Η πρωτοβουλία υπήρξε δική τους, ωστόσο ο ρόλος που τους επιφυλάσσεται είναι όλως παράδοξος, αφού οι ηγέτες της Γαλλίας και της Γερμανίας καλούνται ούτε λίγο ούτε πολύ να λειτουργήσουν ως εγγυητές της ρωσο-τουρκικής σχέσης.

Εμανουέλ Μακρόν και Άγκελα Μέρκελ ανέλαβαν να επικοινωνήσουν την Πέμπτη με τον Ρώσο ηγέτη Βλαντίμιρ Πούτιν την Πέμπτη για την κρίση στην Ιντλίμπ της Συρίας, εκφράζοντας την ανησυχία τους για την εκεί ανθρωπιστική κρίση και ζητώντας του (όπως την επομένη στην Ευρωπαϊκή Σύνοδο Κορυφής έπραξε το σύνολο των «27”) τον τερματισμό της υπό ρωσική υποστήριξη προέλασης των συριακών κυβερνητικών δυνάμεων στον ανταρτοκρατούμενο θύλακα.

Την Παρασκευή σειρά είχε ο ισχυρός άνδρας της Άγκυρας Ταγίπ Ερντογάν με τον οποίο συνομίλησε το γαλλογερμανικό δίδυμο, δεχόμενο εκκλήσεις να αναλάβει «συγκεκριμένες ενέργειες”, ώστε να σταματήσει η «επιθετικότητα” του συριακού καθεστώτος, σύμφωνα με την τουρκική φρασεολογία.

Το τετράγωνο συμπληρώθηκε λίγο αργότερα με την συνδιάλεξη Πούτιν και Ερντογάν στην οποία, βάσει των όσων ανακοινώθηκαν, καμία από τις δύο πλευρές δεν μετακινήθηκε από τις βασικές της θέσεις. Προέκυψε ωστόσο ένα σημαντικό ραντεβού: η πραγματοποίηση συνάντησης των ηγετών της Τουρκίας, της Ρωσίας, της Γερμανίας και της Γαλλίας, όπως την προωθούσαν οι Μέρκελ και Μακρόν, στις 5 Μαρτίου στην Κωνσταντινούπολη. Παραπέμπει η διοργάνωση αυτή στο προηγούμενο της «σύνθεσης Νορμανδίας» (Γαλλία, Γερμανία, Ρωσία, Ουκρανία) για την επίλυση της ουκρανικής κρίσης.

Η ημερομηνία της συνάντησης στην Κωνσταντινούπολη αμέσως μαρτυρεί την αδυναμία του Ταγίπ Ερντογάν να τηρήσει το τελεσίγραφο που ο ίδιος έχει απευθύνει στη Δαμασκό, προαναγγέλλοντας μεγάλη τουρκική στρατιωτική επιχείρηση, εάν μέχρι τέλους Φεβρουαρίου δεν έχει υπάρξει άρση της περικύκλωσης των τουρκικών φυλακίων στην Ιντλίμπ και αναδίπλωση των συριακών δυνάμεων στις θέσεις που κατείχαν πριν την έναρξη της προέλασής τους, δηλαδή στη γραμμή που οριοθετούσε η ρωσο-τουρκική συμφωνία του Σότσι το 2018.

Κυρίως, όμως, η προσφυγή στην γαλλογερμανική διαμεσολάβηση μαρτυρεί την αδυναμία του Ερντογάν να οδηγήσει τις σχέσεις με τη Ρωσία, μεγάλη προστάτιδα της Δαμασκού, στην ρήξη.

Την ώρα που ο Τούρκος περιγράφει τα τεκταινόμενα ως ένα είδος «πολέμου”, χρησιμοποιώντας για πρώτη φορά αυτόν το βαρύτατο όρο, ο καθ’ ύλην αρμόδιος υπουργός του εκπέμπει άλλου τύπου μηνύματα.

«Το να αναμετρηθούμε με τη Ρωσία δεν είναι ούτε η πρόθεση ούτε ο στόχος μας, Είναι εκτός συζήτησης .Θα συνεχίσουμε τις προσπάθειες για να αποφύγουμε κάτι τέτοιο” δήλωσε μιλώντας στο CNN Türk ο Χουλουσί Ακάρ. Σύμφωνα με τον Τούρκο υπουργό Άμυνας, το θεμελιώδες για την Άγκυρα είναι να συμμορφωθεί με την εκεχειρία το καθεστώς της Δαμασκού και να πάψει να διαπράττει σφαγές.

Ανώτεροι Τούρκοι αξιωματούχοι τους οποίους επικαλείται ο Σερκάν Ντεμίρτας της Hürriyet Daily News αναφέρουν τέσσερις λόγους που υπαγορεύουν την ανάγκη διαφύλαξης της ρωσο-τουρκικής σχέσης: την ασφάλεια των τουρκικών δυνάμεων που σταθμεύουν στην Ιντιλίμπ, την ανάγκη προστασίας των αμάχων, ώστε να μην δημιουργηθεί νέο προσφυγικό κύμα, την διάσωση της πολιτικής διαδικασίας για την επίλυση του συριακού ζητήματος και, κυρίως, την αποτροπή μιας βλάβης της ολοένα και στενότερης συνεργασίας με τη Μόσχα σε άλλα πεδία, όπως είναι η ενέργεια και η οικονομία.

Αποφεύγουν βέβαια να ομολογήσουν στους εαυτούς τους μία κρίσιμη πέμπτη παράμετρο: ότι όσο συνεχίζεται η παρούσα σύγκρουση μεγαλώνουν οι πιθανότητες μιας μεταστροφής της ταλαντευόμενης μετά τις αμερικανικές παλινωδίες ηγεσίας των Κούρδων της Συρίας προς μια συνεννόηση με τη Δαμασκό, με άμεσο στόχο την ανάκτηση κουρδικών πόλεων, όπως λ.χ. η Αφρίν, την οποία η Τουρκία κατέλαβε σε προηγούμενη εισβολή της, με την ανοχή τότε της Ρωσίας.

Αποφεύγουν επίσης οι Τούρκοι ιθύνοντες να εγκαταλείψουν την μάταιη ελπίδα ανοίγματος μιας ρωγμής στη σχέση της Ρωσίας με τη Συρία, μετά από πέντε χρόνια κατά τα οποία η ρωσική στρατιωτική και πολιτική επένδυση στην περιοχή έχει ανατρέψει τον συσχετισμό δυνάμεων.

Όμως η φρασεολογία της Μόσχας γίνεται διαρκώς σκληρότερη. Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου Ντμίτρι Πεσκόφ ανέφερε την Παρασκευή ότι Ρωσία και η Τουρκία συνεχίζουν να συζητούν την κατάσταση, ώστε να μη χρειαστεί να μιλήσουν «για τα χειρότερα σενάρια», υπονοώντας μια θερμή αντιπαράθεση μεταξύ των δύο χωρών. Παράλληλα ξεκαθάρισε ότι για την Μόσχα τα συριακά στρατεύματα πολεμούν στην Ιντλίμπ εναντίον «τρομοκρατικών οργανώσεων που πραγματοποιούν επιθετικές ενέργειες εναντίον του συριακού στρατού και πρέπει να εξαλειφθούν».

Πρωτόγνωρη υπήρξε και η καταγγελία του υπουργείου Άμυνας της Ρωσίας ότι η Τουρκία παρέχει υποστήριξη με το πυροβολικό της στους «ανταρτοσυμμορίτες», εναντίον των οποίων η ρωσική αεροπορία πραγματοποίησε επιδρομές, όταν αυτοί έσπασαν προς στιγμήν την γραμμή άμυνας του συριακού στρατού σε δύο περιοχές της επαρχίας Ιντλίμπ.

«Το περιστατικό συνιστά παραβίαση της ρωσοτουρκικής συμφωνίας [του Σότσι] για διαχωρισμό της ένοπλης αντιπολίτευσης από τους τρομοκράτες και δημιουργία μιας αποστρατιωτικοποιημένης ζώνης, ενώ διακινδυνεύει περαιτέρω κλιμάκωση της σύγκρουσης σε αυτό το τμήμα της συριακής επικράτειας” σχολίασε από την πλευρά της η εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών της Ρωσίας Μαρία Ζαχάροβα.

Σε κάθε περίπτωση, η λογική της ρωσικής διπλωματίας κινείται στην υπενθύμιση εκείνων των προβλέψεων της συμφωνίας του Σότσι τις οποίες η Τουρκία συνυπέγραψε χωρίς να τηρήσει, συμπεριλαμβανομένης της κοινής δέσμευσης στην αναγνώριση της συριακής εδαφικής ακεραιότητας, την ίδια ώρα που προσφέρει στον Ερντογάν μιαν οδό υποχώρησης, δηλαδή την θέσπιση νέας εκεχειρίας, ώστε η Άγκυρα να διατηρήσει τη θέση της στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων για το μέλλον της Συρίας. Όμως η αναδίπλωση των τουρκικών δυνάμεων και των συμμάχων ανταρτών σε μία στενότερη γεωγραφική ζώνη, σύμφωνη με τα δεδομένα που δημιούργησε η συριακή προέλαση, αποτελεί ένα πλήγμα στο γόητρό του, το οποίο ο Ερντογάν δυσκολεύεται να διαχειριστεί. Εξού και η προσπάθειά του να εμπλέξει περισσότερο τους Δυτικούς συμμάχους.

Στο παζάρι μπαίνει ασφαλώς και το ενδεχόμενο ενός νέου μαζικού προσφυγικού κύματος. Ο εκπρόσωπος του Γραφείου Συντονισμού Ανθρωπιστικών Υποθέσεων του ΟΗΕ (OCHA), Γενς Λάρκε, σε συνέντευξη Τύπου στη Γενεύη την Παρασκευή, υποστήριξε ότι με τις τελευταίες εχθροπραξίες στην Ιντλίμπ έχουν εκτοπιστεί από τις εστίες τους περίπου 900.000 άνθρωποι (σε ποσοστό 60% παιδιά) που «έχουν εγκλωβιστεί σε έναν όλο και περισσότερο συρρικνούμενο χώρο».
Πάντως, το υπουργείο Άμυνας της Ρωσίας, επικαλούμενο στοιχεία από drones, δήλωσε σήμερα πως οι πληροφορίες για εκατοντάδες χιλιάδες Σύρους που εγκαταλείπουν την Ιντλίμπ κατευθυνόμενοι προς την τουρκική μεθόριο λόγω των συγκρούσεων είναι ψευδείς και κάλεσε την Άγκυρα να επιτρέψει στους κατοίκους να εισέλθουν σε άλλες, ασφαλείς περιοχές της Συρίας.

Πηγή: capital.gr