ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΩΤΑΚΗΣ
Ο μεγάλος υπηρέτης
εκδ. Κέδρος, σελ. 350

Στο πιο αξιοπρόσεκτο κομμάτι του βιβλίου, που παρεισφρέει αιφνιδίως στην αφήγηση, παρακολουθούμε έναν άντρα έγκλειστο σε ένα λαβύρινθο. Ο άντρας περπατά αδιάκοπα στις δαιδαλώδεις διακλαδώσεις του τερατώδους οικήματος, αναζητώντας την έξοδο. Ξοδεύει τις ημέρες του στη μάταιη οδοιπορία, ξεχνώντας το νόημα της δυστυχίας του αλλά και της επιθυμίας του για ελευθερία, μέχρι που σωριάζεται εξαντλημένος σε ένα διάδρομο και εκεί φτιάχνει το σπίτι του· «ένα σπίτι που έφτιαξα για να μπορώ να υπάρχω χωρίς κανέναν».

Με αυτό το εμβόλιμο κομμάτι ο Δημήτρης Σωτάκης προτείνει πλαγίως την αλληγορική ανάγνωση της μυθοπλασίας. Ενας ευκατάστατος επιχειρηματίας προσλαμβάνει έναν υπηρέτη, στον οποίο αναθέτει τη διεκπεραίωση όλων των πρακτικών λεπτομερειών της καθημερινότητάς του. Καθώς ο εργοδότης συνειδητοποιεί την εξουσιαστική του δύναμη, ο υπηρέτης επιφορτίζεται με όλο και περισσότερα καθήκοντα. Η συμβίωσή τους εδραιώνεται στο δίπολο εντολής και υποταγής. Ο υπηρέτης αναλαμβάνει για λογαριασμό του αφεντικού του την υλοποίηση των διακαών ονείρων του, επαγγελματικών και συναισθηματικών. Βαθμιαία, ωστόσο, η εργατικότητα και η αποδοτικότητα του υπηρέτη υποσκελίζουν τη δικαιοδοσία του εντολοδότη. Ο τελευταίος καθίσταται περιττός στην ίδια του τη ζωή.

Οπως σε όλα τα μυθιστορήματα του Σωτάκη έτσι και σε αυτό η σημασία της πλοκής αποκρυπτογραφείται μέσα από συμβολικές ερμηνείες. Οι δύο άντρες που μοιράζονται μια κοινή ζωή, προσωποποιούν το διχοτομημένο είδωλο του αφηγητή, ο οποίος αδυνατεί να βρει διέξοδο στη μοναχικότητά του. Παραμένει έγκλειστος στον εαυτό του, κερματισμένος σε αντικρουόμενες προσδοκίες, ξιφουλκώντας λυσσωδώς εναντίον της σκιάς του. Δεν ξέρει τι να κάνει με αυτό τον σωσία που σφετερίζεται τις μέρες του. Τον μαλώνει, τον ταπεινώνει, τον ξυλοφορτώνει, τον κανακεύει, τον διώχνει, τον δωροδοκεί, αλλά αδυνατεί να απαλλαγεί από αυτόν. Ο εαυτός του είναι ο δολιότερος δυνάστης και ο ίδιος ο μεγάλος υπηρέτης του.

Η αυτοκαταστροφική διαδρομή του ήρωα κινητοποιείται από την υστερική λαχτάρα της ευτυχίας. Τον κατακλύζουν οι ονειροπολήσεις ενός θεσπέσιου μέλλοντος, το οποίο φαντασιώνεται βουλιαγμένος στον καναπέ, τρώγοντας μπροστά στην τηλεόραση. Μεταξύ κουζίνας και τηλεόρασης βιώνει «μια πρωτόγνωρη πληρότητα». Ναρκωμένος από τη θαλπωρή του καθιστικού, παραδομένος στη σκοτεινή ηδονή της οκνηρίας, ενδίδει στην ψευδαίσθηση μιας φανταστικής, έκλαμπρης ζωής. Ομως, καθώς αυτή η μανιώδης αισιοδοξία ήταν το ξέσπασμα ενός αλλόφρονος μυαλού, στο ξεθύμασμα των φαντασιώσεων τον έπνιγε η απελπισία. Η εγγενής αστάθεια της ελπίδας κατέφθειρε την ψυχική του ισορροπία. Οντας ξενιστής ενός υπονομευτικού σωσία, ενός δολιοφθορέα που παρασιτούσε στο υποσυνείδητο δυναμιτίζοντας κάθε προσμονή ευτυχίας, κάθε του χειρονομία ήταν ματαιοπονία. Ζούσε στο σπίτι του, έχοντας ξεχάσει πως ήταν χτισμένο στον διάδρομο ενός λαβυρίνθου. Είχε ξεχάσει την επιθυμία της εξόδου· «σερνόμουν εγκλωβισμένος σε μια αυτοτροφοδοτούμενη παρακμή».

Πρωτεύον στοιχείο των μυθοπλασιών του Σωτάκη είναι η ιλαροτραγωδία. Οι ήρωές του οδηγούνται στη συντριβή σχεδόν γελοιοποιημένοι. Αν δεν δείχνουν φαιδροί είναι επειδή έχουν βαθύτατα καταρρακωθεί. Ο τωρινός αφηγητής συμπεριφέρεται σαν φαρσέρ. Εφευρίσκει κόλπα για να ξεφεύγει από την ανία της ύπαρξης, ζει διά αντιπροσώπου και απολαμβάνει μια πλασματική, αυτιστική ευφορία, μέχρι που συνειδητοποιεί πως κάθε απόπειρα εκλογίκευσης καταλήγει σε έναν νέο παραλογισμό. Μέσα από τη σχιζοφρενική σκιαμαχία με τον εαυτό του, εξορίζεται από τη ζωή του και εγκλείεται στον θύλακο μιας εξωφρενικής μοναξιάς, μιας σαρκοβόρας αυτοαναφορικότητας. Ζούσε αυτοδαπανώμενος σε έναν εσωτερικό μονόλογο, σπαρασσόμενος άλλοτε από χαρά και άλλοτε από θλίψη, που δεν ήταν παρά πλάνες του μυαλού του. Αυτή η δαιμονική, αλλόκοτη και άλογη, ψυχική ταλάντωση ανάμεσα στο ζενίθ και το ναδίρ σημαδεύει την πεζογραφία του Σωτάκη.

Πηγή: kathimerini.gr