Για δυο ταινίες θα μιλήσουμε αυτήν την εβδομάδα: από τη μια για το «Στα Μαχαίρια», μια ατόφια ταινία είδους φτιαγμένη για να ψυχαγωγήσει τους πολλούς, με έναν τρόπο με τον οποίο μακάρι να φτιάχνονταν όλες οι ταινίες για τους πολλούς, και από την άλλη «Τα Άγρια Αγόρια», μια εντελώς προσωπική ταινία φτιαγμένη όχι για τα μεγάλα πλήθη αλλά για σινεφίλ κοινό, για κοινό υποψιασμένο τι περίπου πάει να δει, για κοινό που πηγαίνει να δει αν το συγκεκριμένο καλλιτεχνικό εγχείρημα είναι αντάξιο των κριτικών επαίνων.

Πριν ξεκινήσει η προβολή του «Στα Μαχαίρια», εμφανίζεται στις οθόνες με ένα σύντομο μήνυμα ο δημιουργός τους (και σκηνοθέτης και σεναριογράφος) Ράιαν Τζόνσον. Μας λέει δύο πράγματα: πρώτον ότι στα γυρίσματα το καταδιασκέδασαν και δεύτερον ότι το έργο είναι ένα “whodunit“. Όπως έκανε κάποτε ο Χίτσκοκ με το «Ψυχώ», μας καλεί να μην αποκαλύψουμε το μυστικό της ταινίας. Χρειαζόταν να μας το δηλώσει και με λόγια ότι είναι ένα έργο όπου ψάχνουμε να βρούμε «ποιος το έκανε»; Χρειαζόταν άραγε να ζητά από τους θεατές να μην αποκαλύπτουν «ποιος το έκανε»; Μήπως είναι λίγο ψωνισμένη συμπεριφορά; Ή μήπως είναι κάπως παιγνιώδης meta συμπεριφορά; Σίγουρα ψωνισμένος πάντως και σίγουρα υπερσίγουρος για τις δυνατότητές του είναι ο πρωταγωνιστής της ταινίας , ο φοβερός και τρομερός ιδιωτικός ντετέκτιβ Μπενουά Μπλαν, τον οποίο υποδύεται απολαυστικότατα ο Ντάνιελ Κρεγκ.

Το βράδυ των 85ων γενεθλίων του, και αφού έχει προηγηθεί το σχετικό πάρτι στην έπαυλή του, ο Κρίστοφερ Πλάμερ, διάσημος και πάμπλουτος συγγραφέας αστυνομικών μυστηρίων, βρίσκεται νεκρός. Όλα τα εγκληματολογικά στοιχεία δείχνουν ότι έκοψε μόνος του την καρωτίδα του και αυτοκτόνησε. Aν τον είχε δολοφονήσει άλλος και το είχε κάνει να φανεί σαν αυτοκτονία, τα ίχνη από το σκορπισμένο αίμα στο δωμάτιο θα ήταν διαφορετικά. Η αστυνομία δεν έχει λόγο να αμφισβητεί αυτό που της λέει η επιστήμη. Ο Μπενουά Μπλαν όμως έλαβε έναν φάκελο με καλά λεφτά για να σκαλίσει την υπόθεση. Ο φάκελος δεν είχε υπογραφή αποστολέα. Ο Μπενουά Μπλαν είναι διατεθειμένος να κάνει ό,τι μπορεί για να επιβεβαιώσει τη φήμη του. Εκτός κι αν αυτή είναι φουσκωμένη κι ο ίδιος δεν είναι παρά ένας φουσκωμένος διάνος, γεμάτος τουπέ και αυτοπεποίθηση, αλλά με ένα σωρό στοιχεία να ξεφεύγουν μπροστά στα μάτια του.

Ένας συγγραφέας αστυνομικών μυστηρίων φέρεται να αυτοκτόνησε. Μήπως το έκανε εσκεμμένα προσφέροντας με τον θάνατό του ένα τελευταίο έμπρακτο μυστήριο, προσλαμβάνοντας μάλιστα ανώνυμα τον πιο διάσημο ντετέκτιβ για να δει αν θα τον ανακαλύψει; Μήπως τον σκότωσε ο γαμπρός του, Ντον Τζόνσον, τον οποίο λίγες ώρες πριν είχε απειλήσει ότι, ή θα ομολογήσει ο ίδιος στη γυναίκα του και κόρη του συγγραφέα, Τζέιμι Λι Κέρτις, τη σχέση του με άλλη γυναίκα, ή θα της στείλει τα πειστήρια; Μήπως τον σκότωσε η Τζέιμι Λι Κέρτις, που δεν φαίνεται να έχει κάποιο εμφανές κίνητρο, αλλά πάντα τους πιο υπεράνω υποψίας πρέπει τελικά να υποψιαζόμαστε; Μήπως τον σκότωσε ο γιος των Τζόνσον και Κέρτις, ο Κρις Έβανς, τον οποίο ο συγγραφέας λίγες ώρες πριν αποκλήρωσε; Μήπως τον σκότωσε ο γιος του συγγραφέα, Μάικλ Σάνον, τον οποίο λίγες ώρες απέλυσε από τη διαχείριση του έργου του, δουλειά που τον άμειβε πλουσιοπάροχα; Μήπως τον σκότωσε ο έφηβος γιος του Μάικλ Σάνον, ακροδεξιό τρολ της alt right; Μήπως τον σκότωσε η νύφη του Τόνι Κολέτ, γιατί την έπιασε να εισπράττει δυο φορές τα δίδακτρα για το ακριβό πανεπιστήμιο της αριστερής κόρης της, ώστε τη δεύτερη να τα βάζει στην τσέπη της; Ή μήπως έχει ρόλο πολύ πιο σκοτεινό από ό,τι φαίνεται η προσωπική νοσοκόμα του συγγραφέα, Άνα ντε Άρμας;

Και επειδή ο Ράιαν Τζόνσον βάζει ψηλά τον πήχη, αρκετά νωρίς στην ταινία μας δείχνει πώς ακριβώς πέθανε ο συγγραφέας. Και ένας έξτρα πήχης, προκειμένου να μην αμφιβάλλουμε για αναξιόπιστους αφηγητές και τέτοια, μας παρουσιάζει μια ηρωίδα η οποία έχει ψυχοσωματική δυσανεξία στο ψέμα, με αποτέλεσμα όποτε λέει ψέματα να κάνει εμετό. Άρα τα έχουμε όλα μπροστά μας, ξεκάθαρα από κάθε άποψη. Τι μπορεί να μην έχουμε δει;

Όσο προχωράει η πλοκή, μαζί με το κατεξοχήν αστυνομικό μυστήριο, ο θεατής προσπαθεί να καταλάβει αν ο Μπλαν είναι ένας ιδιοφυής ντετέκτιβ ή ένας δοξασμένος βλαξ. Οι απαντήσεις και στα δύο ερωτήματα είναι παραπάνω από ικανοποιητικές. Και είναι εξόχως ικανοποιητικό ότι με την τελική λύση του μυστηρίου δεν νιώθεις ότι ο Τζόνσον έκλεψε, δεν νιώθεις ότι έκανε παρακάμψεις, νιώθεις αντίθετα, πως οσοδήποτε όντως τραβηγμένα είναι όσα συμβαίνουν, δεν παύει να φανερώνουν την ύπαρξη ενός πολύπλοκου σεναριακού οικοδομήματος. Και τέλος αφού έχουμε φάει ολόκληρη την τούρτα του whodunit, το κερασάκι είναι ένα ούτως ή άλλως υφέρπον κοινωνικοπολιτικό σχόλιο, εξίσου καλοδεχούμενο, εξίσου ευφρόσυνο.

Αν εξαιρέσεις τα ελάχιστα πρώτα λεπτά της ταινίας, όπου προσπαθείς να καταλάβεις τι και πώς ενώ ταυτόχρονα παρακολουθείς με ανοικτό το στόμα τις εικόνες τους, «Τα Άγρια Αγόρια» προσφέρουν στον θεατή μια στρωμένη πλοκή. Όποιος θεατής δεν συντονιστεί με την ταινία, δεν θα είναι επειδή το έργο που θα δει δεν έχει αρχή, μέση και τέλος. Έχει και από τα τρία. Ο Μπερτράν Μαντικό κάνει ένα σινεμά εντελώς ποιητικό μεν, πατώντας σταθερά σε μια συγκεκριμένη ιστορία δε.

Σε μια μακρινή εποχή και σε έναν μακρινό τόπο, πέντε έφηβοι, μια συμμορία από πέντε άγρια αγόρια, αφού έχει πρώτα περάσει από άλλα σκαλιά της παραβατικότητας, διαπράττει ένα φρικτό έγκλημα. Η τιμωρία τους θα έρθει εκτός του δικαστικού συστήματος, όταν ένας καπετάνιος θα αναλάβει να τους στρώσει και να τους πειθαρχήσει, παίρνοντάς τους μαζί στο μικρό καράβι του. Οι μέθοδοι σωφρονισμού του είναι περίεργοι, όχι όμως περισσότερο περίεργοι από ένα νησί στο οποίο το καράβι θα σταματήσει για ανεφοδιασμό, ένα νησί όπου η ίδια η φύση είναι σαν ερωτικό σώμα -ή μάλλον σαν ερωτικά σώματα-, ένα νησί όπου έχει με τη σειρά του μια αδιανόητη επίδραση πάνω στα ανθρώπινα σώματα.

Κι όμως παρά την ύπαρξη μιας συγκεκριμένης ιστορίας, είναι σαν στα εκατό λεπτά των «Άγριων Αγοριών» να εικονογραφείται διαρκώς η σεξουαλική επιθυμία. Σωστότερα: τα« Άγρια Αγόρια» δεν εικονογραφούν απλώς, είναι τα ίδια ως φιλμικό σώμα σεξουαλική επιθυμία, ένα σώμα που συνταράσσεται διαρκώς από επιθυμία, ένα σώμα που βγαίνει εκτός εαυτού και εκτός σώματος, ένα σώμα μεταλλασσόμενο και σε μεταμόρφωση, αλλά ασταμάτητα διψασμένο, ακόμη και όταν ξεδιψά, ακόμη και όταν χορταίνει, ακόμη και όταν ξαποσταίνει, ένα σώμα που ψάχνει και βρίσκει την ηδονή τόσο στο φως όσο και στο σκοτάδι, τόσο στην ανταμοιβή όσο και στην ποινή, ένα σώμα που δεν θα ησυχάσει ποτέ γιατί τα ήσυχα σώματα είναι τα σώματα που έχουν πεθάνει και τα ήσυχα μυαλά είναι τα μυαλά που έχουν πεθάνει.

Πηγή: elculture.gr