Δύο 24ωρα μετά τη Διάσκεψη του Βερολίνου η κατάσταση στη Λιβύη μόνο σε εκτόνωση της έντασης δεν παραπέμπει – με τις εχθροπραξίες στα περίχωρα τις Τρίπολης να συνεχίζονται, τις προσκείμενες στον Εθνικό Λιβυκό Στρατό του Χαλίφα Χαφτάρ δυνάμεις να συνεχίζουν τον αποκλεισμό πετρελαιοπηγών και λιμένων και τον επικεφαλής της διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης Φαγέζ αλ Σαράτζ να προειδοποιεί ότι «η κατάσταση θα είναι καταστροφική, αν συνεχιστεί έτσι”.

Δεν θα μπορούσε να είναι και διαφορετικά εφόσον προς το παρόν ελλείπει ο μηχανισμός υλοποίησης των όσων αποφασίστηκαν στο Βερολίνο σχετικά με την αποκατάσταση του διεθνούς εμπάργκο όπλων και την επιβολή κυρώσεων σε όσους το παραβιάζουν.

Άλλωστε, ο συσχετισμός δυνάμεων επί του εδάφους δεν έχει ουσιωδώς μεταβληθεί, αν εξαιρέσει κανείς το ότι ο Σαράτζ αισθάνεται πολιτικά ενισχυμένος και τρέφει προσδοκίες ισχυρότερης διεθνούς παρέμβασης.

Όμως ο Χαφτάρ δεν έχει λόγους να κάμπτεται – τουλάχιστον όχι όσο διαθέτει την στήριξη των αραβικών μοναρχιών, με πρώτα τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και της Αιγύπτου. Και η εμπλοκή της Τουρκίας στα λιβυκά πράγματα, προς στήριξη της κυβέρνησης Σαράτζ, κάθε άλλο παρά μειώνει τη διάθεση των δυνάμεων αυτών να τροφοδοτήσουν περαιτέρω τη σύγκρουση. Η παρουσία τους σε διαδικασίες, όπως η Διάσκεψη του Βερολίνου, δεν είναι απαραίτητο να συμβαδίζει με τις πραγματικές τους ενέργειες.

Δίχως την τουρκική ανάμιξη, η λιβυκή κρίση θα μπορούσε ίσως να τερματισθεί με έναν συμβιβασμό. Όμως πλέον αποτελεί υπαρξιακή απειλή για τις χώρες του Κόλπου (πλην Κατάρ) και την Αίγυπτο η εμπέδωση στην Τρίπολη μιας κυβέρνησης της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, η οποία μάλιστα θα αποτελεί το μακρύ χέρι της Άγκυρας στην περιοχή. Επιπλέον, γειτονικές χώρες, όπως η Αλγερία, δεν έχουν κανένα λόγο να καλωσορίζουν την οιονεί επιστροφή της περιοχής τους στο παρελθόν της οθωμανικής κυριαρχίας.

Οι παίκτες αυτοί είναι υποχρεωμένοι να πάνε μέχρι τέλους, σε αντίθεση με την Ρωσία, η οποία επιχειρεί να αξιοποιήσει τη σχέση της με τον Χαφτάρ για να εξασφαλίσει ένα αποτύπωμα και είναι πρόθυμη να συνδιαλλαγεί με την Τουρκία για τους όρους του διαμοιρασμού εξουσίας.

Είναι προφανές ότι οι αραβικές μοναρχίες είναι σε θέση, ακόμη και αν επιβληθούν κυρώσεις, να στηρίξουν οικονομικά τον Χαφτάρ, την ώρα που αυτός με τον αποκλεισμό των λιβυκών πετρελαϊκών εξαγωγών επιχειρεί να οδηγήσει σε ασφυξία την πλευρά του Σαράτζ.

Αλλά και στρατιωτικά, ακόμη και αν ο Εθνικός Λιβυκός Στρατός χάσει την όποια υποστήριξη φέρεται να έχει από τη ρωσική εταιρεία μισθοφόρων Wagner, διαθέτει τη δυνατότητα εξεύρεσης νέων ενισχύσεων στο εξωτερικό. Το ότι στο πλευρό του ήδη πολεμούν 2.000 έμπειροι Σουδανοί μαχητές από το Νταρφούρ, το ότι στη Λιβύη δρουν επίσης ένοπλοι από το Τσαντ και το Μαλί, υπενθυμίζει την αφρικανική διάσταση της σύγκρουσης, πάντοτε έντονη σε οτιδήποτε αφορά την άλλοτε χώρα του Μουάμαρ Καντάφι.

Οι αφρικανικές οδοί από τις οποίες μπορεί να παραβιαστεί το εμπάργκο προς τη Λιβύη, δεν μπορούν να επιτηρηθούν, όπως οι μεσογειακές οδοί, στις οποίες προβλέπεται να αναπτυχθεί ευρωπαϊκή ναυτική δύναμη.

Με αυτή την έννοια, η Τουρκία θα έχει μεγαλύτερα προβλήματα να ενισχύσει τον Σαράτζ, την ώρα ακριβώς που θα είναι υποχρεωμένη να πλειοδοτεί, με ορατό τον κίνδυνο να απορροφάται, όλο και περισσότερο, στην λιβυκή «κινούμενη άμμο”, στρατιωτικά και οικονομικά.

Πηγή: capital.gr