Σοβαρά και ευτράπελα

 Του Βαγγέλη Μπάκα

 

Δεν της ήταν αρκετό, της κυρίας Βούλας, που ο κύπριος σύζυγός της ήτανε πιστός!  Ήθελε να μάθει και για τις σχέσεις του παρελθόντος του.

Ο Ιππόλυτος, από την άλλη μεριά, επέμενε πως η Βούλα ήταν η πρώτη γυναίκα της ζωής του. Κι αφού η παρθενιά του άνδρα δεν αποδεικνύεται, την παρέπεμψε στην εγκυκλοπαίδεια.

Ο μυθικός Ιππόλυτος, ως γιος Αμαζόνας, ήταν παρθένος. Ο κύπριος όμως, πώς ήταν δυνατόν να ήταν παρθένος με τόση σεξουαλικότητα και έφεση στον ποδόγυρο! Ό, τι και να έλεγε, με τίποτα δεν έπειθε τη Βούλα για το αγνό παρελθόν του. Εάν όμως  καταγότανε από τα μέρη της, κάτι θα μπορούσε να πληροφορηθεί. Ενώ ως κύπριος, και κυνηγημένος από τον Αττίλα, δεν υπήρχε περίπτωση να μάθει το παραμικρό!

Στη γειτονιά τη ζηλεύανε αφάνταστα τη Βούλα και για τον εξής λόγο: Ενώ είχε βάλει πλώρη για γεροντοκόρη, της έστειλε ο Αττίλας το καλύτερο τυχερό. Ο Ιππόλυτος, εκτός από ομορφόπαιδο, και για να την κάνουν να σκάσει τον λέγανε Ξυπόλυτο!

 

Δεν είχαν καθόλου άδικο κι ούτε ήταν ψέμα! Το παρατσούκλι αυτό του το φορέσανε όταν πληροφορηθήκανε την προίκα του! Τι θα μπορούσε να χωρέσει ένα μεταλλικό ερμάριο!… Εκτός κι αν ήταν γεμάτο κάλτσες!… Δεν μπορούσε να πάρει και όλη την οικοσκευή ο άνθρωπος, αφού έφυγε κυνηγημένος και νύχτα από το σπίτι του στην Κερύνεια! Όσο για την ομορφιά, με τα υπόλοιπα πλούσια σωματικά προσόντα, ήταν η ιδανική ζήλια για συκοφαντία! Τον βαφτίσανε νταβατζή! Ο νταβατζής της Βούλας!

Σβήνει εύκολα ένα ανεξίτηλο, όσο και βρόμικο, παρατσούκλι χωρίς τη συνδρομή της δικαιοσύνης! Κατέφυγε λοιπόν η Βούλα σε δικηγόρο, μήνυσε τις ζηλιάρες φίλες της, και περίμενε με αγωνία την εκδίκαση της συκοφαντίας.

Έγινε η δίκη και η πανηγυρική αθώωση των κατηγορουμένων θα μείνει στην ιστορία. Η απολογία της πρώτης κατηγορούμενης κάλυψε και τις υπόλοιπες. Να τι είπε:

«Ο κύριος Ιππόλυτος, κύριες πρόεδρε είναι ταβατζής! Έχω και μάρτυρες!».

«Ώστε επιμένετε στη συκοφαντία! Ποιους!».

«Όλους αυτούς στους οποίους ο κύριος Ξυ… με συγχωρείτε, ο Ιππόλυτος έχει κάνει τα περίτεχνα ταβάνια! Ταβατζή τον αποκαλούμε και όχι Νταβατζή!».

Αθώες οι κατηγορούμενες, χάρις στην έξυπνη συμβουλή του δικηγόρου. Και για να προσυπογράψει η Βούλα την ικανότητα αυτή του συζύγου της, άπλωνε συχνά κάποια λερωμένα από μπογιές ρούχα του ελαιοχρωματιστή πατέρα της στα κάγκελα.

Παρόλα αυτά, όποιος έχει τη μύγα μυγιάζεται. Μήπως είχε κάποια δόση αληθείας και η ιδιότητα του νταβατζή! Κι άλλοι κύπριοι πρόσφυγες είχαν εγκατασταθεί στην πόλη αυτή. Άρα, ίσως κάποιος από αυτούς να γνώριζε τον Ιππόλυτο, εκτός από την όψη, κι από την κόψη…. Η χαρακιά στο μάγουλό του είναι σήμα κατατεθέν των ατόμων οι οποίοι ασχολούνται με τη σωματεμπορία. Μια επισταμένη έρευνα θα ήταν χρήσιμη.

 

Μια μέρα η Βούλα έψαξε τις τσέπες του κρυφά και το μόνο που βρήκε, ανάμεσα στα προσωπικά του είδη, ήταν μια φωτογραφία με τη μάνα του και μάλιστα σε πάρα πολύ νεαρή ηλικία.

Το πανάκριβο μυστικό του ο Ιππόλυτος το είχε κλειδωμένο στο μεταλλικό ερμάριο. Και για να απαλλάξει τη Βούλα οριστικά από τη μόνιμη, όσο και κουραστική απορία, της είπε πως εκεί μέσα υπήρχε άκρως επικίνδυνο πολεμικό υλικό! Άρα δεν έπρεπε να το πειράξει κανείς! Δεν της έδωσε άλλες εξηγήσεις με αποτέλεσμα να την βασανίζει η μόνιμη περιέργεια: Τι να είχε κρυμμένο εκεί μέσα; Εκρηκτικά, όπλα, σφαίρες κλπ! Μήπως ήταν κατάσκοπος, εγκληματίας πολέμου, δραπέτης φυλακών!… Ή τίποτα από όλα αυτά!

Πολλές φορές σκέφτηκε να παραβιάσει το ερμάριο, αλλά μόλις θυμότανε τα όπλα με τα εκρηκτικά το μετάνιωνε και δεν τολμούσε ούτε να το αγγίξει. Μερικές φορές πάλι  προσπάθησε να κόψει το τεράστιο λουκέτο, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Κι ο Ιππόλυτος, κάθε φορά που παρατηρούσε ίχνη παραβίασης, την απειλούσε με εγκατάλειψη.

Κάποια μέρα, όταν λείπανε από το σπίτι, τους ληστέψανε. Πρώτη επέστρεψε η κυρία   Βούλα και τι να δει! Το παραβιασμένο κι ανοιχτό ερμάριο θύμιζε βιτρίνα διαφήμισης εσωρούχων! Να γιατί ήταν επτασφράγιστο μυστικό, συλλογίστηκε. Τα όπλα ήταν όλα κιλότες στα χρώματα της ίριδας! Άραγε αυτές οι κιλότες ήταν από πόρνες ή γκόμενες.

Επάνω στο καπάκι του ερμαρίου ήταν κολλημένες δέκα πολύχρωμες και βρόμικες κιλότες! Προφανώς, ό, τι άλλο υπήρχε εκεί μέσα, και ήταν χρήσιμο, το είχε πάρει ο ληστής ή οι ληστές!

Κι ενώ προς στιγμήν απαλλάχτηκε από την περιέργεια, τώρα τη βασάνιζε μια άλλη απορία. Γιατί να υπάρχει κάποιο κενό ανάμεσα σε δυο από τις κιλότες!…

Επάνω σε κάθε κιλότα ήταν γραμμένο το όνομα της πόρνης ή και γκόμενας… Εκτός φυσικά από τις πολύ στενές, τύπου στρίγκ, όπου δε χωρούσε και ήταν γραμμένο στο μεταλλικό πλαίσιο.

Η δεύτερη απορία της ήταν που και στο κενό υπήρχε όνομα, και μάλιστα εγγλέζικο: Κάθριν!… Γιατί όμως να λείπει η κιλότα! Μήπως είχε πεθάνει! Μήπως ήταν ωραία και την είχανε πάρει οι ληστές! Και γιατί μόνο αυτή; Να σκάσει πάλι η κυρία Βούλα.

Σε κάθε χεσμένο κιλοτάκι είχε γραμμένη και μια εξήγηση: «Λούλα, η βρομιάρα…».  «Τζούλια, η σεξουάλα…». «Κάθριν η ασπρουλιάρα εγγλέζα…». «Κατάμα, η καυτή αφρικανή…» κλπ.

Οι απορίες με τις φαντασιώσεις της Βούλας δε είχαν πλέον τελειωμό.

Μετά από κάποιο έντονο καβγαδάκι, κι αφού καταλάγιασε κάπως η ερωτική ζήλια,  θα συγχωρούσε τον κακό της… μόνο εάν της έδινε μια εξήγηση για την κενή θέση. Η ίδια υποψιάστηκε να είχε σκοτωθεί η κοπέλα, με τα γεγονότα του Αττίλα και, όταν τον ρώτησε, να τι της απάντησε:

«Όταν είπα εις στην μάναν μου πως θα επαντρευόμουν την Αγγλίδαν Κάθριν, την γειτονοπούλαν, ξέρεις τι μου είπεν; Αυτήν την ξεβράκωτην και ασπρουλιάραν, σαν να είναι καθαρισμένο πράσον, θα πάρεις; ».

«Και γιατί δεν της πήρες μια κιλότα δώρο;…».

«Γιατί; φοβάσαι μήπως εκρύωνεν; Έχειν και συνέχειαν…Άκου:

Κάποιαν μέραν η Κάθριν εξέχασεν την κιλόταν μέσα στο αμάξιν μου και την εβρήκεν μια γειτόνισσα. Εκείνη η καταραμένη την γνώρισεν, επειδή την είχεν δει κρεμασμένη στο μπαλκόνιν της, την επήρεν κρυφά, κι όταν φώναξεν την μάναν της για να της την δώσει, εκείνη την παρέλαβεν με χαρά, νομίζοντας πως την είχεν πάρει ο αέρας από την απλώστραν. Μετά η κοτσομπόλα γειτονοπούλα το είπε και εις την μάναν μου! Κατάλαβες τώρα γιατί μου είπεν η μάναν μου να μην πάρω αυτήν την ξεβράκωτην; Επροφήτεψεν η καημένην…».

«Και μετά τι έγινε…».

«Αυτή ήταν και η αιτίαν να παρεξηγηθούν οι οικογένειές μας, και έμεινα χωρίς το φετίχ… της Κάθριν. Πού τρέχειν ο λογισμός σου;».

«Να! εάν είχες και την κιλότα της Κάθριν, Ξυπόλυτε… και με τη δική σου σωβράκα, θα μπορούσες να ντύσεις μια ολόκληρη ποδοσφαιρική ομάδα με βρακιά…».

«Δεν γίνονται αυτά κοπέλα μου… Τες εκράτησα για ενθύμιον…».

«Γιατί δε γίνεται;… Όλα γίνονται σε σένα!».

«Φαντάζεσαι τον Δομάζον με εκείνην τη στενήν κιλόταν; Θα όμοιαζεν με παλαιστήν σούμο!…».

«Τότε δώστου την μάξιν κυπριακήν σου βράκαν για ομοιάζειν με τον Κανάρην!…».