»Γράμμα Αγάπης ».Πρόκειται για ένα ουσιώδη θεατρικό μονόλογο βασισμένο στις τραυματικές εμπειρίες των παιδικών χρόνων του συγγραφέα στα χρόνια του Ισπανικού εμφυλίου, στη δολοφονία του πατέρα του και στη νοσηρή σχέση με τη μητέρα του, που χαράχτηκαν στην τρυφερή ψυχή του με ανεξίτηλο τρόπο, καθορίζοντας την υπόλοιπη ζωή του.                                                                                                                            Οι μνήμες των επώδυνων παιδικών χρόνων του, ξυπνούν και γίνονται αφορμή ο συγγραφέας να κάνει μια κατάθεση ψυχής.                                                                      Όπως γράφει ο ίδιος, «το έργο το ίδιο με ξαναγεννούσε όπως το κουκούτσι του ροδάκινου δημιουργεί τη ζωή».

Ο συγγραφέας Fernando Arrabal γεννήθηκε το 1932 στη Melilla του Ισπανικού Μαρόκου. Από το 1956 ζει μόνιμα στη Γαλλία και γράφει στη γαλλική γλώσσα. Έχει γράψει περί τα 100 θεατρικά έργα, έχει συμμετάσχει σε 800 ποιητικές συλλογές, είναι σκηνοθέτης και ζωγράφος και με διαρκή ενεργή αντιφασιστική δράση.

Το συγκεκριμένο  έργο του  γράφτηκε το 1999 και  παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα, σε μετάφραση του Νεκτάριου – Γεώργιου Κωνσταντινίδη, διδάκτορος του Πανεπιστημίου Αθηνών, κριτικού και μεταφραστή Θεάτρου, στον πολυχώρο πολιτισμού «Διέλευσις» Λέσβου 15 στην Κυψέλη.

Στην πρεμιέρα του έργου στις 3 Νοεμβρίου 2019 παραβρέθηκε  ο συγγραφέας o οποίος δήλωσε  μεταξύ άλλων  δηλώνει εντυπωσιασμένος:
«Η παράσταση με συγκλόνισε.  Άκουσα τη μετάφραση και, παρ’ όλο που δεν ξέρω ελληνικά, αναγνώρισα το έργο μου. Η Χάρις Συμεωνίδου, πιστεύω, είναι από τις καλύτερες ηθοποιούς που έχετε στην Αθήνα. Έχω δει το έργο μου στην Ισπανία, στο Ισραήλ, στη Ρουμανία, στην Αμερική, όλες οι πρωταγωνίστριες που έπαιξαν τον ρόλο ήταν πολύ καλές, όμως στην Αθήνα ήταν η καλύτερη. Η σκηνοθεσία επίσης ήταν αυτό που ήθελα. Σε άλλες χώρες έχουν διασπάσει το κείμενο σε τρεις ή περισσότερους ρόλους και δεν το παρουσιάζουν ως μονόλογο, όπως είναι. Και η μουσική ήταν υπέροχη. Είμαι κατενθουσιασμένος».

Σημείωμα της σκηνοθέτιδας Χρυσάνθης Κορνηλίου: 

Το συμβολικό αντλεί την ισχύ του από τη δύναμη της πραγματικότητας, – εφόσον τα πάντα είναι σύμβολα – και η πραγματικότητα ανάγεται σε σύμβολο, δυνάμει του βαθμού κατανόησης της ισχύος του συμβόλου, που αυτή μας αποκαλύπτει. Το έργο του Αραμπάλ κινείται στα όρια ρεαλισμού και υπερρεαλισμού. Ρεαλισμού εφόσον βασίζεται ιστορικά και βιωματικά σε πραγματικά γεγονότα (εμφύλιος πόλεμος, γράμματα, υπαρκτά πρόσωπα κλπ), και υπερρεαλισμού εφόσον πρόσωπα και γεγονότα ανάγονται σε σύμβολα τραγικότητας της ιστορίας και των ψυχολογικών παραμέτρων που υφαίνουν το γεγονός του τραγικού.           Η μητέρα δεν αποξενώνεται από το ψυχολογικό υπόβαθρο του ρόλου της, και έτσι δεν αποχυμώνεται η σημαντική του συμβόλου˙ κουβαλάει π.χ. τις ενοχές, τις αίολες αυτοδικαιολογήσεις της, ή το σπαραγμό της μοναξιάς που ενέχεται στη συμπεριφορά της. Ωστόσο νομίζω ακόμα ότι η διάζευξη ρεαλιστικού και υπερρεαλιστικού ή συμβολικού, αποτελεί τραύμα στην κατανόησή μας, γιατί η ισορροπία τους στην Τέχνη είναι αυτή που αποτελεί το μέγιστο επίτευγμά της. Το μυθικό στοιχείο εμπλέκεται στο έργο με το πραγματικό σε μία σχέση αλληλοτροφοδότησης, έτσι ώστε να μας αφορά, και εν τέλει να μας ενδιαφέρει. Διαφορετικά το συμβολικό ή το υπερρεαλιστικό στοιχείο καταλήγει σε ένα νοητικό σχήμα χωρίς υπόσταση ενώ η πραγματικότητα υποβιβάζεται σε ένα συμβάν χωρίς νόημα ή βαθύτερη σημασία, που θα μπορούσε να προκαλέσει οποιοδήποτε είδος κάθαρσης. Η μητέρα μπορεί να συμβολίζει μία Λίλιθ αλλά με σάρκα και οστά, πράγμα που της αποδίδει και την τραγικότητά της. Τραβώντας την από το χώρο της βιωμένης πραγματικότητας στο χώρο του ονείρου ο Αραμπάλ συνθέτει το φανταστικό με το πραγματικό σαν τα δύο πρόσωπα του Ιανού, χωρίς κανένα από τα δύο να σκιάζει το άλλο. Αυτό το βλέπουμε και στην ταινία του Viva la muerte (1971) η οποία είναι ένα πιο ανεπτυγμένο σενάριο του θεατρικού μονολόγου του «Γράμμα αγάπης» (1999). Ο γιος δεν επιστρέφει, η μητέρα διαβάζει ένα γράμμα – λευκό χαρτί, στην ουσία φαντάζεται ένα λυτρωτικό γράμμα, ενώ απαντά σ’ ένα τηλέφωνο που δεν χτύπησε ποτέ και σε μία φωνή που την φαντάζεται.   Χωρίς ο συγγραφέας να επιδιώκει να δημιουργήσει ένα σενάριο με happy end, ωστόσο δίνει τη δυνατότητα στο σκηνοθέτη, στο τέλος του θεατρικού του μονολόγου, να παρουσιάσει την επιστροφή του γιου, αν θέλει κάπως να ελαφρύνει το τέλος του.                                      Γράφει συγκεκριμένα: Υπάρχει η δυνατότητα ενός πιο αίσιου τέλους: η εμφάνιση του γιου (που θα κρατά στο χέρι μια ανθοδέσμη) κατά τα διάρκεια της τελευταίας «τηλεφωνικής συνομιλίας» της μητέρας.                                                                                  Προσωπικά δεν επέλεξα αυτή την εκδοχή για να μην αποδυναμωθεί το τραγικό στοιχείο.Εκείνο που με παρακίνησε να σκηνοθετήσω το έργο αυτό ήταν η εμπλοκή της φαντασίας με την πραγματικότητα, που αμβλύνει το γεγονός της συμμετοχής του ήρωα ή της ηρωίδας ενός έργου στα τραγικά γεγονότα της ιστορίας και των τραυμάτων που προκαλούνται απ’ αυτήν. Γι αυτό και επαναλαμβάνει συνεχώς στο έργο του «η ιστορία, αυτή η μητριά». Θα μπορούσαμε να πούμε ότι πίσω απ’ αυτήν είναι το σύμβολο της σκοτεινής πλευράς της ψυχής, που είναι υπαίτιος κάθε τραγωδίας, είτε ιστορικής είτε προσωπικής. Σύμβολο όμως που είναι ριζωμένο στην πιο σκληρή πραγματικότητα του καθημερινού βίου και γι αυτό, όταν φωτίζεται με τον κατάλληλο τρόπο, μπορεί να μετακινήσει συνειδήσεις.

Συντελεστές της παράστασης :

Σκηνοθεσία: Χρυσάνθη Κορνηλίου

Ερμηνεύει: η Χάρις Συμεωνίδου

Φωνή γιου: Γιάννης Κωσταράς

Φωτισμοί: Κωνσταντίνος Σακουλάς

Τιμές εισιτηρίων     12 € κανονικό

10 € φοιτητικό, ανεργίας

Η επίσημη πρεμιέρα θα γίνει στις 16 Δεκεμβρίου 2019

Παραστάσεις:

Κυριακή  18.30

Δευτέρα 20.30