Του Βαγγέλη Μπάκα

 

           Ο σεβασμός των χρημάτων πρέπει πλέον να έχει το σεβασμό του ψωμιού. Εάν έχεις σήμερα ευρώ έχεις και ψωμί. Και τι δεν έχεις! Ακόμα και την υγεία σου σχεδόν.

            Παλιότερα, όταν κάποιος πήγαινε στη δουλειά έπαιρνε και το κολατσιό μαζί του. Σήμερα κανείς δεν βγαίνει από το σπίτι του χωρίς λεφτά. Πού τα βάζει όμως; Στην τσέπη ή στο πορτοφόλι; Ποια θέση είναι η σωστή; Να η άποψή μου:

Τα χάρτινα λεφτά δεν τα βάζουμε ποτέ στην τσέπη κυρίες κύριοι και παιδιά. Η τσέπη δεν είναι τορβάς για να τα ρίχνουμε χύμα εκεί μέσα! Υπάρχει το πορτοφόλι!

            Στη χώρα μας μόνο τα πλαστά χρήματα δεν περνάνε… Για τα υπόλοιπα, όπως είναι τα τσαλακωμένα, τα σκισμένα, τα μουντζουρωμένα και τα λερωμένα κι άπλυτα… δε δίνουμε δεκάρα… Πόσο μάλλον λεπτό, τώρα με το ευρώ!…

            Πήγε ο Μήτσος στη Γερμανία κι όταν έβγαλε λεφτά να πληρώσει το φαγητό του κόντεψε να τον κλείσουν και μέσα. Ευτυχώς βρέθηκε ένας έλληνας και έκανε το διερμηνέα. Ποια λέτε να ήταν η αιτία που ο κύριος Ντερλίκουερ… δεν δεχότανε τα χρήματα και έλεγε σπαστικά νάιν νάιν! Η κακοποίηση του χρήματος!

            Αυτοί οι οποίοι είχαν κάψει εκατομμύρια ανθρώπους στους φούρνους λυπούνται τώρα τα ζώα και τα λερωμένα ευρώ!

Ο λογαριασμός ήταν δεκαεφτά ευρώ. Και μόλις έβγαλε με δυσκολία το  εικοσάευρο, γιατί είχε σκαλώσει στα κλειδιά της τσέπης του, το  απωθεί τόσο αηδιαστικά ο γκάτσιαβος (ξανθός), λες και του έδινε σκατά .

«Πουρκουά;» του λέει ο Μήτσος, για να παραστήσει το γλωσσομαθή, αν και από Γαλλικά δεν γνώριζε άλλη λέξη. Κι ο Γερμανός του δείχνει κάποιες λέξεις οι οποίες ήταν γραμμένες πάνω στο χαρτονόμισμα. Κι αφού αφορούσαν ψώνια λαϊκής, σίγουρα το είχε χρησιμοποιήσει για ραβασάκι.

Από άλλη τσέπη βγάζει και του δίνει πενηντάρι το οποίο γράφει Α+Β lave. και μερικές αριθμητικές πράξεις. Προφανώς κάποιος είχε παραδώσει γάλα στον τυροκόμο…

«Νάιν! Νάιν!» τίποτα πάλι.

Κι όταν έβγαλε το εκατοστάρικο από τη μέσα τσέπη δεν του το έδειξε καν, γιατί επάνω του είχε γραμμένη ολόκληρη μια μαντινάδα:

«Με το γιατρό και τον παπά παρέα να μην κάνεις.

Ο ένας θέλει να πονείς κι ο άλλος να ποθάνεις».

Τελικά πλήρωσε το λογαριασμό ο έλληνας με καθαρά λεφτά και φύγανε.

Όταν ένας γκαραζιέρης με τα λαδωμένα χέρια θέλει να δώσει δέκα ευρώ ρέστα στον πελάτη, ο οποίος βρίσκεται πιο πέρα, το κάνει βόλο και το πετά! Να γιατί μας σιχαίνονται ακόμα και τα χαρτονομίσματα…

Η κορυφαία όμως ατιμωτική πράξη είναι όταν αυτό το σκονάκι πρέπει να το κεράσει σε οργανοπαίκτη. Αφού έχει μερακλωθεί, το σιδερώνει επάνω στο γόνατο, του βάζει μια ποσότητα ούχου από τους σιελογόνους αδένες, και το στέλνει στο μέτωπο! Όχι της Αλβανίας. Να εξηγούμαστε! Το κολλάει στο μέτωπο του οργανοπαίχτη. Κι αν εκείνος το νιώσει να ξεκολλάει σηκώνει το κεφάλι του ψηλά, σαν τον κόκορα όταν πίνει νερό και κοιτάει τον ουρανό…

Το μόνο καθαρό ήταν κάποιο πενηντάρι, αλλά εκείνο δεν πέρασε γιατί παραήταν καθαρό. Το είχε ξεχάσει στο τσεπάκι του παντελονιού του ο Μήτσος. Κι αφού δεν το βρήκε η σύζυγος και το πλυντήριο ρούχων το έκανε να λάμπει. Αυτό κι αν ήταν ξέπλυμα χρήματος!…

Έκανα ένα γκάλοπ για να δω πόσοι έλληνες χρησιμοποιούν πορτοφόλι και να το αποτέλεσμα:

«Συγγνώμη κύριε. Πρέπει να έχουμε πορτοφόλι μαζί μας;».

«Απαραιτήτως…».

«Εσείς κύριε τι γνώμη έχετε;».

«Θα σας πω σε λίγο…».

«Μα ο κύριος μου απάντησε χωρίς περιστροφές».

«Περιμένετε και θα σας πω το λόγο»

Έβαλε το χέρι του στη μέσα τσέπη και του λέει κουνώντας το κεφάλι. Αυτός ο κύριος που τρέχει  είναι πορτοφολάς…

Εν Ελλάδι είναι όλα λάδι. Βρίσκομαι στο υπεφορτωμένο αστικό. Σαρδέλες κολλημένες στον καταψύκτη τα κορμιά μας. Και ξαφνικά ακούγεται μια φωνή. Κάποιοι νόμισαν πως ήταν η μαγνητοφωνημένη φωνή η οποία εφιστά την προσοχή των επιβατών για αποφυγή κλοπής. Τελικά ήταν φυσικό πρόσωπο:

«Κύριοι συγγνώμη! Ζητώ την προσοχή σας για ένα λεπτό. Ανάμεσά μας κυκλοφορούν πορτοφολάδες. Ασφαλίστε τα πορτοφόλια σας».

«Άσε μας ρε φίλε και κοίτα τον εαυτό σου»

«Σας παρακαλώ. Έχετε το νου σας… Ο λύκος στην αντάρα χαίρεται»

«Πιο σιγά ρε φίλε και με πήρες τα αφτιά. Πού την είδες την αντάρα… Κοίτα τις τσέπες σου και άσε μας ήσυχους να ούμε…»

«Ψάχνεται και φωνάζει! Οδηγέ! Ασφάλισε σε παρακαλώ τις πόρτες με έκλεψαν το πορτοφόλι!».

«Οδηγέ άκυρον. Μη κλειδώνεις τις πόρτες. Βρέθηκε το πορτοφόλι. Έλα πάρτο κύριε» του είπε ο ιμιτασιόν πορτοφολάς…

«Είσαι πορτοφολάς!»

«Όχι ταχυδακτυλουργός…».

«Κύριοι! την προσοχή σας παρακαλώ. Ποτέ τα λεφτά στα πορτοφόλια. Ποτέ δεν εκλάπησαν μόνο τα πορτοφόλια… Μόνο χύμα και στις μπροστινές εφαρμοστές τσέπες του παντελονιού. Κατά προτίμηση τζιν…».

«Κι αν παρόλα αυτά κάποια βουλγάρα έχει λεπτό χέρι…» είπε ο διπλανός του.

«Άστην άστην να τα πιάσει… Κι αν θέλεις τη γνώμη μου, βάλε μερικά πλαστά για δόλωμα… και τρύπησε τη τσέπη…».