Η παρουσίαση του βιβλίου από τη συγγραφέα Αρσινόη Πασχαλίδου

Καλησπέρα σας.
Σήμερα είμαστε εδώ για να μιλήσουμε για μια ιστορία απιστίας.
Οι ιστορίες απιστίας έχουν μεγάλο ενδιαφέρον και γι αυτό είναι πρωταγωνίστριες στη λογοτεχνία, στο θέατρο και στον κινηματογράφο. Πάντοτε μας αρέσει να τις διαβάζουμε ή να τις κρυφοκοιτάξουμε στο πανί ή στο γυαλί και να χαιρόμαστε που δεν τις βιώνουμε στη ζωή μας.
Μέχρι που μια ωραία πρωία μας τυχαίνει ο λαχνός και γινόμαστε οι πρωταγωνιστές μιας τέτοιας ιστορίας.
Τότε δεν ξέρουμε αν πρέπει να κλάψουμε από θλίψη και πόνο (που υπάρχουν άλλωστε άφθονα μέσα μας και ζητούν εκτόνωση και δικαίωση) ή αν πρέπει να γελάσουμε και να φτύσουμε τον κόρφο μας για το καλό που μας βρήκε και είδαμε πόσο κάλπικο είναι το ταίρι μας. Αλλά συνήθως συμβαίνει το πρώτο και μάλιστα με τη συνοδεία μεγάλου σοκ. Και δεν το βρίσκω και παράλογο.
Εδώ η πρωταγωνίστρια είναι η Ναταλία που είναι μαζί με τον Γαβριήλ τον άνδρα της 36 χρόνια μαζί. Ένα ζευγάρι που ζουν μια ζωή άνετη, κάνουν επαγγέλματα που τα αγαπάνε και τους αποδίδουν. Για χρόνια ζουν ανάμεσα στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη αλλά έχουν βρει τον τρόπο ζωής που τους εξυπηρετεί ώστε να είναι και μαζί και χώρια. Κι η Ναταλία είναι ήσυχη γιατί πιστεύει ότι το μαζί είναι πιο δυνατό από το χώρια. Όλα βαίνουν καλώς κι ο σύζυγος παίρνει σύνταξη οπότε έρχεται πίσω στη συζυγική στέγη.
Λέει συγκεκριμένα

»Επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη για να εγκατασταθεί μόνιμα. Οι πρώτες εβδομάδες κύλησαν με μια πρωτόγνωρη ευφορία: ο Γαβριήλ κι εγώ θα ήμασταν επιτέλους –μετά από πολλά χρόνια– συνέχεια μαζί.»

Τότε αλλάζει πολύ το μαζί και δείχνει ότι δικαίως ήταν χώρια τόσα χρόνια γιατί πάντα υπήρχε μια άγνωστη ζωή στη μέση που δεν την είχε καταλάβει η ηρωίδα. Κι είναι πολύ δύσκολο να αλλάξουν συνήθειες οι άνθρωποι.
Θα ήθελα να μιλήσω γι’ αυτά που αντιλήφθηκα ανάμεσα στις γραμμές.
Για μένα είναι μια ιστορία πτώσης και υποβιβασμού.
Ο Γαβριήλ από μεγάλο στέλεχος πολυεθνικής γίνεται ανενεργός με τη σύνταξη και μετά γίνεται ένας απλός σύμβουλος σε μια εταιρία χωρίς να έχει κάποιον ιδιαίτερο ρόλο.

»Αλήθεια πόσο ανασφαλείς καταντούν οι άνθρωποι της εξουσίας, όταν τους αφαιρέσεις τα γαλόνια τους;»

Από σύζυγος μιας γυναίκας με πολύχρονη κοινή ζωή και με έναν κόσμο γύρω τους και μέσα τους που τον έκτισαν με κόπο και με κάποια οράματα, γίνεται απλός εραστής μιας γυναίκα πολύ υποδεέστερης της Ναταλίας.
Από τη Ναταλία που ο έρωτας της ήταν φωτεινός και γεμάτος αισθήματα, συντροφικότητα, αλληλεπίδραση και κατανόηση, καταλήγει στην ερωμένη του που ο έρωτας είναι παιχνίδια εξουσίας, σκοτεινές διεγέρσεις, αποδράσεις σε κόσμους επιβολής και υποταγής.
Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου τελικά.
Παρόλα αυτά παίζει περίεργα παιχνίδια με το μυαλό της Ναταλίας, στην αρχή με την περίεργη συνήθεια να μαζεύει αποδείξεις και να τις έχει σε μια εύκολη θέα για τη Ναταλία ( να δείχνει ότι εκεί που ήταν δεν ήταν ποτέ μόνος.) και στη συνέχεια με την επιθυμία να είναι επίσημη η διπλή ερωτική ζωή του. Ίσως στο πίσω μέρος του μυαλού του να είχε σκεφτεί και την ενεργή συμμετοχή της Ναταλίας σε όλο αυτό το περίεργο ερωτικό παιχνίδι,
Η Ναταλία πού ήταν μέσα σε αυτή τη δίνη;
Χαμένη κι απελπισμένη.
Το γεγονός είναι μια γερή γροθιά στο στομάχι της, εκεί στο ηλιακό πλέγμα.
Μια ισχυρή γροθιά στην αυταξία της ( αυτοεκτίμησή της.)
Λέει στο κείμενο

»Έβλεπα εφιάλτες. Έβλεπα να αδειάζει το αίμα από τις φλέβες μου, να με πατάει ένα μαύρο BMW, να πέφτω, να βυθίζομαι κι αυτός χαμογελαστός να κοιτάει, σαν να περιμένει να πεθάνω.»

Ο Γαβριήλ γίνεται ένας μεγάλος άγνωστος.
Ο εκδικητής της κοινής τους ζωή, ο εξολοθρευτής της, που στις συζητήσεις τους από θύτης γίνεται θύμα και τούμπαλιν.
Η τακτοποιημένη ζωή της είναι τελικά τόσο εύθραυστη σαν ένα γυαλί ντελικάτο κι αδιαφανές που σπάζει με ευκολία κι αποκαλύπτει μία άλλη διάσταση. Ένα χάος που αδυνατεί να διαχειριστεί γιατί της είναι αδιανόητο το άλλο πρόσωπο του Γαβριήλ. Είναι μια διάρρηξη της εσωτερικής της ζωής με όλες τις συνέπειες που συνεπάγονται.
Αμφισβητεί την αξία της και μπαίνει στη διαδικασία να συγκρίνει τον εαυτό της με την ερωμένη.
Η ερωμένη ! αχ αυτή η ερωμένη.
Δεν ξέρω αν όλες οι ερωμένες είναι έτσι. Αυτή όμως είναι έτσι και χειρότερη.
Είναι ραδιούργα, δολοπλόκα, χειριστική. Η ύπαρξη της είναι δεμένη με τον άνδρα. Δύο φορές παντρεμένη με δύο παιδιά από το δεύτερο γάμο (τα οποία δεν είναι η προτεραιότητά της τελικά,) δεν σταματάει να ψάχνει τον καλύτερο άνδρα. Αυτόν που θα της παρέχει μια άνετη ζωή( με πολλά μηδενικά στο λογαριασμό του κατά προτίμηση). Η αξία της μετριέται , για την ίδια, από το πόσο καλή και καπάτσα είναι για να κερδίσει τον άνδρα τρόπαιο. Έτσι αρχίζει το παιχνίδι του υποβιβασμού της συζύγου, να τη φέρει σε δύσκολη θέση, να την εξουδετερώσει και να δείξει ότι » κοίτα αγάπη μου η γυναίκα σου παίζει βρώμικα εις βάρος μου.».
Κι όλα αυτά για έναν άνδρα.
Κι ο άνδρας κολακευμένος, υποταγμένος στα πόδια της αφέντρας του που ελέγχει τα κατώτερα ένστικτά του, τα κατώτερα κέντρα του εκεί όπου ο εθισμός είναι εύκολος.
Σε κάποιο σημείο λέει με πίκρα η Ναταλία:

»Ένας άντρας τόσο κυνικός και συναισθηματικά ανάπηρος,άραγε μου αξίζει;»

Η no name mistress πανταχού παρούσα όταν η σύζυγος είναι απούσα. Χτίζει το κατάλληλο περιβάλλον σιγά σιγά για να εγκλωβίσει τον άνδρα τρόπαιο σε ένα δικό της κόσμο που έχει κλεμμένα στοιχεία από την προηγούμενη ζωή του.
Λέει χαρακτηριστικά στο κείμενο:

»Άπλωνε τον ιστό της γύρω μας και στην κατάλληλη στιγμή με το κεντρί της θα με έδιωχνε από τη ζωή του.»

Δεν ξέρω για εσάς πως θα νιώσετε, εγώ πάντως θύμωσα. Γιατί ;
Γιατί ο έρωτας υποβιβάζεται. Άλλωστε σας το είπα είναι μια διαδικασία πτώσης.
Αλλά στον έρωτα όλα επιτρέπονται μέσα στην ανθρώπινη κοινωνία.
Τελικά είναι μια αρένα που όποια μπορεί και χρησιμοποιεί θεμιτά κι αθέμιτα μέσα κερδίζει και τον άνδρα;
Είναι ένα παιχνίδι από γυναίκα που έχει σαν στόχο μόνο να πονέσει την άλλη γυναίκα για να της αποδείξει ότι είναι πιο όμορφη, πιο καπάτσα, πιο ικανή στο σεξ οπότε παίρνει και τον άνδρα;
Μήπως όμως είναι ένα παιχνίδι που τους κανόνες τους βάζει ο άνδρας τρόπαιο στην ουσία, η ερωμένη χορεύει ανάλογα με τις ερωτικές προτιμήσεις κι αυτό της δίνει την εξουσία στην ευχαρίστηση του εραστή της και στον πόνο της απατημένης συζύγου;
Ή πολύ απλά δεν μου κάνεις πλέον αγάπη μου (αλήθεια γιατί σε λέω ακόμη έτσι;) σε έχω βαρεθεί πλέον… η ερωμένη μου είναι πιο ενδιαφέρουσα πιο κινητική και πιο ανοιχτόμυαλη στο κρεβάτι μου.
Δεν ξέρω να δώσω την απάντηση.
Πιστεύω ότι αυτού του είδους οι ιστορίες έχουν τις μικρές τους ιδιαιτερότητες.
Αυτό βέβαια το μαθαίνει η Ναταλία με πολύ σκληρό τρόπο (νομίζω και η κάθε γυναίκα). Το βιώνει σαν απαξίωση κι εκμηδενισμό. Καταλαβαίνει ότι και η δική της ύπαρξη είναι τόσο δεμένη με του Γαβριήλ την παρουσία στο πλευρό της που μετά από αυτόν τι;
Άραγε τι;
Υπάρχει κάτι;
Χμ ίσως το απέραντο κενό που την καλεί πέρα από το όριο που βάζουν τα κάγκελα στο μπαλκόνι της, ίσως ένα κόκκινο ποτάμι αίματος ίσως ποιος ξέρει τι ;
Οι πιθανότητες της αυτοκαταστροφής άπειρες μέσα σε ένα μυαλό που καταρρέει. Υπάρχει κι αυτή η αποσύνδεση του συνειδητού από την πραγματικότητα, όπως το λέει η ψυχίατρος.
Λέει στο κείμενο με πόνο:

»Να μη βλέπω πιο θαμπό και πιο τεμαχισμένο το πρόσωπο μου, το πρόσωπο μου που άλλο δε ζήτησα στη ζωή παρά να το κρατήσω καθάριο κι αδιαίρετο».

Γιατί διαιρέθηκε το πρόσωπό της και σκόρπισε σε διάφορες μνήμες της ζωής της. Μέσα στους κώδικες τους, στα κοινά μυστικά του κρεβατιού τους, στα παιχνίδια που έπαιζαν και γελούσαν σαν μικρά παιδιά με αφορμή διαφημίσεις και τραγούδια. Χάθηκε μέσα σε μικρούς και μεγάλους εφιάλτες με κέντρο τον Γαβριήλ.
Ευτυχώς δεν ήταν μόνη γιατί είχε ανθρώπους που την αγαπούσαν πολύ και τη νοιάζονταν. Σε διάφορες πόλεις εντός κι εκτός χώρας.
Σε αυτές τις ιστορίες πάντα υπάρχουν βαθιά ψυχολογικά ρήγματα, όπως εγώ τα ονομάζω. Οι ψυχές ταλαιπωρούνται για μεγάλα διαστήματα μέχρι να βρουν τον καινούργιο δρόμο στη ζωή τους γιατί η ζωή πάντα πάει παρακάτω. Όσο θλιβερό κι αν ακούγεται αυτό την περίοδο της οδύνης γίνεται πάντα τόσο ομαλά που δεν το καταλαβαίνουμε. Μια μέρα απλά νιώθουμε ότι προχωρήσαμε κι ότι η ζωή τελικά είναι ωραία. Για όλους ξημερώνει η μέρα έτσι κι αλλιώς. Ακόμη κι αν δούμε τον άνθρωπο που μας πλήγωσε στο δρόμο μπορεί να αδιαφορήσουμε ή να χαρούμε κιόλας γιατί εκείνο που μένει είναι η γλυκιά αίσθηση της αγάπης που εμείς νιώσαμε. Όπως ακριβώς κι η Ναταλία που τελικά κρατά τα δικά της συναισθήματα σαν μια ωραία ανάμνηση από την κοινή τους ζωή.
Θα ήθελα να ήξερα και τη συνέχεια της σχέσης των δύο εραστών.
Γιατί πάντα στην αρχή υπάρχει η ένταση της επιθυμίας, η μαγεία των ερωτικών παιχνιδιών, αλλά η καθημερινότητα είναι καθημερινότητα.
Η αρχή πάντα κρύβει τον εφηβικό ενθουσιασμό, το άνοιγμα μας προς αυτή τη διάσταση της μαγείας του άγνωστου που κρύβει το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου μας. Μας αρέσει να διαχεόμαστε μέσα στα μάτια του, την αναπνοή του, το κορμί του και να νιώθουμε ότι είμαστε σημαντικοί και καινούργιοι μέσα από τις αντιδράσεις του αγαπημένου μας ή της αγαπημένης μας. Ξαναανακαλύπτουμε στην ουσία το είναι μας μέσα από μια ένωση ερωτική. Όταν όμως θα έχει χορτάσει ο Γαβριήλ από σκοτεινές διεγέρσεις, όταν η αφέντρα του θα βρίσκει το ρόλο της πληκτικό;
Τι γίνεται τότε;
Γιατί η κρυφή ερωτική ζωή έχει την έννοια του καρυκεύματος σε ένα κατά τα άλλα νόστιμο βασικό ερωτικό μενού. Από εκεί και μετά μένει να ανακαλύψεις τι σου κρύβει η κάθε μέρα και να θεμελιώσεις μια συνέχεια που να αφήνει πίσω μια ενθουσιώδη εφηβεία και να ανακαλύπτει μια διάσταση πιο ώριμη.
Δεν ξέρω βέβαια αν ο Γαβριήλ σαν δεύτερη ευκαιρία στη ζωή του θα το κατάφερνε, γιατί είναι αλλιώς συνηθισμένος. Λέει συγκεκριμένα:

»Διαμορφώνεται, λοιπόν, μια νέα ράτσα ανθρώπων, αντρών και γυναικών, για τους οποίους η θρησκεία, ο πολιτισμός, ο γάμος, η οικογένεια –ακόμη κι η εθνικότητα, κάποιες φορές–είναι περιθωριακά στοιχεία σε μια εργασιακή ταυτότητα.
Με το άλλοθι της κοινωνικής καταξίωσης και της δύναμης της εξουσίας που διαθέτουν αρχίζουν να διαχειρίζονται τα ένστικτα και τις επιθυμίες τους σε βάρος των υπόλοιπων. Δυστυχώς διαπιστώνει κανείς πως δεν υπάρχει γι’ αυτούς “ο φόβος του Θεού και η ντροπή του κόσμου”… Κι ο Ακριβάκης δεν ξέφυγε τελικά από την μοίρα των leaders…».

Γιατί μια τέτοια στάση ζωής δεν αλλάζει.

Όλο αυτό το ταξίδι μέσα στη σχέση της Ναταλίας και του Γαβριήλ γίνεται με γλώσσα απλή, κοφτή, γρήγορη.
Κρατά η συγγραφέας τον συμπυκνωμένο λόγο ενός ημερολογίου όπου πολλές φορές συνθηματικά μέσα από την απλή περιγραφή της καθημερινότητας υποψιαζόμαστε τις συναισθηματικές εντάσεις της ηρωίδας. Ένιωσα να διαβάζω με ενδιαφέρον το κείμενο και να ψάχνω με ανησυχία τη συνέχεια των γεγονότων.
Χωρίς πλατειασμούς επικεντρώνεται στα γεγονότα. Σαν ένα μικρό νουάρ κείμενο όπου υπάρχει παρασκήνιο, δεν το ξέρουμε, κι αναγκαζόμαστε να εμβαθύνουμε μόνοι μας στους λόγους και σκοπούς των ατόμων. Προσπαθούμε να νιώσουμε το βάθος των συναισθημάτων που βασανίζουν τη Ναταλία κι αυτό προσωπικά μου άφησε μία ένταση στην ανάγνωση.
Στο δεύτερο μέρος όλα μπαίνουν σιγά σιγά στη θέση τους.
Τα συναισθήματα είναι πιο ξεκάθαρα με γεγονότα που αποκαλύπτουν τα κενά που υπονοούσε το πρώτο μέρος.
Η παρουσία των δύο ψυχιάτρων ερμηνεύει με σαφήνεια την ψυχολογική ανεπάρκεια των δύο συζύγων.
Αυτό δίνει μια αποκλιμάκωση της συναισθηματικής έντασης του πρώτου μέρους.
Βλέπουμε το πνευματικό και ιδεολογικό υπόβαθρο των ηρώων και κατανοούμε ότι τα ζευγάρια για να αντέξουν μια ζωή μαζί θέλει πολλή αγάπη κατανόηση και προπαντός μια δέσμευση απέναντι στον εαυτό μας ότι θα υπάρχει όσο το δυνατόν μεγαλύτερη καθαρότητα μέσα τους και με το ταίρι τους. Δηλαδή να αναλαμβάνουν την ευθύνη των πράξεών τους και ναι να πληρώνουν και το τίμημα όταν χρειάζεται.
Με άλλα λόγια να είναι απλώς ενήλικες.

Πηγή: Αρσινόη Πασχαλίδου