Χριστουγεννιάτικο διήγημα του Βαγγέλη Μπάκα 

Από τη μέρα που εγκρίθηκε το στεγαστικό δάνειο του κ. Πολύκαρπου Προκοπίου, στις 13-1-99, και την ώρα της επόμενης μέρας που υπέγραφε το συμβόλαιο αγοράς διαμερίσματος, κάπου στις Σαράντα Εκκλησιές της Θεσσαλονίκης, ένιωθε τα χρόνια  αρκετά μεγαλύτερα!… Πότε να περάσουν δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια μέχρι να έρθει εκείνη η ευλογημένη ώρα, της 31-12-13, να δώσει την τελευταία δόση του δανείου και να πάρει το κλειδί του παραδείσου! Έτσι βάφτισε το κλειδί αυτό με το οποίο θα άνοιγε την πόρτα ασφαλείας του εβδόμου ορόφου και ρετιρέ! Μπορούσε να πάρει σε άλλο όροφο, αφού ήταν υπάλληλος της ΔΕΗ και πασόκος! Να διαψεύσει δηλαδή τον αείμνηστο Ανδρέα Παπανδρέου και νουνό των ρετιρέ!…

Τα είκοσι εκατομμύρια της αγοράς ήταν ποσό το οποίο θα πλήρωνε αγόγγυστα ο κ. Πολύκαρπος, αφού ήταν υψηλόμισθος και εργαζότανε και η σύζυγος του Αννούλα! Κι όσο για το όνομα με το επίθετο τα τιμούσε κι αυτά και με το παραπάνω:

Πολύκαρπος … με τέσσερις κορούλες και ένα αγόρι, από τη μια. Και προκομμένος, αφού το οικογενειακό του εισόδημα ήταν αξιοζήλευτο, από την άλλη.

Η κυρία Άννα, η καλή του σύζυγος, εργαζότανε με σύμβαση σε έναν παιδικό σταθμό.  Οπότε, παίρνοντας και τα δικά της παιδιά στη δουλειά, συνδύαζε το τερπνόν μετά του ωφελίμου.

Όμως: «Άλλαι αι βουλαί ανθρώπων, άλλα ο Θεός κελεύει».

Και να! Μόλις ήρθαν τα χρόνια της κρίσης παρακαλούσε να βραδυπορούν ακόμα και οι μήνες, αφού κατεβαίνανε οι μισθοί ολοταχώς!…

Το 2012, την αποφράδα αυτή χρονιά, μαζί με τις ληστρικές περικοπές του μισθού του  έχασε και η Αννούλα τη δουλειά της. Οπότε, αυτή τη χρονιά αφήσανε απλήρωτα τρία ενοίκια! Αποτέλεσμα! Να τους κάνουν έξωση από το σπίτι! Ένα σπίτι το οποίο είχανε νοικιάσει πανάκριβα, επειδή είχε παιδικά δωμάτια και χωνευτές ντουλάπες! Να όμως  που είχε αχώνευτη σπιτονοικοκυρά!… Κι ενώ ο μισθός του Πολύκαρπου μειώνονταν συστηματικά, το μίσθωμα του σπιτιού αυξανότανε δυσανάλογα!

Μπήκε το Σωτήριο έτος του 2013! Κι αντί να περιμένει με λαχτάρα τη στιγμή της παραλαβής του κλειδιού του παραδείσου, στις 31-12-13, την περίμενε με τρόμο! Κάθε βράδυ έβλεπε εφιάλτες. Τη μια, να του καταγγέλλει ο εργολάβος το συμβόλαιο. Την άλλη, να του πετά η αχώνευτη σπιτονοικοκυρά τα πράγματα στο δρόμο. Την παρά άλλη, να τον απειλεί η εφορία με φυλάκιση για χρέη στο δημόσιο! Κι όλοι αυτοί οι εφιάλτες ήταν τόσο έντονοι, που τους είχε πιστέψει. Μια μέρα μάλιστα είπε στην αχώνευτη σπιτονοικοκυρά πως θα της πλήρωνε το ενοίκιο με το δώρο του Πάσχα! Κι ας είχε κοπεί κι αυτό!…

Δύσκολες μέρες! Πώς να συγκέντρωνε το ποσό των πέντε χιλιάδων ευρώ, που ήταν η τελευταία δόση, αφού η κρίση άφησε τη σύζυγό του χωρίς δουλειά, η ΔΕΗ τσάκισε το μισθό του, και το άγχος λιγόστεψε τον ύπνο του!…

Άρχισαν τα κοράκια να γυροφέρνουν το ρετιρέ τους και κάποιοι γελοίοι εργατολόγοι  και δικηγόροι να τρομοκρατούν τον κόσμο. Πρώτος και χειρότερος ο Μητρόπουλος. Δεύτερος και τρισχειρότερος ο Αυτιάς. Για κυρίους δεν το συζητάμε!… Ποιοι κύριοι! Τα λαμόγια! Όταν έβλεπε τον Αλέξη σε κάποια πρωινή εκπομπή, ζαρωμένο ύποπτα, τον παρομοίαζε με μωρό την ώρα που τα κάνει… Ενώ ο Αυτιάς έχει κι ένα καλό. Σου δίνει την ώρα κάθε λεπτό! Άρα δεν υπάρχει περίπτωση να χάσεις ραντεβού!

Ταυτόχρονα τα κανάλια συνέχιζαν την ατέρμονη προπαγάνδα για τις120 δόσεις. Ούτε κουβέντα για την ψήφιση του νομοσχεδίου. Άλλοι ψήφοι ενδιέφεραν την κυβέρνηση! Είχαν παγώσει όλες οι υποσχέσεις, ακόμα και κατά τις μέρες του καύσωνα. Τελικά οι 120 δόσεις θυμίζανε πιο πολύ τους κατασκευαστές πλυντηρίων + 9! 129 δηλαδή!…

Ένα άλλο μηνιαίο έξοδο ήταν οι σερβιέτες των κοριτσιών! Μόνο η μικρότερη και  δωδεκάχρονη Νικολέτα δεν είχε περίοδο!

Να τι είπε μια μέρα ο Πολύκαρπος:

«Δεν μπόρεσε βρε γυναίκα να ερχότανε η περίοδος κάθε τρεις μήνες!».

«Και τι θα γινότανε! Νομίζεις πως θα είχαμε λιγότερα παιδιά!…».

«Όχι! αλλά δεν θα ξοδεύαμε τόσα λεφτά σε σερβιέτες!».

«Δε λες να είναι καλά οι Γιουγκοσλάβοι που τις ανακάλυψαν και σωθήκαμε!… Τώρα είμαστε στεγνές όλη μέρα,… που λέει και η διαφήμιση…».

Ο Πολύκαρπος νόμισε πως εννοούσε το Γιουγκοσλάβο εφευρέτη Νικολά Τέσλα. Τον ηλεκτρολόγο, οποίος με το εναλλασσόμενο ρεύμα έσωσε το λαό. Όταν όμως του είπε πως οι σέρβοι, με την ανακάλυψη της σερβιέτας, έσωσαν μόνο τις γυναίκες, της είπε  να μην το ξαναπεί. Ούτε για αστείο, γιατί πρόσβαλε και τον ίδιο, ως υπάλληλος της ΔΕΗ που ήταν! Στεγνός ήταν κι αυτός, αλλά από ευρώ… Εδώ συμφώνησε.

Μπήκε ο Δεκέμβρης και στις εννιά, μόνο εννιά δεν θα είχε ο μήνας για τον δυστυχή  Πολύκαρπο. Εκτός από τη δόση του σπιτιού είχε και τα καθυστερημένα ενοίκια. Κι όπως είναι φυσικό η καθυστέρηση πάει με το αβγάτεμα των ενοικίων, όπως το τυρί με τα αβγά…

Τα απειλητικά τηλεφωνήματα του εργολάβου συνοδεύονταν από εκβιασμό! Εάν δεν του έδινε «δια χειρός» την τελευταία δόση, τότε, αντί για κλειδί, θα του έστελνε το δικηγόρο για τα διαδικαστικά της καταγγελίας του συμβολαίου.

Πώς να κλείσει μάτι, αφού μέχρι το πρωί έψαχνε να για δανειστές! Ακόμα κι από τον άστεγο, ο οποίος έμενε στην είσοδο της οικοδομής, ζήτησε λεφτά. Είχε ακούσει στις ειδήσεις πως κάποιος άστεγος, ο οποίος είχε πεθάνει σε μια είσοδο πολυκατοικίας,  είχε πάρα πολλά λεφτά στην τράπεζα. Για ενεχυροδανειστήριο ούτε κουβέντα…

Ευτυχώς που δεν τον ενοχλούσε η αχώνευτη σπιτονοικοκυρά. Κάτι ήταν κι αυτό. Από τη μέρα που πήγε να ζητήσει τα ενοίκια, και είδε κάποια πράγματα αμπαλαρισμένα στο χολ, πίστεψε πως θα ήταν συνεπής τουλάχιστον στην ημερομηνία της έξωσης για τις 31-12-13! Αυτό το δεκατρία παραήταν γρουσούζικο. Ακόμα και η ημερομηνία αν διαβαστεί ανάποδα 13 γίνεται!

8-12-19 και η Αννούλα για πρώτη φορά είχε ξεχάσει πως την επομένη είχε τη γιορτή της. Για λουλούδια και δώρα ούπω καιρός! Της την υπενθύμισε όμως ο σύζυγός της και μάλιστα τραγουδιστικά:

«Αχ Αννούλα του χιονιά

δε θα είμαι πια μαζί σου

στου Δεκέμβρη τις εννιά

 που έχεις Άννα τη γιορτή σου!

«Τι έγινε πάλι! Γιατί δεν θα είσαι στη γιορτή μου!… Χωρίζουμε;» του είπε η καλή του Αννούλα αγχωμένη.

«Με ειδοποίησαν από την εφορία και μου είπαν πως, εάν μέχρι αύριο δεν πληρώσω το χρέος, θα με προφυλακίσουν! Ίσως να ήταν εκβιασμός! Ίσως και φάρσα! Δεν ξέρω κι εγώ τι να πω!».

«Για δυο χιλιάδες ευρώ θα σε κλείσουν μέσα! Οι άλλοι χρωστάνε εκατομμύρια!».

«Άμα χρωστάς πολλά δεν πιάνεται!… Τα πολλά φτάνουν να φάνε και πολλοί! Εμείς ποιον να λαδώσουμε με τα ψίχουλα… Δεν είναι σπουργίτια οι εφοριακοί!…».

«Αλήθεια! Τι έγινε με εκείνα τα επιστρεφόμενα της εφορίας! Πάρε πάλι τηλέφωνο!».

«Κάθε μέρα παίρνω και μου λένε πως η εκκαθάριση θα γίνει μέχρι το τέλος του μήνα. Ας τους τηλεφωνήσω και μπροστά σου να μη λες πως αδιαφορώ, με τόση ανάγκη!».

«Παρακαλώ εφορία εκεί; 0127….. είναι ο ΑΦΜ! Να κλείσω και να ξαναπάρω;…».

Και σε λίγο:

(………..)

«Τι!!! Δεν έχω υποβάλει φορολογική δήλωση!…».

(…)

«Τι σου είπε Πολύκαρπε;».

«Ένα Μεταξικό ΟΧΙ!».

«Πήγαινε πάλι στην εφορία και τρίψε τους το αντίγραφο στη μούρη».

Μπαίνοντας στην εφορία τράβηξε κατευθείαν στο γραφείο του διευθυντή και λέει:

«Κύριε προϊστάμενε θέλω τα λεφτά μου εδώ και τώρα! Αλλιώς θα προτιμήσω να πάω στη φυλακή για βιαιοπραγία, παρά για χρέη στο αφορολόγητο κωλομάγαζό σας!».

«Ηρεμήστε κύριε! Σας παρακαλώ! Θα τη βρούμε την άκρη!…».

Μέχρι να καταλάβει ο διευθυντής τι εννοούσε, αφού από τη σύγχυση του ο άνθρωπος είχε μπερδέψει την ιδιότητά του και τον προσφώνησε προϊστάμενο, κάλεσε τον αρμόδιο υπάλληλο για να του εξηγήσει την αγανάκτηση του πελάτη.

Αναστατώθηκε όλος ο όροφος από τις φωνές και αρκετοί υπάλληλοι είχανε βγει στο διάδρομο. Ακόμα κι ο κλητήρας, ο οποίος εκείνη τη στιγμή έψηνε κάποιο καφέ στο πετρογκάζ, είχε σαστίσει! Τον αφύπνισε όμως το πσσσσς… του ηλεκτρικού ματιού. Και καθώς τράβηξε το λερωμένο χαρτί, που ήταν στρωμένο από κάτω, διαβάζει τα στοιχεία του κατόχου!

«Πολκαρπ… Προκπί… κλπ κλπ» και λέει:

«Κύριε διευθυντά; ποια δήλωση ψάχνετε!».

«Κοίτα τους καφέδες σου και μη μας ενοχλείς! Σε παρακαλώ! Πάλι σου χύθηκε!…».

«Κάποια λερωμένη φορολογική δήλωση βρίσκεται εδώ κάτω από το πετρογκάζ!…».

Τελικά να τι είχε συμβεί. Στείλανε την άκυρη στην Αθήνα και τη σωστή τη βάλανε κάτω από το πετρογκάζ για να μη λερώνεται το τραπεζάκι!  Πώς να έπαιρνε λοιπόν τα επιστρεφόμενα ο Πολύκαρπος!

Σε μισή ώρα του κάνανε την εκκαθάριση και για πρώτη φορά, έπειτα από αρκετούς  μήνες, επέστρεφε στο σπίτι του σφυρίζοντας. Χίλια διακόσια ευρώ! Κάτι ήταν κι αυτά! Τι κάτι!… Από το τίποτα, όλα τα λεφτά… Του φάνηκαν και σαν δώρο!…

Πώς να κλείσει μάτι το ανδρόγυνο! Τα λογάριαζαν από δω. Τα λογάριαζαν από κει και δεν βγαίνανε με τίποτα. Βάλανε μπρος για αναζήτηση δανεικών από συναδέλφους  συγγενείς και φίλους, κάνοντας μια κατάσταση, λες και τους χρωστούσαν!…

Ο Πολύκαρπος ήταν αδειούχος. Και μόλις πληρωθήκανε οι συνάδελφοί του το μισθό, στα κεντρικά γραφεία της ΔΕΗ, επί της εθνικής Αμύνης, ξεκίνησε από εκεί…

Ούτε όταν επρόκειτο να συνδράμουν στη σωτηρία ενός άρρωστου παιδιού είχε γίνει τέτοια κινητοποίηση. Το ποσό που συγκεντρώθηκε έφτανε να ξεχρεωθεί και να κάνει ακόμα και τη μετακόμιση. Ενώ η συνδρομή του συνδικάτου των εργαζομένων ήταν και χαριστική.

Η πιο μικρή δαπάνη αφορούσε την αγορά της κούκλας της μικρής Νικολέτας.

Παραμονή Χριστουγέννων! Ο Πολύκαρπος, αφού έβαλε το πακέτο των πέντε χιλιάδων στο τσαντάκι, μαζί με τα λεφτά και τις αποδείξεις των υπόλοιπων υποχρεώσεων, πήρε τη μικρή Νικολέτα από το χεράκι και τράβηξαν για τη μεγάλη αποστολή! Την εξόφληση του δανείου και την αγορά της Μπιμπιμπό! Αν θέλετε πείτε το και για  το φόνο του δράκου, ο οποίος του κατάτρωγε τα σωθικά τις τελευταίες μέρες, κι ας ήταν γένους θηλυκού! Οι ψυχίατροι τον ονομάζουν κατάθλιψη!…

Το τσαντάκι το έσφιγγε κάτω από τη μασχάλη με όση δύναμη είχε. Το ίδιο και το χεράκι της μικρής.

Το λαμόγιο, ο εργολάβος, δεν δέχθηκε να του βάλει τα λεφτά στο λογαριασμό του. Κι ούτε άλλο τρόπο πληρωμής, από αυτόν της παράδοσης δια χειρός… Ποιος ξέρει πού και πόσα χρωστούσε!…

Βαδίζανε στην Τσιμισκή από την πάνω μεριά με κατεύθυνση προς δυσμάς. Έπρεπε να βαδίσουν ακόμα ένα χιλιόμετρο. Για να μην πάει όμως ο κόπος χαμένος σκέφτηκε να τηλεφωνήσει για να βεβαιωθεί πως ο εργολάβος ήταν στο γραφείο του. Για αστικό λεωφορείο ούτε σκέψη. Οι πορτοφολάδες τον τρόμαζαν πιο πολύ κι από τους  τρομοκράτες.

Κι ενώ πλησιάζανε στο ύψος της βιτρίνας, όπου υπήρχε η κούκλα, να ο θαλαμίσκος του ΟΤΕ μπροστά του. Έχωσε βιαστικά το κεφάλι του μέσα, σαν το βόδι στο παχνί. Πήρε το ακουστικό με το αριστερό του χέρι, χωρίς να χαλαρώσει τη μασχάλη με το τσαντάκι, και με το δεξί έπιανε τη μικρή. Για να πατήσει όμως τα νούμερα έπρεπε να έχει και τρίτο χέρι. Δεν ήταν και η θεά Κάλι!…

Η μικρή κοιτούσε την κούκλα στην απέναντι βιτρίνα και ξαφνικά λέει στο μπαμπά της: Μπαμπά! Κοίτα απέναντι! Η κούκλα με καλεί με το χέρι της…

Ο Πολύκαρπος βάζει την τσάντα μέσα στο διαφανές κλουβί του ΟΤΕ, κι αφού ελευθερώνει το αριστερό του χέρι πιάνει το ακουστικό και με το δεξί αρχίζει να σχηματίζει το νούμερο του εργολάβου.

Δεν απαντά. Το κλείνει και ξανακαλεί. Και ξαφνικά το τουουου… τουτ, τουουου… τουτ…  το συνοδεύει μια στριγκλιά φρεναρίσματος. Κοιτάζει το δρόμο και βλέπει την κόρη του ανάσκελα στην άσφαλτο. Τρέχει, την αρπάζει, τη βάζει μέσα στο ταξί που τη χτύπησε και φεύγουν βολίδα για το νοσοκομείο.

Να κι ένας άλλος καλός πατέρας, ο Δήμος Τσαμπαρλής, ο οποίος πηγαίνει να αγοράσει στην κόρη του την ίδια κούκλα. Κι εκεί που περπατά, στην οδό Τσιμισκή, βλέπει ξαφνικά το ακουστικό ενός θαλαμίσκου του ΟΤΕ να κρέμεται και να καλεί: τουουτ… τουουτ… Και τη στιγμή που το βάζει στη θέση του βλέπει ένα τσαντάκι!  Δεν βιάστηκε να το πάρει. Φοβήθηκε μην τυχόν υπήρχε μέσα κάποια βόμβα! Μόλις όμως βεβαιώθηκε πως είχε μόνο λεφτά, το πήρε και εξαφανίστηκε…

Μπαίνοντας στο σπίτι του, σαν κλέφτης, άνοιξε το τσαντάκι με αγωνία και τι να δει! Ήταν γεμάτο λεφτά και διάφοροι λογαριασμοί! Μόλις όμως έριξε μια ματιά σ’ αυτόν της ΔΕΗ η χαρά του μετατράπηκε, άρδην, σε θλίψη.

Ο άνθρωπος ο οποίος το είχε ξεχάσει δεν ήταν καν ευκατάστατος! Αυτό το διαπίστωσε από το ληγμένο λογαριασμό! Ενώ το τιμολόγιο προσωπικού παρέπεμπε σε υπάλληλο της υπηρεσίας. Το γνώριζε από τον αδερφό του, ο οποίος υπηρετούσε στα κεντρικά γραφεία της Περιφέρειας! Ίσως και να γνωριζότανε.

Να και το τεστ: Πήρε άμεσα τηλέφωνο στον αδερφό του τον Αριστοτέλη και,  με την ευκαιρία αυτή, θα του ζητούσε δανεικά. Άλλωστε κι ο ίδιος είχε χάσει τα δικά του. Και να η απάντηση:

«Με πρόλαβε άλλος αδερφέ! Έδωσα πεντακόσια ευρώ σε κάποιο συνάδελφο!   Κι αν λέει την αλήθεια, πως τα έχασε κι αυτός, τότε δεν πρόκειται να τα πάρω ποτέ».

«Πώς τα έχασε! Του πέσανε από την τρύπια τσέπη!… Ή μήπως του τα πήραν οι πορτοφολάδες σαν κι εμένα!…».

«Είναι μεγάλη ιστορία. Άστο! Θα τα πούμε αργότερα. Για να σου φύγει όμως η περιέργεια, τα είχε ξεχάσει σε κάποιο τηλεφωνικό θάλαμο. Μιλάμε για 6.500 ευρώ! Τόσα του μαζέψαμε. Και τα πεντακόσια από αυτά ήταν τα δικά μου δανεικά!…».

«Αδερφέ! Θα τα πάρεις πίσω σίγουρα! Μη φοβάσαι!… Τα βρήκα εγώ και θα τα επιστρέψω το απόγευμα. Αν θέλεις σου δίνω τα δικά σου από τώρα, και μου τα δίνεις μετά! Όμως, θα σε παρακαλέσω πάρα πολύ να μην του πεις τίποτα! Θέλω να του κάνω έκπληξη! Πες μου μόνο τα στοιχεία του για να σιγουρευτώ!».

«Ονομάζεται Πολύκαρπος Προκοπίου και μένει κάπου στην οδό Ικτίνου. Για το τι έγινε ακριβώς θα τα πούμε το βράδυ. Άρα, καλά κάναμε και τον δανείσαμε όλοι σχεδόν οι συνάδελφοι του τέταρτου ορόφου! Πολύκαρπος… και πολύτεκνος!… Έχει τέσσερα κορίτσια κι ένα γιο. Κι αν δεν έκανε το γιό… ακόμα θα γεννούσε…».

Ο Δήμος τον λυπήθηκε διπλά κι αποφάσισε να τα επιστρέψει. Άλλωστε η ίδια διεύθυνση υπήρχε σε όλους τους ληγμένους λογαριασμούς του.

Όταν έφτασε στην οδό Ικτίνου ήταν αργά το μεσημέρι. Ακατάλληλη ώρα για επίσκεψη. Μόνο για κάλαντα!… Και πριν πατήσει το θυροτηλέφωνο ξαναδιάβασε το ονοματεπώνυμο: Πολύκαρπος Προκοπίου Υπάλληλος ΔΕΗ 3ος όροφος.

Πάτησε το κουδούνι, αλλά δεν άνοιξε η πόρτα. Ίσως ήταν χαλασμένο. Πάτησε  στον τέταρτο, τον από πάνω όροφο, και το τζζζούουουτ του είπε να περάσει! Άνοιξε η εξώπορτα κι όταν έφτασε στον τρίτο όροφο αφουγκράστηκε για λίγο πριν χτυπήσει το κουδούνι. Θανατερή σιωπή. Απέκλεισε την περίπτωση να κοιμότανε τόσα παιδιά. Εκτός κι αν είχαν πάει όλα για κάλαντα. Εκείνο όμως το οποίο δε χρειαζότανε καν να  σκεφτεί, ή να το υποθέσει, ήταν η συμφορά που τους είχε βρει. Ποιος είχε κουράγιο να μιλήσει μετά από ένα τόσο μεγάλο κακό! Χτύπησε τελικά το κουδούνι και με αρκετή καθυστέρηση μισάνοιξε η πόρτα.

            «Να τα πούμε;» ακούστηκε η προσποιητή παιδική φωνή του Δήμου.

            «Ποιος είναι Αννούλα;».

            «Μάλλον κάλαντα…».

            «Πόσα παιδιά είναι; Αν είναι ένα, ας μας τα πει! Και μην ξανανοίγεις…».

            «Είναι κάποιος κύριος… Έλα εσύ».

            «Θα είναι κανένας παλαβός… Μισό λεπτό έρχομαι…».

            «Έλα! Μίλησέ του εσύ που είσαι άνδρας…».

«Τι συμβαίνει κύριε;» του είπε παρεξηγήσιμα».

«Θέλω τη βοήθειά σας… Με βγάζουν από το σπίτι και λέω να νοικιάσω εδώ. Έμαθα πως θα μετακομίσετε σύντομα και θα σας παρακαλέσω, εάν γίνεται, να φέρω ορισμένα πράγματα μέχρι να υπογράψω το συμβόλαιο. Η ιδιοκτήτρια μου είπε πως δεν έχει κανένα πρόβλημα».

«Μη μου ρίχνεται αλάτι στις πληγές κύριέ μου. Ήμουνα υπό μετακόμιση για το σπίτι που αγόρασα και μάλλον θα υποστώ αυτό που φοβόμουνα! Την έξωση…».

«Γιατί σας διώχνουν; τι πάθατε!…».

«Χρωστάω ενοίκια! Μάζευα τα λεφτά για να αποπληρώσω το διαμέρισμα που αγόρασα κι έχασα το τσαντάκι μου με 6.500 ευρώ!… Μου μείνανε μόνο κάτι ψιλά που είχα στην τσέπη!».

«Ομοιοπαθής δηλαδή!… Κι εγώ έχασα πέντε χιλιάδες ευρώ!… Μου έπεσε το πακέτο από την τρύπια τσέπη της καπαρντίνας. Είναι μεγάλη ιστορία. Και σαν να μην έφτανε αυτό, μου κλέβουν οι πορτοφολάδες το πορτοφόλι με το δώρο της συζύγου μου… Αύριο γιορτάζει τα γενέθλια…».

«Περάστε μέσα τότε να πούμε τον πόνο μας. Γυναίκα, κάνε μας δυο πικρούς καφέδες για να πάνε τα φαρμάκια μας κάτω. Μήπως τον πίνετε διαφορετικό!».

«Αν έχει κινίνο, ας το ρίξει για ζάχαρη!… Και πώς τα χάσατε τόσα λεφτά!».

«Τηλεφωνούσα στον εργολάβο, από κάποιο καρτοκινητό της Τσιμισκή, για να βεβαιωθώ εάν βρισκότανε στο γραφείο του, και να του πάω τα λεφτά. Μαζί μου είχα και τη Νικολέτα. Τη μικρή μου κόρη! Της είχα τάξει αποβραδίς πως την επομένη θα της έπαιρνα την κούκλα. Θα ικανοποιούσα το διακαή της πόθο. Δεν κοιμήθηκε όλη τη νύχτα το πουλάκι μου από την αγωνία! Κι όταν με πήρε χαμπάρι πως θα έβγαινα, δεν έγινε τρόπος να την εμποδίσω να με ακολουθήσει».

«Πόσων χρονών είναι η κόρη σας;»

«Δώδεκα!…».

«Τόσο περίπου είναι και η Μαρία. Λοιπόν;… Και συγγνώμη για τη διακοπή».

«Η κόρη μου είδε την κούκλα στην απέναντι βιτρίνα και προσπάθησε να διασχίσει την Τσιμισκή. Δεν πρόλαβα να τη φωνάξω και τη χτυπάει ένα ταξί! Τρέχω γρήγορα, τη σηκώνω, και φεύγουμε με το ίδιο ταξί για το νοσοκομείο. Είχα μυαλό εκείνη τη στιγμή για να σκεφτώ το τσαντάκι! Το ξέχασα στο θαλαμίσκο του ΟΤΕ!».

«Και γιατί κουβαλούσατε τόσα λεφτά μαζί σας…».

«Το πακέτο το πήρα μαζί μου για να το δώσω στον εργολάβο! Δεν ήθελε να του τα καταθέσω σε κάποιο λογαριασμό, ούτε να τον πληρώσω με άλλο τρόπο. Μόνο μετρητά. Είναι μεγάλο καθίκι…».

«Και τώρα τι γίνεται;».

«Αν αυτός ο χριστιανός που τα βρήκε μας δώσει τα μισά θα μας σώσει… Τι άλλο μπορούμε να κάνουμε! Πάλι έρανο!… Όλα σχεδόν ήταν δανεικά! Κανένα παιδί δε σηκώθηκε σήμερα να πάει για κάλαντα. Είναι όλα μέσα καταστενοχωρημένα. Όλα ακύρωσαν τα δώρα που τους είχα τάξει, εκτός από τη Νικολέτα. Αυτή φυσικά έχει το ακαταλόγιστο. Να τι μου είπε όταν της είπα πως εξαιτίας της χάσαμε όλα τα λεφτά: ‘‘Και γιατί δεν πηγαίνεις στην τράπεζα να πάρεις κι άλλα μπαμπά;’’ Αν βρεθούν τα λεφτά, ο ευρών αμειφθήσεται γενναίως! Άλλη βοήθεια δεν περιμένω από πουθενά».

«Γι αυτό ήρθα εδώ. Για να σας βοηθήσω. Άλλωστε σας βοήθησε νωρίτερα ο αδερφός μου. Ο Τέλης Τσαμπαρλής, ο οποίος εργάζεται στα κεντρικά της ΔΕΗ, είναι αδερφός μου!…».

«Σοβαρά! Γυναίκα, βάλε κανένα τσιπουράκι να πάνε κάτω και τα υπόλοιπα  φαρμάκια μας. Είστε αδερφός του Τέλη! Άγιος άνθρωπος!…».

«Εγώ να δείτε τώρα τι έπαθα… Την ώρα που εσείς τρέξατε στην κόρη σας,  κάποιος άλλος κύριος έτρεξε στο θάλαμο κι άρπαξε το τσαντάκι. Το παίρνει, το βάζει στη μασχάλη, κάτω από το σακάκι, και εξαφανίζεται βιαστικά…».

            «Μήπως θυμάστε πώς ήταν!…».

            «Φορούσε καφέ σακάκι, μαύρο παντελόνι, καστόρινα καφέ παπούτσια, καρό πουκάμισο και μαύρο σκούφο. Θα ήταν περίπου ένα κι ογδόντα!».

            «Μα αυτά φοράτε κι εσείς…».

            «Γιατί, απαγορεύεται να το έχω πάρει εγώ το τσαντάκι; Νάτο!…».

Ο Δήμος έβγαλε το τσαντάκι χωρίς τα λεφτά. Κι εκεί που ο Πολύκαρπος πήρε μια βαθιά ανάσα, άργησε πολύ να ξεφυσήξει! Του βούλωσε το στόμα η απουσία των χρημάτων. Υπήρχαν μέσα μόνο οι λογαριασμοί!…

 Ο Δήμος είχε τα λεφτά στη μέσα τσέπη του σακακιού του. Φυσικά τώρα δεν κινδύνευε να τα χάσει γιατί η τσέπη αυτή έκλεινε με φερμουάρ.

Ακούγοντας τα παιδιά το διάλογο μαζεύτηκαν ένα ένα στο σαλονάκι και κρεμότανε από τα χείλη του άγνωστου επισκέπτη. Ακόμα και η μικρή Νικολέτα, με το δεμένο χέρι και μια γάζα στο μέτωπο, κούρνιασε στην αγκαλιά του μπαμπά της… Με το καλό χέρι έπιανε το κεφαλάκι της και στο άλλο κρατούσε τη Μπιμπιμπό! Όσο μικρή κι αν ήταν, δεν μπορούσε να μην αναλάβει την ευθύνη που της αναλογούσε. Ευτυχώς όμως που τα τραύματα ήταν επιπόλαια!…

Την κούκλα φυσικά της την είχε αγοράσει ο ταξιτζής. Όταν πληροφορήθηκε το λόγο, για τον οποίο ήθελε να περάσει στο απέναντι κατάστημα, πήγε και της την αγόρασε μαζί με διάφορα άλλα παιχνίδια και λιχουδιές.

            «Και πώς σας ξέφυγε;» είπε ο Δήμος.

            «Εγώ φταίω… Δεν έπρεπε να την αφήσω από το χεράκι. Εύκολο είναι όμως να κρατάς μικρό παιδί, τσαντάκι, και ταυτόχρονα ακουστικό; Πρέπει να έχεις τρία χέρια! Κι όταν είναι να συμβεί ένα κακό, συνηγορούν κι άλλες συμπτώσεις. Το τηλέφωνο έκανε διακοπές και ασχολήθηκα με τη βλάβη του…».

            «Λυπάμαι πάρα πολύ…».

«Ξέρετε τι μας είπε η μικρή όταν συνήλθε στο νοσοκομείο; Πως δεν έφταιγε αυτή, αλλά η Μπιμπιμπό! Ακόμα επιμένει πως την φώναζε η κούκλα για να πάει να την πάρει. Δεν ήταν η φαντασία της! Κι ούτε έλεγε ψέματα. Όταν έστειλα το Φίλιππο για να δει τη βιτρίνα το επιβεβαίωσε. Όντως μια κούκλα στη βιτρίνα καλεί τα παιδιά με το χεράκι της! Εννοείται με μπαταρία…».

            «Εσείς κύριε Προκοπίου σταθήκατε πολύ τυχερός. Θα πάτε στο καινούριο σας σπίτι. Εγώ όμως τι κάνω τώρα που, εκτός από τις πέντε χιλιάδες ευρώ που έχασα,  μου κλέψανε και οι πορτοφολάδες το δώρο που είχα πάρει για τη σύζυγό μου, μαζί με κάποια λεφτά! Ένα πανάκριβο δαχτυλίδι για τα γενέθλιά της! Οπότε, η Μαρία μου θα κάνει Χριστούγεννα χωρίς την αγαπημένη της Μπιμπιμπό. Και η Θάλεια χωρίς την Πίπη τη Φακιδομύτη! Όσο για την Κλεονίκη είναι μεγάλη και καταλαβαίνει…».

            «Το πορτοφόλι το κατανοώ, αλλά τα λεφτά πώς τα χάσατε;».

            Ο Πολύκαρπος είχε ακούσει πολύ καλά εκείνο το ‘‘καλά, εσείς θα πάτε στο σπίτι σας’’ αλλά ο συνειρμός τον οδήγησε σε πιο μαύρες σκέψεις. Στο «καλά εσείς πεθάνατε νωρίς…». Δε βιάστηκε να ζητήσει εξηγήσεις. Άφησε το σεναριογράφο να οδηγήσει το δράμα στη λύση του, όπως εκείνος το είχε σκηνοθετήσει.

            «Έφταιξε η τρύπια τσέπη κύριε Πολύκαρπε. Όχι ακριβώς η τσέπη, αλλά η φόδρα. Αντί λοιπόν να βάλω το πακέτο στην τσέπη, το έβαλα στη σχισμή της φόδρας και πέσανε κάτω».

«Και δεν σταματήσανε στη βάση της καπαρντίνας!»

«Για να με αναγκάσει η σύζυγος να μην ξαναφορέσω την καπαρντίνα, γιατί μου έλεγε πως μοιάζω με τον αστυνόμο Σαΐνη, έκοψε ένα κομμάτι από τη φόδρα για να κάνει κούκλα στη μικρή. Αυτό μου το είπε αφού είχε γίνει η ζημιά. Να λοιπόν και  οι συμπτώσεις που προαναφέρατε…».

            «Ώστε κι εσείς πήγατε από κούκλα…».

            «Οι ζωντανές κούκλες μας να είναι καλά κι όλα θα διορθωθούν».

            «Έχετε δίκιο, αλλά χωρίς λεφτά οι κούκλες μας δεν μεγαλώνουν!…».

«Μην ανησυχείτε. Τα δικά σας λεφτά δεν πρόκειται να πέσουν. Ούτε και με τίναγμα. Κοιτάξτε εδώ τι καπάκι προέβλεψε ο κατασκευαστής… Κι όχι με κουμπί, αλλά με φερμουάρ… Ορίστε!».

Ο Δήμος βάζοντας το χέρι στη μέσα τσέπη του σακακιού έκοψε την ταινία του πακέτου και έριξε όλα τα λεφτά επάνω στο τραπέζι.

Η τσέπη άδειασε! Οι καρδιές όμως των μελών της οικογένειας πλημμυρίσανε από τόση χαρά και ευτυχία, που κόντεψε να σπάσουν!

Κι όταν ήρθε η ώρα για τα εύρετρα, ο Δήμος δε δέχθηκε ούτε ένα ευρώ. Ούτε την Μπιμπιμπό, που του έδινε η Νικολέτα για τη Μαρία. Το μόνο που ζήτησε ήταν το ακριβές ποσόν: «Πόσα λεφτά είχατε ακριβώς στο τσαντάκι κύριε Πολύκαρπε;».

«6.500 ευρώ!».

Τα παιδιά, μόλις τα αντίκρισαν τρελάθηκαν από τη χαρά. Δεν ήξεραν με ποιον τρόπο να ευχαριστήσουν τον αληθινό Αι Βασίλη. Κι αντί να δώσουν κάλαντα στον άγνωστο επισκέπτη, τους έδωσε εκείνος ανυπολόγιστη ευτυχία και χαρά.

Ο Δήμος τους είπε και για το δικό του ρεζιλίκι, με τα ψώνια, με αποτέλεσμα η συμπόνια να περάσει αυτή τη φορά στην άλλη πλευρά. Είχε γεμίσει το καρότσι με ψώνια κι όταν πήγε να πληρώσει δε βρήκε το πορτοφόλι… Οπότε, παρακάλεσε να το αφήσουν σε μια άκρη και θα επέστρεφε, πριν κλείσουν τα καταστήματα, να πληρώσει και να παραλάβει τα ψώνια!

            «Από ποιο κατάστημα ψωνίζετε» είπε ο κύριος Πολύκαρπος, τάχα αδιάφορα.

            «Από το πολυκατάστημα του κυρίου Κανελόπουλου!…» χωρίς να υποψιαστεί το παραμικρό.

            Στη συνέχεια τους αποχαιρέτησε, με θερμές ευχές για καλά Χριστούγεννα, αφού φίλησε ένα ένα όλα τα παιδιά.

            «Χάρις σε σας θα περάσουμε τα πιο ευτυχισμένα Χριστούγεννα της ζωής μας» είπε η κυρία Αννούλα, χωρίς να σταματήσει να κλαίει από χαρά και συγκίνηση.

            Αργά το βράδυ το καρότσι είχε καταφτάσει στο σπίτι του Δήμου Τσαμπαρλή. Και τι άλλο δεν περιείχε αυτό το καρότσι, πέρα από αυτά που είχε ψωνίσει ο Δήμος.

            Την επομένη η Κλεονίκη πήγε να ευχαριστήσει την υπέροχη αυτή οικογένεια, αλλά δεν θα τη βρει. Δεν είχε κάνει λάθος! Ούτε την οικοδομή κι ούτε το διαμέρισμα.

Θα συναντήσει όμως την αχώνευτη σπιτονοικοκυρά και η οποία θα της πει πως η οικογένεια Προκοπίου είχε κάνει τη μετακόμιση τη νύχτα. Κι ακόμα, πως της είχε εξοφλήσει όλα τα ενοίκια που της χρωστούσε.

Η Κλεονίκη δεν θα πάει στη νέα διεύθυνση. Θα στείλει όμως τις ευχαριστίες,  και τις ευχές της, για το νέο χρόνο, γραμμένες σε ευχετήρια κάρτα και αφιερωμένη στη μικρή Νικολέτα. Το κορίτσι με τα γαλανοπράσινα μάτια, σαν της Μαρί Λαφορέ!

         Στη Νικολέτα Προκοπίου

 

Το είδωλο

          Θαύμαζαν την κούκλα στη γωνίτσα

          Τα γαλανοπράσινά σου μάτια

           Μια λιλιπούτεια κουκλίτσα

Που έκανε την καρδούλα σου κομμάτια

Το είδωλό σου στη βιτρίνα

            Λες και για άγαλμα το στήσαν

            Που έμοιαζε με θεατρίνα

            Και οι περαστικοί σαστήσαν

            Αν και τους γύρισες την πλάτη

            Τους μάγεψε το είδωλό σου

            Γιατ’ είχε αυτό που λεν το κάτι

            Κι ένιωθε ο καθένας για καλός σου

            Μα εσύ τους άλλαξες την πίστη

            Αν κι ήταν των ματιών σου λάτρεις

            Αφού και ο παπάς επείσθη

           Και έγινε ειδωλολάτρης.

Κλεονίκη Τσαμπαρλή. Χρόνια πολλά και καλή χρονιά.

Στους απανταχού της γης αναγνώστες με τις πιο θερμές ευχές μου για υγεία, ειρήνη και ευτυχία.                      ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ