Του Βαγγέλη Μπάκα                                           

«Όταν πεθάνω γιε μου, μη ξεχάσεις να με θάψεις στο χωριό… Στο Μεγάλο Πάπιγκο!  Στον τόπο που είδα το πρώτο φως του ήλιου. Και στον τόπο που πρωτόκλαψα τη μοίρα μου… Ακούς;… Ποτέ μην το ξεχάσεις αυτό… Ό, τι και να γίνει, δεν θέλω να αφήσω τα κόκαλά μου στη μακρινή Αυστραλία… Κι όσο για τα έξοδα, ποτέ μην τα σκεφτείς! Τα έχω όλα τακτοποιημένα. Από τα εισιτήρια, μέχρι και εκείνα των μνημόσυνων!».

 

Πέρασαν αρκετοί δίσεκτοι χρόνοι αλλά, ο τελευταίος από αυτούς, το 2020, ήταν και καταραμένος! Ξεκίνησε με τον διαολοϊό… και κανείς δεν ξέρει ακόμα μέχρι πού στο διάβολο θα φτάσει χρονικά.

Λόγο και όρκο είχε δώσει ο Λιάκος, ο γιος του Βαγγέλη Κορώνα, πως θα  κρατούσε την υπόσχεση αυτή! Να θάψει τον πατέρα του στο Πάπιγκο. Και τώρα, που ο πατέρας του προσβλήθηκε από τον κορωνοϊό, τι κάνει ο Κορωνα-υιός!… Με ποιον τρόπο να  πείσει την αυστραλιανή σύζυγό του να του επιτρέψει να τον συνοδέψει, εν ζωή, στην τελευταία του κατοικία! Λίγα ήταν τα ψωμιά του!… Κι αν αρρώσταινε κι ο ίδιος!… Ο φόβο της συζύγου του ήταν απόλυτα δικαιολογημένος!

 

Τελικά ο πατέρας δεν θα τους γινότανε βάρος! Αν και είχε νοσήσει σοβαρά, και ήταν σε καραντίνα στο σπίτι, αποφάσισε τελικά να δραπετεύσει. Ετοίμασε τα πράγματά του, έκοψε εισιτήριο για Αθήνα, φόρεσε τη μάσκα, τα γάντια, και ό, τι άλλο του συνέστησε ο γιατρός του, και αναχώρησε με ταξί για το αεροδρόμιο της Μελβούρνης.

Το ταξίδι, αν και αρκετά κουραστικό, το άντεξε. Το πρόβλημα όμως προέκυψε όταν το αεροπλάνο μπήκε στον εναέριο χώρο της Ελλάδας. Απαγορευόταν η προσγείωση στο Ελευθέριος Βενιζέλος! Οπότε… προσγειώθηκε στο αεροδρόμιο του Ηρακλείου.

Από εκεί αναχώρησε για την Αθήνα με πλοίο και την επομένη το πρωί, στις 24-3-20, έφτασε στον Πειραιά. Η αγωνία να φτάσει στο Πάπιγκο, τη μέρα την ονομαστικής  του γιορτής, και να κεράσει τους χωριανούς του, τον είχε κάνει αρκετά βιαστικό.

Από το σταθμό Λαρίσης πήρε την αμαξοστοιχία για την Καλαμπάκα. Είχε κουραστεί αρκετά και, για να ανακτήσει δυνάμεις, διανυκτέρευσε την πόλη των μοναστηριών.

Μόλις ξύπνησε, δεν είχε υπομονή για πρωινό. Άλλωστε, από τη συμπεριφορά των υπαλλήλων του ξενοδοχείου, κατάλαβε πως ήταν ανεπιθύμητος! Τον ρωτούσαν κάθε τόσο: «Τι ώρα θα φύγετε για να Γιάννενα κύριε Κορώνα;». Ήταν ύποπτος φορέα του κορωνοϊού! Τον είχαν προδώσει τα γάντια, η μάσκα, και ο ακατάσχετος βήχας.

Ναύλωσε ένα ταξί και κατά τη διαδρομή είπε τα πάντα στον οδηγό. Μα κυρίως για τη τελευταία του επιθυμία! Να γιόρταζε δηλαδή τη διπλή γιορτή με τους χωριανούς του και μετά ας πέθαινε. Εάν το μυστικό αυτό, για τις λίγες μέρες ζωής που του είχανε απομείνει, το έλεγε στον ταξιτζή πριν ξεκινήσουν για το Πάπιγκο, με καμία δύναμη δεν θα αναλάμβανε αυτήν την κούρσα. Όσο ακριβά κι αν πληρωνότανε! Να γιατί, μόλις το πληροφορήθηκε, σταμάτησε αμέσως δεξιά. Κι αφού κατέβηκε, του είπε να ξαπλώσει στο πίσω κάθισμα, σαν νεκρός εκτός φέρετρου! Ενώ κατά την υπόλοιπη διαδρομή, μέχρι τα Γιάννενα, όπου θα τον κατέβαζε, του απαγόρευε ακόμα και να βήχει! Το «σκάσε!» στον άμοιρο ασθενή, που έπνεε τα λοίσθια, πήγαινε σύννεφο…

Φτάσανε επί τέλους στην πρωτεύουσα της Ηπείρου, κι ο ταξιτζής του πρότεινε να τον  πάει στο Πανεπιστημιακό νοσοκομείο για περίθαλψη! Ο γερο Βαγγέλης όμως, αν και αδύνατος, δεν δέχτηκε με καμία δύναμη. Κι ούτε ήθελε να κατεβεί! Τότε ο Ταρίφας αποφάσισε να τον ξεφορτωθεί βιαίως. Πώς να τον έβγαζε όμως!  Όταν τον τραβούσε από το μανίκι, από τη μια μεριά, εκείνος πήγαινε στην άλλη άκρη. Τελικά ζήτησε τη βοήθεια κάποιου  τροχονόμου. Και να και η απολογία του γερο Βαγγέλη στο όργανο της τάξης:

«Έρχομαι από Αυστραλία για να πεθάνω στο χωριό μου, και θα με κατεβάσετε εδώ! Γκουχ γκουχ γκουχ! Κι αν πεθάνω, ποιος μου λέει πως δεν θα με θάψουν σε καμιά χωματερή οι σκουπιδιάρηδες του δήμου, για να μη μολύνω ούτε τους νεκρούς!… Εγώ, για να πεθάνω και να ταφώ στον τόπο όπου γεννήθηκα, έκανα τόσο ταξίδι…».

Ο τροχονόμος, για να απομακρύνει τον μολυσμένο από τον κορωνοϊό από την πόλη του, αφού δεν ήθελε να πάει ούτε στο νοσοκομείο, παρακάλεσε τον ταξιτζή να τον πάει στο χωριό του. Ευτυχώς δέχθηκε.

Ταρίφας και πελάτης μουγκαμάρα στην υπόλοιπη διαδρομή. Για να σπάσουν όμως τα ερτζιανά κύματα τη θανατηφόρα αυτή σιωπή, άνοιξε το ραδιόφωνο. Κι ενώ περίμενε να ακούσει κάποιον Κιτσάκη… ακούει ανεπιθύμητες ειδήσεις:

«Συνεχίζονται οι μετασεισμικές δονήσεις στην Πάργα! Ενώ ο δρόμος, δυο χιλιόμετρα έξω από το Μεγάλο Πάπιγκο, μετά τη φοβερή κατολίσθηση, είναι απροσπέλαστος.

Ο γερο Βαγγέλης δεν άκουσε, ή δεν κατάλαβε τίποτα. Ίσως να ίσχυε κι ο περιορισμός της μουγκαμάρας γι αυτό και δεν είπε κουβέντα.

Μόλις όμως φτάσανε στο αδιέξοδο, έδωσε αναγκαστικά σημεία ζωής με ένα ωχ!… Αυτή τη φορά κατέβηκε οικειοθελώς. Και σαν να ήθελε να βάλει τελεία, σε υποτιθέμενη φλυαρία του, λέει:

«Κι αυτά απου λες ταξιτζή με την ξενιτιά!…».

Στα εβδομήντα περίπου χιλιόμετρα, από Γιάννενα έως εκεί, δεν είχε πει τίποτα άλλο  εκτός από το τελευταίο «ωχ!…».

«Πόσα να προλαβαίναμε να πούμε γέρο… Βλέπεις μας έκοψε και η κατολίσθηση την κουβέντα στη μέση!… Τι με κοιτάς! Πλήρωσέ με να φύγω. Δεν πιστεύω να έχεις και  καμιά απαίτηση να σε ανεβάσω στην πλάτη μου επάνω στο χωριό!…».

«Πριν σε πληρώσω, πάρε σ’ αυτό το νούμερο και πες στον αδερφό μου Αλέξανδρο να έρθει να με παραλάβει με κάποιο ζώο από την τελευταία στροφή…. Ξέρει αυτός».

«Με εκβιάζεις γέρο… Και γιατί δεν τον παίρνεις εσύ!…».

«Θέλω του κάνω σορπράιζ…».

«Κι αν με ρωτήσει ποιον να παραλάβει… τι θα του πω! Τον κορωνοϊό!…».

«Τότε πες του, «τον αδερφό σου το Βαγγέλη», για να στρώσει και καμιά καινούρια φλοκάτη στο σαμάρι!».

«Είσαι ο σιτευτός… αδερφός!…».

«Ο φυτευτός… θα είμαι σε λίγο, αλλά άστο… Πάρε! Πάρε τηλέφωνο!».

Ο Ταρίφας χάρηκε, αφού σε λίγο θα ξεφορτωνότανε τον ανεπιθύμητο επιβάτη, και μόλις μίλησε με τον αδερφό του Αλέξανδρο, του έδωσε και την παραγγελία.

Η συνάντηση των αδερφών ήταν πολύ συγκινητική, παρότι λείπανε αγκαλιές και φιλιά.

Ανεβάσανε το Βαγγέλη στο γάιδαρο, όπως ανεβάζανε στα παλιά τα χρόνια τη νύφη στο άλογο, και τα αδέρφια ανηφόρισαν για το χωριό. Ενώ ο ταξιτζής, αφού είχε πληρωθεί γενναία, έκανε μανούβρα και τράβηξε ολοταχώς για την Καλαμπάκα.

 

Ξαφνικά, ένας δυνατός μετασεισμός τρόμαξε το γάιδαρο και έγινε Βουκεφάλας! Σηκώθηκε στα δυο του πόδια και πέταξε το γερο Βαγγέλη πίσω, σαν σε σκηνικό ροντέο! Χτύπησε σε μια από τις κοφτερές πέτρες της κατολίσθησης και πάει κακά… του!

 

Ο κακόμοιρος Κορώνας δεν πρόλαβε να δει ζωντανός τους υπόλοιπους συγγενείς, φίλους, και χωριανούς του! Θα τον έβλεπε όμως αιώνια το χώμα που θα τον σκέπαζε!

Κι όταν ο παππάς είπε το «δεύτε τελευταίον ασπασμόν» δεν τον ασπάστηκε ούτε ο αδερφός του. Παρότι το βαρύ φέρετρο ήταν κλειστό.

Η εξόδιος ακολουθία ήταν λιτή και σύντομη. Δεν τον συνόδεψαν στο κοιμητήρι ούτε δέκα άτομα, κι αυτά από απόσταση! Ενώ η ταφή ήταν ακόμα πιο βιαστική. Μαζί με το νοσταλγό της ιδιαίτερης πατρίδας, θα θάβανε και τον διαολοϊό! Πολύ βαρύς ο πόνος! Αβάσταχτος!

Ας είναι τουλάχιστον ελαφρύ το χώμα που θα τον σκεπάσει!

 

Ο Βαγγέλης Κορώνας χρησιμοποίησε όλα σχεδόν τα μεταφορικά μέσα. Αεροπλάνο, πλοίο, λεωφορείο, τρένο και ταξί. Διήνυσε χιλιάδες χιλιόμετρα, από την Αυστραλία μέχρι τα Ζαγοροχώρια, και να πάει από γάιδαρο!…Ήταν μια θανάσιμη Οδύσσεια για το βιβλίο Γκίνες!

 

«Η ζωή του ανθρώπου αρχίζει από την πρώτη του μορφή στη μήτρα της μάνας, και καταλήγει στο χώμα του πεπρωμένου».

 

Η μεταλλική αυτή επιγραφή τοποθετήθηκε, στο πανάκριβο μνήμα του νέου Οδυσσέα,  κατόπιν εντολής του γιου του, κατά το πάνδημο σαρανταήμερο μνημόσυνο. Αυτή τη φορά ήταν όλοι τους εκεί. Δεν κινδύνευε κανένας πλέον!