκανοπέδιο, στα διάφορα κέντρα διασκέδασης και στα μπάχαλα, χιλιάδες συνομήλικες κοπέλες με τις κοιλιές απέξω ουρλιάζανε ανεβασμένες επάνω στα τραπέζια: «χορέψτε γιατί χανόμαστε…». Οι Κούρδοι όμως στον καταυλισμό λέγανε το αντίθετο: «ντυθείτε για να μη χαθούμε…»

Καλή μου Σιλάν. Περάσανε δώδεκα χρόνια από τότε και νομίζω πως σε βλέπω κάθε Χριστούγεννα. Αν υπάρχει παράδεισος, είμαι σίγουρος πως βρίσκεσαι εκεί και μάλιστα σε αριθμημένη θέση δίπλα στο Χριστό και την Παναγία. Αλίμονο αν χάνονται τέτοιες ψυχές… Το βλαστάρι σου που να βρίσκεται άραγε! Πόσο θα ήθελα να το γνωρίζω!

Πώς να ξεχάσω εκείνο το διάλογο. Τον αναλογίζομαι ακόμα και δεν χορταίνω οξυγόνο:

«Τι θέλετε να σας φέρουμε κυρία;»

«Τίποτα!…».

Τα είχες όλα καλή μου. Ακόμα και καρκίνο…

Δε μπορώ να διανοηθώ σκληρότερη ετυμηγορία για τον αχυρένιο κόσμο μας: Τίποτα!… Αυτό το «τίποτα…» ηχεί σαν ένα δυνατό χαστούκι καταπρόσωπο στον πολιτισμό και στην υποκρισία της κοινωνίας μας.

Τι άλλο να ζητούσε; Η ψυχή της είχε χορτάσει κιόλας πίκρα και ορφάνια. Μια ορφάνια που ακολουθούσε το ριζικό της, λες και ίσχυε κι εδώ η κληρονομικότητα… Σε λίγο θα ήταν ορφανό και το βλαστάρι της…

Παράπονό μου, πόσο μικρός φάνταζε ο ορίζοντας μέσα στην ανεμοδαρμένη σου σκηνή που πλατάγιζε σαν τραυματισμένη μπεκάτσα!… Κι όμως, όταν κοιτούσες το γιο σου, μέσα σ’ εκείνα τα τεράστια μάτια, έβλεπες θαρρώ, τον κόσμο όλο!…

Υ.Γ. Σήμερα άλλαξαν τα πράγματα. Μπορεί να υπάρχουν αρκετές πολύχρωμες γιούρτες, σαν τη δική σου, αλλά κάποιοι άλλοι ομοιοπαθείς κάνουν αναγκαστικό μπάνιο στη θάλασσα καταχείμωνο! Είναι όμως και χειρότερα. Όταν ανοίγω το κομπιούτερ και βλέπω το νεκρό Αϊλάν, ξεβρασμένο σε μια αμμουδιά, γίνομαι καλύτερος άνθρωπος! Έτσι νομίζω… Να όμως που η ανθρωπιά μου υποτροπιάζει συχνά. Πάντα λέω πως θα ανεβώ στην Πίνδο για να δω το μικρό Σύριο, να περπατά σε πρωτόγνωρα γι αυτόν μονοπάτια, και πάντα το αναβάλλω. Βλέπω όμως το βράδυ το μεγάλο Σείριο, το λαμπερότερο απλανές αστέρι του Ουρανού, και θυμάμαι το αγγελούδι της Σιλάν.

Πέρασαν τόσα χρόνια από τότε που οι Κούρδοι καταυλιζόταν επάνω στην Πεντέλη και η οδύσσεια του άμοιρου αυτού λαού συνεχίζεται.