Σαν σήμερα πέθανε ο σπουδαίος ζωγράφος Αμεντεο Μοντιλιανι, ένα μικρό κείμενο μου να μάθετε γνωστά μα περισσότερα άγνωστα για την ζωή του.. τον λάτρευε η μητέρα μου και από νωρίς μου είχε γνωρίσει το έργο του.

Στην αρχή του εικοστού αιώνα ο Πωλ Βερλαιν για τους καταραμένους ποιητές που τότε ακόμα λίγοι ήταν έγραψε βιβλίο, δυστυχώς, ή από άγνοια, μόνο με τους ποιητές γέμισε τις σελίδες, χωρίς τίποτα να γνωρίζει για τους πραγματικά δυστυχισμένους που οι αιώνες περισσότερους μετρήσανε χαμένους, και αυτοί ήταν οι ζωγράφοι.
Για έναν τέτοιο δύσμοιρο μα ταμάλα προικισμένο την ζωή του θα σας ιστορίσω, το υποκοριστικό του όνομα Μοντι ήταν που χαϊδευτικά οι φίλοι τον φώναζαν, και ουδεμία σχέση είχε με το επώνυμο του που όλοι αυτό νομίζουν, γιατί Μοντιλιανι τα χαρτιά με σφραγίδες γράφαν.
Ο Πικάσο μεταξύ σοβαρού και αστείου έτσι τον εβάφτησε, που στα γαλλικά «καταραμένος» η λέξη αυτή σημαίνει, γιατί η ζωή του νεαρού με εκείνους τους ποιητές φάνταζε πως είναι ίδια, που την άσχημη μοίρα εκείνοι μόνοι τους προκάλεσαν.
Ήταν ασθενικό παιδί, εβραίος στο Λιβόρνο γεννημένος, από τα δεκατέσσερα του χρόνια η φθίση τον εχτύπησε κι από τότε η αρρώστια αυτή έγινε ο βραχνάς του.
Από νωρίς λοιπόν ήξερε πως χρόνια πολλά δεν ήτανε γραφτό να ζήσει, και νωρίς πάλι αποφάσισε όση ζωή του έμενε στα άκρα να την ζήσει.
Τους φθισικούς κανείς στον κύκλο του δεν έβαζε, η κοινωνία τους φοβόταν, κι εκείνος μέχρι τέλους την αρρώστια του κράτησε κρυμμένη, την κάλυπτε με το αλκοόλ, μεθυσμένος πάντα να’ναι και με το χασίς και το αψέντι που τον βήχα του ηρεμούσε.
Φίλους πολλούς δεν είχε, οι άνδρες τον ζήλευαν, γιατί πολύ γοητευτικός και τρυφερός στα λόγια ήταν, οι γυναίκες όλες τον ποθούσαν.
Από της Φλωρεντίας και της Βενετίας τις σχολές τελειώνοντας τις σπουδές του, στην Μονμάρτη στην αρχή και στο Μονπαρνάς μετά τις καλλιτεχνικές συνοικίες του Παρισιού βρήκε στέγη την καριέρα του να αρχίσει.
Γρήγορα τον ακαδημαϊκό τρόπο άφησε, και έργα με την προσωπική γραφή του άρχισε να ζωγραφίζει.
Λάτρευε τις γυναίκες και εκείνες ζωγράφιζε σε όλες τους τις πόζες, έργα αισθησιακά, και γυμνά απαράμιλλα σε χρώμα.
Αν οι ιμπρεσιονιστες προετοίμασαν την τέχνη στον εικοστό αιώνα να περάσει, ο Αμεντεο Μοντιλιανι και ο αντίζηλος του ο Πάμπλο Πικάσο έφεραν αυτό που τώρα εμείς ως σύγχρονη τέχνη γνωρίζουμε.
Οι αναγνώστες όμως αντίληψη δεν έχουν τον πόλεμο και την συκοφαντία που εκείνος από την ζήλια των συναδέλφων του εδέχθει και κυρίως του Πικάσο που αγάπη μα και μίσος στην καρδιά του για εκείνον κουβαλούσε.
Ο Μοντι ήταν πάντα καλοντυμένος, τι κι αν φτωχός και τα αποφώρια ήξερε πως εκείνα να φορέσει, η ανέχεια όμως δύσκολο της ζωής συστατικό τα νεύρα του σε κατάσταση ανάγκης είχε φέρει.
Γυναίκα καμία κι ας πολλές τον είχαν αγαπήσει την συμπεριφορά του δεν άντεχαν και την πόρτα σύντομα βροντουσαν, μόνον αφηνοντας τον στο παραλογισμό της τρέλας του και στου ποτού την μέθη.
Τρεις σοβαρές σχέσεις είχε στην ζωή του, που τις λάτρεψε μα την τρίτη, την όμορφη ηθοποιό την Ζαν ήταν που παντρεύτηκε και παιδί ο έρωτας του έφερε αμέσως.
Τα προηγούμενα χρόνια τα πέρασε ζωγραφίζοντας, μα ειχε και μεγάλες περιόδους απραξίας, δεν έφταιγε τίποτα άλλο παρά η αρρώστια που κανείς δεν ήξερε πως κουβαλάει και την δύναμη όλη του απομυζούσε.
Μια ατομική έκθεση κατάφερε με κόπο πολύ να κάνει που όμως μια μέρα κράτησε, η αστυνομία ευθύς αμέσως την κατέβασε, γιατί τα μάτια των περαστικών σκανδάλισε, ένα γυμνό δικό του στην βιτρίνα.
Ο Αμεντεο σε κατάθλιψη έπεσε, δεν ήθελε πια να ζωγραφίζει, άρχισε με πηλό και γύψο αγάλματα μικρά να σκαρώνει, φίλος του ο σπουδαίος Μπρανκουζι, με άλλο τρόπο του έμαθε την γλυπτική να βλέπει.
Όλη η ζωή του άλλαξε, τα πινέλα δεν ήθελε πια να πιάσει, αγάλματα σε πέτρα και μάρμαρα άρχισε να σκαλίζει, πάθος μεγάλο του έγινε ο νέος αυτός τρόπος έκφρασης που άνοιξε μπροστά του.
Ακρολιθους από άσπρο μάρμαρο των πεζοδρομίων τα βράδια ξήλωνε,χρήματα δεν είχε τόσο πολύτιμα μάρμαρα να αγοράσει, τις μακρόστενες μορφές με τους μακριούς λαιμούς και τα σχιστά μάτια να λαξεύει.
Ο έρωτας του για την Ζαν τον έκανε στην ζωγραφική του πάλι να γυρίσει, περισσότερα των είκοσι της έκανε πορτραίτα και άλλα τριακόσια τόσα έργα κατάφερε να τελειώσει τα τρία αυτά ευτυχισμένα τελευταία χρόνια της ζωής του, γιατί η αρρώστια ξύπνησε και τον έριξε βαριά και πάλι στο κρεβάτι.
Εκείνη την φορά όμως ο δυστυχής δεν μπόρεσε να συνέλθει, την ψυχή του άφησε αίματα ξερνώντας, και έγκυο την γυναίκα του στον όγδοο της τον μήνα.
Κανείς δεν μπορούσε να πιστέψει πως εκείνος στα τριάντα έξι του μόλις χρόνια είχε πια πεθάνει, μια γρίπη σε όλους είχε πει ότι τον βασανίζει.
Με θλίψη μεγάλη τον εθάψανε, κι όλοι την ζωή τους συνέχισαν να κάνουν, μα η δύσμοιρη γυναίκα του τον κόσμο όλο έχασε γιατί πολύ τον αγαπούσε.
Χωρίς δεύτερη σκέψη, ούτε για το νήπιο το κορίτσι της, ή το μωρό που ήδη κουβαλούσε στην κοιλιά της, πήδηξε από τον πέμπτο όροφο θέτοντας τέλος στην ζωή της.
Τα έργα του ,σκορπίστηκαν, κλάπηκαν, μοιράστηκαν στους πέντε ανέμους, ο ίδιος νέος είχε χαθεί, μαζί και ότι αγαπούσε και ότι άγγιξε επίσης κατάρα έπεσε πάνω. Οι άλλες δύο γυναίκες που είχε αγαπήσει το ίδιο σχεδόν τέλος με εκείνον είχαν, η μια η δημοσιογράφος από την νότιο Αφρική το κεφάλι της στο φούρνο έψησε τελειώνοντας την ζωή της. Ρωσίδα η άλλη, σχεδόν δύο μέτρα σε ύψος, για την ποίηση της την κυνήγησε ο Στάλιν, την φυλάκισε, βασάνισε, τα βιβλία της έκαψε δημόσια στις πλατείες, μα κατάφερε εκείνη να επιζήσει.
Τα χρόνια που ακολούθησαν η κόρη του μεγάλωσε, ίδρυμα κατάφερε στο όνομα του πατέρα της να φτιάξει, η ίδια ειδικός με άδεια του νόμου για τα έργα του πατέρα της ορίστηκε από το κράτος, εκείνη να αποφασίζει, τι και όχι αληθινό θα είναι.
Βλέπετε τα έργα του εκατομμύρια πια άξιζαν, όλα τα μουσεία και οι συλλέκτες τα ζητούσαν, δεν πέρασαν πολλά χρόνια και η κόρη βρέθηκε δολοφονημένη, η έρευνα απέδειξε πως ο διευθυντής του ιδρύματος της, πλαστά έργα για αυθεντικά πως ήταν πιστοποιούσε.
Τι κρίμα και άδικο εκείνος όλη την ζωή του μέσα στην φτώχεια να έχει ζήσει, και άγνωστοι σε αυτόν, στο έργο και στις πλάτες του περιουσίες να έχουν κάνει.
Πολλά γνώριζε ο Πικάσο καταραμένο όταν τον βάφτισε, γιατί ο Μοντι απ όλους τους γνωστούς τελικά ο πιο καταραμένος ήταν.