ΝΤΕΝΙΣ ΤΖΟΝΣΟΝ
Η γενναιοδωρία της γοργόνας
μτφρ. Κώστας Σπαθαράκης,
εκδ. Αντίποδες σελ. 210

Για τον μεγάλο Αμερικανό μυθιστοριογράφο Φίλιπ Ροθ, ο νεότερος ομότεχνός του Ντένις Τζόνσον (1949-2017) ήταν από τους πιο ταλαντούχους διηγηματογράφους της γενιάς του, καταδικασμένος να αποκαλύψει στους συμπατριώτες του «τα πιο σκοτεινά, τα πιο άγρια βάθη της αμερικανικής ζωής, όπως ακριβώς ο Μάρκ Τουέιν και ο Ουίλιαμ Φόκνερ». Οσοι βρήκαν υπερβολικό τον έπαινο του Ροθ και δυσκολεύονται να καταλάβουν πώς ο Ντένις Τζόνσον κέρδισε, εν ζωή, μια επίζηλη θέση ανάμεσα στις δύο μυθικές μορφές των αμερικανικών γραμμάτων, τον Φόκνερ και τον Τουέιν, δεν έχουν παρά να διαβάσουν τη συλλογή διηγημάτων του «Η γενναιοδωρία της Γοργόνας» (Αντίποδες 2020, μτφ. Κ. Σπαθαράκης), που κυκλοφόρησε έναν χρόνο μετά τον θάνατό του.

Τα τρία πρώτα διηγήματα του βιβλίου, «Η γενναιοδωρία της γοργόνας», «Αστροφεγγιά στο Αϊντάχο» και «Μπομπ ο στραγγαλιστής», πρέπει να είναι παλαιότερο υλικό, γιατί έχουν ως ήρωες τους «συνήθεις ύποπτους» της λογοτεχνικής παραγωγής του: πρεζάκια, φυγόδικους, κατάδικους, μέλη των ανώνυμων αλκοολικών. Ηττημένες μορφές του «αμερικανικού ονείρου», που θυμίζουν βέβαια αντίστοιχες του δασκάλου του, Ρέιμοντ Κάρβερ.

Κατά τη γνώμη μου, το παρόν βιβλίο ξεκινά ουσιαστικά από τη μέση (σελ. 103), με τα δύο εκτενέστερα διηγήματα της συλλογής, «Θρίαμβος επί του τάφου» και «Doppelganger, Poltergeist», που αποτελούν, κατά κάποιον τρόπο, ένα είδος συγγραφικής διαθήκης, αφού το θέμα τους δεν είναι άλλο από τις αγωνίες της γραφής και οι πρωταγωνιστές των ιστοριών είναι επίσης συγγραφείς που διάγουν τους τελευταίους μήνες της ζωής τους, όπως και ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής, που βιοπορίζεται διδάσκοντας δημιουργική γραφή στις ΗΠΑ. Ενδεικτική στην αρχή και η ειρωνική του εξομολόγηση: «Το γράψιμο. Είναι εύκολη δουλειά. Δεν χρειάζεται ακριβό εξοπλισμό και μπορείς να την κάνεις οπουδήποτε. (…) Δεν χρειάζεται να είσαι και πολύ λειτουργικός ή μάλλον, κατά βάση, δεν χρειάζεται να είσαι καθόλου λειτουργικός. Αν μπορούσα να πίνω χωρίς να είμαι πιωμένος όλη μέρα, θα έπινα αρκετά ώστε να είμαι πιωμένος τη μισή μέρα και δεν θα ήμουν λιγότερο παραγωγικός».

Στο διήγημα «Θρίαμβος επί του τάφου», ο αφηγητής, που διδάσκει δημιουργική γραφή στο Πανεπιστήμιο του Τέξας, αναλαμβάνει να διαλευκάνει τη μοίρα του προκατόχου του, επίσης συγγραφέα και καθηγητή, Ντάρσι Μίλερ, που δεν έχει δώσει σημεία ζωής εδώ και καιρό. Καθ’ οδόν, θυμάται τη συνάντηση που διοργάνωσε για να γνωρίσουν οι νέοι φοιτητές του από κοντά τον Μίλερ και δεν μπορεί να ξεχάσει τη βαθύτατη περιφρόνηση των υποψήφιων συγγραφέων προς τον γηραιό δημιουργό, ο οποίος μάταια προσπαθούσε να διασώσει κάτι από τη «στραπατσαρισμένη του αριστοκρατικότητα». Και ενώ οι νεαροί, που δεν έχουν γράψει ακόμη ούτε μία αράδα της προκοπής, επιδεικνύουν το λαμπρό λογοτεχνικό τους μέλλον, το συγγραφικό παρόν για τον Μίλερ είναι η κατάπτωση, η απαξίωση, η εκδοτική λήθη. Σταδιακά, διολισθαίνει σε ένα «καθεστώς» μοναξιάς και θανάτου, έγκλειστος σε ένα αγροτόσπιτο, όπου μόνο οι γύπες του Τέξας συχνάζουν, διαγράφοντας δυσοίωνους κύκλους πάνω από τη στέγη του.

Στην αμέσως επόμενη ιστορία με τίτλο «Doppelganger, Poltergeist», ο ίδιος αφηγητής, που διδάσκει τώρα δημιουργική γραφή στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια, έχει την τύχη να συναντήσει στην τάξη του ένα πραγματικά μεγάλο ταλέντο, τον ασταθή ψυχολογικά νεαρό Μάρκους Αχερν. Επειτα από εκατοντάδες ώρες διδασκαλίας «σε παιδάκια, συνταξιούχους και κλεφτρόνια», επιτέλους πέφτει πάνω σε έναν γνήσιο ποιητή, με γραπτά πολύ καλύτερα και από τα δικά του, γεγονός που τον αποσταθεροποιεί. Θα σπεύσει λοιπόν στον διευθυντή του πανεπιστημίου με τη διάθεση να παραιτηθεί. «Του είπα ότι μόνο ο Αχερν ήταν ποιητής, οι άλλοι ήταν μετριότητες εκ γενετής» και «είναι έγκλημα να τους ενθαρρύνουμε». Παρά τα ψυχολογικά του προβλήματα και την εξωφρενική εμμονή του με τον Ελβις Πρίσλεϊ, ο Μάρκους Αχερν δεν θα τον διαψεύσει: θα είναι ο μόνος από τους μαθητές του που θα εξελιχθεί λογοτεχνικά και θα γίνει ευρύτερα γνωστός.

Και στα δύο διηγήματα, ο αφηγητής προβληματίζεται για τον τρόπο που διδάσκει, την αναγκαιότητα της δημιουργικής γραφής, τη θέση του πραγματικού συγγραφέα μέσα σε αυτόν τον λογοτεχνικό κυκεώνα. Ο ποιητής Μάρκους Αχερν έγραφε υπέροχα, «αλλά πίστευε ότι αυτό δεν ήταν το σημαντικότερο πράγμα που έκανε». Ο Ντένις Τζόνσον ισχυρίζεται πως μέσα σε αυτή τη φράση κρύβεται το μυστικό των ταλαντούχων δημιουργών: ποτέ δεν παίρνουν στα σοβαρά την ποιητική τους περσόνα, ποτέ δεν θεωρούν τα γραπτά τους το σημαντικότερο πράγμα στον κόσμο.

Πηγή: kathimerini.gr