Το καλοκαίρι του 1971,όντας 10 χρονών,

ένα λεωφορείο με παιδιά από το ορεινό χωριό μας κατηφόριζε για τις κατασκηνώσεις του Αγίου Ανδρέα Αττικής. Ανάμεσα στα παιδιά που κατηφόριζαν για πρώτη φορά ήμουν και του λόγου μου.

Αν εξαιρέσω τη ζάλη και τη ναυτία που μου έφερε το πρώτο ταξίδι, μετά την Λαμία δεν χόρταινα να βλέπω το γαλάζιο της θάλασσας που για πρώτη φορά αντίκρυζα, να εναλλάσσεται με το λευκό του αφρού της.Είχα εκστασιαστεί από το γαλάζιο χρώμα της Θάλασσας!

Στην κατασκήνωση μείναμε τρείς ολόκληρες εβδομάδες, ερχόμενοι σε επαφή με την οργανωμένη ζωή της σκηνής, και της συλλογικότητας. Δεν είχαμε επισκεπτήριο γονέων γιατί ήταν πολύ μακριά, αλλά γνωριστήκαμε μεταξύ μας Ελληνάκια από όλη την Ευρώπη.

Δίπλα μας υπήρχε ένα στρατόπεδο.Ακούγαμε την σάλπιγγα σιωπητηρίου και εγέρσεως πρωί και βράδυ.

Μία μέρα ήρθε η αρχηγός της κατασκήνωσης στη σκηνή μας, κοίταξε προσεκτικά όλα τα κορίτσια…και το βλέμμα της στάθηκε πάνω μου επίμονο.

-Αυτή θα κάνουμε Ελλάδα, είπε στην βοηθό της που στεκόταν ένα βήμα πίσω της.Πάρτης τα μέτρα.

Εμένα δεν μου είπαν τίποτα…έμεινα εκεί να αναρωτιέμαι τι σήμαινε να μου πάρουν τα μέτρα…

Η ευγενική κυρία με πήρε από το χέρι και μου είπε πως το βράδυ θα μας επισκεπτόταν ο πιο σπουδαίος άνθρωπος της Ελλάδος. Εγώ θα ντυνόμουν Ελλάδα,και θα απήγγειλα κάτι που έπρεπε να το μάθω  αμέσως  απέξω. Η ίδια θα μου έραβε μια στολή που να δήλωνε την υπόστασή μου…ΕΛΛΑΔΑ.

Ο χιτώνας ετοιμάστηκε γρήγορα, Λευκός με μπλε Μαιάνδρους, στο κεφάλι μου μπήκε ένα στεφάνι από κλαδί ελιάς, το ποίημα το αποστήθισα γρήγορα….και το βράδυ αφού στήθηκε μια τεράστια φωτιά στο μέσο της κατασκήνωσης, πλησίασα τον δικτάτορα αυτοπροσώπως και του έδωσα ένα κλαδάκι ελιάς.

Τη σκηνή αυτή την έφερα στο νου μου πολλάκις στη ζωή μου, όταν ξενητεύτηκα στην Αμερική 19 χρονών και έπρεπε να μιλήσω για την χώρα μου,σε μια ομάδα φοιτητών του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν, στο γυμναστήριο του Μιζούρι μίλησα για την εξέγερση του Πολυτεχνείου στους συμμαθητές μου, τα δύσκολα χρόνια της τελευταίας ξενητιάς στην Γερμανία,όταν όλοι τα είχαν μαζί μας και ερχόταν για εξηγήσεις στην ταβέρνα μας»Filoxenia»,και έπρεπε να εξηγώ την κατάσταση της Πατρίδας μου.

Φορούσα τον αρχαίο χιτώνα μου και υπομονετικά ταξίδευα τους πελάτες μας στα γαλάζια μας νησιά, περνούσα νοερά όλη την έκταση από την Πίνδο μέχρι τον Όλυμπο, στεκόμουν λίγο πάνω από την γενέτειρα και μετά κατέληγα στην Θεσσαλονίκη.

Θα ήθελα να πω στους απογόνους μου και στη νέα γενιά, ότι την Ελλάδα την κουβαλούμε μέσα μας,όπως κουβαλούμε την μνήμη των γονιών μας.Όταν χρειαστεί, βάζουμε ένα χεράκι να την στηρίξουμε, να την μπαλώσουμε να την βοηθήσουμε να συνεχίσει να υπάρχει.

Στις μέρες μας, αυτό  που πρέπει να κάνουμε, είναι να υπακούμε τις εντολές των ειδικών και να προσευχόμαστε για όλους μας.

Όλα θα πάνε καλά!

Δήμητρα Γκατζηγιάννη Αναστασίου