Γράφει ο Τάσος Σεβαστιάδης

Τη Σιάτιστα τη γνωρίζω από πολύ μικρός. Από τα νεανικά μου χρόνια. Όχι γιατί ήμουν ταξιδευτής (αυτό το έκανα μεγάλους, με τα μεγάλα ταξίδια της ζωής μου), αλλά γιατί τη Σιάτιστα την έχουμε απέναντι (αρκετά έστω χιλιόμετρα) από το χωριό μου τον Άγιο Γεώργιο Γρεβενών. Έτσι από τα μικρά μου ήμουν θεατής.  Δηλαδή απολάμβανα τη θέα της όμορφης Σιάτιστας.

Όσο όμως μεγάλωνα τόσο η Σιάτιστα έφυγε από το οπτικό μου πεδίο, μιας και νέα ενδιαφέροντα παρουσιάζονταν τη ζωή μου. Όμως η Σιάτιστα ποτέ δεν απορρίφθηκε από τα ενδιαφέροντα μου, έτσι περνώντας τα χρόνια και η παρουσία μου στην αγαπημένη μου πόλη τα Γρεβενά δεν ήταν μόνιμη, ξεθώριαζε και η μακρινή αλλά πάντα όμορφη εικόνα εκείνης της μακρινής φωτογραφίας του Γρίβα με τις βατές πλαγιές του που σ’ αυτές ήταν σκαρφαλωμένη η Σιάτιστα. Τη φανταζόμουν στα χρόνια της απουσίας μου στα διάφορα μέρη της γης σαν τη φωλιά του σταυραετού που ήταν «Γριντομένη» στα ψηλά βράχια του βουνού.

Όταν στα χρόνια της εφηβείας μου διψώντας για μάθηση και όντας σε χώρες της δράσης του μεγάλου εξεγέρτη  της Βαλκανικής καπετάν Ρήγα, γνώρισα μέσα από τη δική μου τη δική του δράση και τη δράση των στενών συνεργατών του, πρωτοπόρων της τυπογραφίας αδελφών Μαρκίδες Πούλιου.

Και δεν σας κρύβω ότι όταν διάβασα ότι κατάγονταν από τη Σιάτιστα, ένιωσα μία ψυχική γαλήνη που λίγες φορές ξανάνιωσα στη ζωή μου, οπ… λέω, οι συμπατριώτες . Τους ένιωσαν σαν συγχωριανούς. Έτσι έμαθα όλη τη δράση τους απέξω και ανακατωτά.  Μαρκίδες Πούλιου… Με πίκρα σκέφτομαι ότι ιστορικά είχαν την τύχη του συναγωνιστή τους καπετάν Ρήγα, αλλά όπως και άλλων σπουδαίων μελών της λαϊκοκοινωνικής μας επανάστασης του 1821.  Να ‘ναι καλά όμως η πατρίδα του, το χωριό του τότες, η Σιάτιστα που τίμησε και τιμά τα αξία παιδιά της αδερφούς Μαρκίδες Πούλιου.

Όταν επέστρεψα στα πάτρια εδάφη, μάθαινα συνεχώς πολλά και διάφορα για την όμορφη πόλη των Σινιάτσικων πλαγιών και πρώτα από όλα μάθαινα για την εργατικότητα των κατοίκων της που από ένα μικρό στην αρχή χωριό, την μετατρέψανε σε μία πόλη που ήταν από τις σπουδαιότερες στη βορειοδυτική Ελλάδα.

Οι μετανάστες της, Σιατιστινοί, που φύγαν σε όλη την Ευρώπη, από εργάτες στην αρχή μετατράπηκαν σε ικανούς εμπόρους που έχοντας στο μυαλό τους πίσω στην πατρίδα ασχολήθηκαν με αυτή. Το χρήμα που έρεε αλλά και η τότες καλλιτεχνική δημιουργία που υπήρχε στα σαλόνια κυρίως της Αυστρουγγαρίας και της Ρωσίας σε σχέση με την αντίληψη και την συναίσθηση των ντόπιων μαστόρων, γέννησε σπουδαίες δημιουργίες, τα γνωστά ακόμα και σήμερα τα λεγόμενα «αρχοντικά» της.

Η πόλη σεβόμενη την ιστορία της συμμετείχε όχι μόνο στους μεγάλους αγώνες, με κάθε μορφή, του 1821. Σε όλους τους αγώνες για να χορτάσει ο φτωχός, καθώς και στον τιτάνιο αγώνα ενάντια στις σιδερόφραχτες μεραρχίας του ναζισμού – φασισμού με μεγάλο όπλο την ψυχή της,  μιας και τα όπλα που διέθετε ήταν σκουριασμένες αραβίδες των προηγούμενων αγώνων της, γιατί οι κατέχοντες δεν μπορούν να χορτάσουν ποτέ και έτσι η χώρα βρέθηκε «Γκόλιαβη» που λένε στο χωριό μου.

Η σχέση μου με τη Σιάτιστα γίνονταν όλα αυτά τα χρόνια πιο στενή, μιας και δημιούργησα πολλές φιλίες στο εξοχικό των Ζαβαλαίων – Κυριάκου Κοτενίδη, στην Μπάρα.

Εκεί έμαθα για τα έθιμα που έρχονται από τα παλιά χρόνια, όπως τα «μπουμπουσάρια» των Φώτων, τις φωτιές, τις παρελάσεις με τα άλογα το Δεκαπενταύγουστο και πολλά άλλα πολιτιστικά δρώμενα που ίσως αναφερθούμε σε πιο εξειδικευμένο για το κάθε έθιμο μέσα από το διαδίκτυο.

Αφορμή για να γράψω αυτό το γραφτό, αποτέλεσε μία φίλη η Μπάρμπη με την παρότρυνση της οποίας αρχίζω μία φιλική συνεργασία με το «Κοζάνη media» και ήθελα να πρωτογράψω για την πόλη Νύφη των Σινιάτσικων πλαγιών.

Η προχθεσινή παρουσία μου εκεί εξαιτίας της γιορτής ενός πολύ αγαπητού φίλου μου, ήταν το έναυσμα για να γράψω άμεσα.

Στο σπίτι μένει ο φίλος μου με τον αδερφό του και το γαμπρό τους, είναι δηλαδή μία τριώροφη οικοδομή που μένουν μαζί. Στη γιορτή ήταν και ο κουνιάδος του με τη γυναίκα και τα παιδιά του. Οι σχέσεις μεταξύ τους είναι άριστες που λείπουν πια δυστυχώς από το σύνολο των οικογενειών της πατρίδας μας. Μέσα σε ένα απίθανο φιλικό κλίμα άρχισαν άρχισαν τα πρώτα τσίπουρα, όλα προϊόντα των αμπελιών από τις πλαγιές της Σιάτιστας.

Η  Βούλα μαζί με την Περιστέρα είχαν «βγάλει» φωτιά. Δεν κάθονταν λεπτό ώστε να περνάει καλά η ομήγυρη.

Η Βούλα με είπε διάφορα που θα τα πούμε άλλη φορά για τη γαστρονομία της Σιάτιστας που είναι μεγάλη.

Εμείς για την ώρα γευόμασταν τους Σιατιστινούς σαρμάδες που με τα τυριά και τα διάφορα ορεκτικά ήρθαν στο τραπέζι. Το ζενίθ αποτέλεσαν το ψητό αρνί και τα κότσια στη γάστρα. Αμβροσία.  Όσο για την Περιστέρα δεν προλάβαινε να φέρνει το σπιτικό της κρασί των 30 χρόνων. Νέκταρ δηλαδή.  Αμβροσία και νέκταρ!  Μήπως οι 12 θεοί του Ολύμπου για χειμαδιά τους είχαν τις πλαγιές του Σινιάτσικου;