ΓΔ:Ο τρόπος γραφής του είναι ιδιαίτερος, είτε αφορά τον χώρο της ποίησης, είτε της λογοτεχνίας γενικότερα, δίνει στίγμα. Κείμενά του, διάβασα πολλές φορές σε εκδόσεις για την ποίηση, όπως το «Ποιητικό Ημερολόγιο» των εκδόσεων Ιωλκός, την «Ποιητική Ανθολογία» των εκδόσεων Όστρια, τη «Λογοτεχνική χρονιά» της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών, επίσης σε λογοτεχνικά περιοδικά, εφημερίδες και σε άλλες εκδόσεις . Σε πρόσφατη διαδικτυακή συνάντησή μας, στα μέσα Φλεβάρη, πριν αρχίσει η περιπέτεια  της πανδημίας που ζούμε , του ζήτησα μια συνέντευξη. Μιλήσαμε  διερευνητικά  και διευκρινιστικά για όλα. Ξεκινούμε την συνομιλία μας με τον ξεχωριστό συγγραφέα , ποιητή και  πνευματικό άνθρωπο Γιάννη Βέλλη παραθέτοντας για εισαγωγή μερικούς επιλεγμένους στίχους από την εμπνευσμένη ποίηση του που με ευχαρίστηση μας απήγγειλε  :                                                         ΓΒ :«Κι όλο ρωτούσες, είναι μεγάλες οι αποστάσεις ή τις κρατήσαμε έτσι;/ ανασφαλείς, μυθομανείς, ίσως κι επικίνδυνοι γίναμε για τη ζωή μας/ κι όμως έτσι μας θέλανε, γλυκούς, μαλακούς, υποταγμένους κι ανέραστους/ κάπου σκαρφίζονταν και κάποιο κόλπο, για απόσπαση απ’ την αγάπη/ μοναδικόν κι αβέβαιον το μέλλον, αναπληρώνει μια λιτή καθαρεύουσα/ μόνο η ομολογία ότι χάσαμε πάλι, εξέλειπε απ’ την ανακοίνωση/ το ότι χαθήκαμε σε φωνές και συλλαλητήρια δεν μέτραγε; τίποτα δεν μέτραγε!/ οι προσταγές, οι διαταγές κι οι ανάγκες δεν άλλαζαν, ούτε καυχιόνταν/ ακόμα κι η σημαία πατήθηκε στα χρόνια, τέτοια ατυχία/ μόνη λύτρωση η μεγάλη έρημος, αν την περάσουμε σώοι.

 

ΓΔ :Ο τρόπος γραφής σας στην ποίηση είναι πολύ έντονος, είτε αφορά τις ανθρώπινες σχέσεις, είτε κοινωνικά θέματα, είτε πολιτικά. Θεωρώ ότι πρέπει να έχετε χρόνια κοντά στην ποίηση για να αποκτήσετε αυτή την άνεση, την εκφραστικότητα που πλησιάζει τον αναγνώστη κάθε ηλικίας, σαν να αφορά τη δική του γενιά.

ΓΒ :Η ποίηση με πλησίασε στην Τρίτη δημοτικού. Άρχισα να την καταλαβαίνω, περισσότερο να την βιώνω. Γιατί η ποίηση είναι βιωματική κατάσταση, πέρα από ένα εκφραστικό μέσο συναισθημάτων. Ζούσα στην Πρέβεζα και τα περισσότερα παιδιά αλλά και δάσκαλοί μας, είχανε «κοντά» ποιητικά, τον αδικοχαμένο Κώστα Καρυωτάκη. Από τότε με συντροφεύει και τη συντροφεύω. Άρχισα να γράφω τα πρώτα μου ποιήματα, πολλά δημοσιεύτηκαν στην σχολική εφημερίδα.  Ποτέ δεν μετάνιωσα για αυτό. Όπως και η λογοτεχνία, λίγο αργότερα. Ο Μενέλαος Λουντέμης με τις ιστορίες του, με παρέσυρε και σ ‘αυτό το δρόμο του λόγου.

ΓΔ :Τι είναι για εσάς η ποίηση; Έχουν εκφραστεί αρκετοί ορισμοί, αλλά όπως έχω κατανοήσει αυτοί εκφράζονται περισσότερο από το ερέθισμα και τον τρόπο έκφρασης του κάθε δημιουργού.

ΓΒ :Σωστά διαπιστώνετε. Η ποίηση, θεωρώ ότι πρέπει να έχει τα ιδιαίτερα προσωπικά της χαρακτηριστικά, πέρα από τις γενικότερες τάσεις γραφής. Αρκετοί προσπαθούν να κινηθούν κρατώντας μια γενικότερη τάση, ή να μιμηθούν κάποιο γνωστό δημιουργό, αλλά αυτό δεν τους απελευθερώνει συναισθήματα, αντίθετα τους παγιδεύει το δημιουργικό ταλέντο, εάν θεωρήσουμε πάντα ότι έχουν. Η ποίησή μου, διαχρονικά, δεν είναι ούτε επεδίωξε να είναι στοχευμένη σε κάτι. Βλέπει τον έρωτα, ένα κακώς κείμενο που εξελίσσεται, μια βροχερή μέρα, πολιτικές αντιδράσεις που δεν τιμάνε τον χώρο, τον ξεπεσμό, την ανάταση στα χειρότερα, το γενικότερο αδιέξοδο που συνεχώς διογκώνεται. Ψάχνω μέσα μου και ποιητικά δίνω πράγματα. Παραμένει ένα συνεχής διάλογος με τον εαυτό μου. Δεν είπα ποτέ τώρα γράφω ποίηση, μετά θα κάνω δουλειά, μετά θα διασκεδάσω, μετά θα ξεκουραστώ. Δεν υπάρχει λογική σειρά στην ποίηση. Φεύγει και έρχεται όποτε αυτή θέλει. Έτσι τη θέλω και εγώ. Κινείται στους δικούς της χρόνους και όποτε έρθει συμμετέχω μαζί της στη γέννηση ενός ποιήματος μικρού ή μεγάλου.  Το έχω πει και στο παρελθόν, το λέω και πάλι γιατί το θεωρώ πολύ σημαντικό: Η καθαρότητα της ποίησής μας πρέπει να κινείται στην αγνότητα των συναισθημάτων, με την οποία την προσεγγίζουμε κάθε φορά.

ΓΔ :Στη λογοτεχνία, πέρα από την ποίηση τι σας αρέσει περισσότερο; Με τι ασχολείστε; Γιατί ξέρω ότι έχετε γράψει διάφορα και καλά. Υπάρχουν δρόμοι που τους κρατάτε ή ταξιδεύετε και όποιο λιμάνι σας αρέσει στέκεστε;

ΓΒ :Με τη λογοτεχνία, μπορείς όπως και στην ποίηση να γνωρίσεις πολλούς κόσμους, πολλές εποχές, πολλά συναισθήματα. Η ανάγκη μου να πλησιάσω και με τον πεζό λόγο αρκετά θέματα, με οδήγησε να σταθώ στη λογοτεχνία, να γράψω διάφορα. Κυρίαρχο λόγο εκεί τα μυθιστορήματα, που με κερδίσανε. Ωραία τα διηγήματα, οι νουβέλες, αλλά το μυθιστόρημα έχει κάτι δυνατό που θέλει συνέπεια στην προσέγγισή του από τον συγγραφέα. Νομίζω, ότι κατάφερα να το πλησιάσω με τα έργα μου, με τον ανάλογο σεβασμό. Και γράφοντας καθημερινά να κερδίζω κάτι άλλο, που δεν μου το κάλυπτε η ποίηση.

 

ΓΔ :Πρόσφατα διαβάσαμε το νέο σας βιβλίο: «Το κράτος των αδυνάτων στη χώρα των λιπόσαρκων» από τις εκδόσεις Οσελότος. Θα θέλατε να μας μιλήσετε για αυτό, γιατί με την πανδημία έχει σταματήσει κάθε δημόσια εκδήλωση, κάτι που πλήττει τις παρουσιάσεις των νέων έργων δημιουργών.

 

ΓΒ :Το βιβλίο αυτό, παρότι κινείται σε μια φανταστική εποχή, σκιαγραφεί πολλά προβλήματα και στάσεις της σημερινής πραγματικότητας, δίνοντας άλλοτε ερωτήματα και άλλοτε απαντήσεις, μέσα από τη ζωή των ηρώων του. Είναι ένα βιβλίο πειραματικό στον τρόπο γραφής του, θέλω πιστεύω ότι θα πλησιάσει τον αναγνώστη κάθε ηλικίας και μέσα από το «διάλογο» συγγραφέα αναγνώστη, θα του δώσει κατευθύνσεις χρήσιμες στη ζωή του. Σας δίνω ένα απόσπασμα ελπίζοντας να αποτελέσει θετικό ερέθισμα:

«Όπου και αν περνούσα έβλεπα απώλειες. Άνθρωποι που από παιδιά γυρίζαμε μαζί, σήμερα δεν υπήρχαν εκεί. Οι περισσότερες πόρτες κλειστές, κρατούσαν παγιδευμένο τον πόνο στα στενά παράθυρα που μετά βίας ο ήλιος πάλευε να περάσει λίγο από το φως του. Μανάδες με παγωμένα πρόσωπα, μετά βίας χαιρετούσαν κάποιον πριν χαθούν πάλι στο ταξίδι τους στο κενό. Ίσως στο κενό να κλείνουν ποιο εύκολα οι πληγές. Οι εικόνες που επιστρέφουν είναι παγίδες, παγίδες γλυκές. «Που τον έχετε; Που είναι ο γιός μου; τι του κάνατε;» φώναξε, πίσω μου, μια νέα γυναίκα. την είχα δει ξανά στην αγορά, να φωνάζει, να κλαίει. Είχε τρελαθεί όταν βρήκε το μωρό της νεκρό στο κρεβάτι, με τα μάτια ανοικτά να την κοιτούν. Δεν άντεξε. Για δύο ημέρες με το παιδί στα χέρια είχε φύγει στην πλαγιά και του μιλούσε. Οι φωνές της έφτασαν μέχρι την άλλη πλευρά του λόφου, όταν της το στέρησαν για να μη κολλήσει από την αρρώστια. Σαν το αγρίμι, έψαχνε το παιδί της. «Μου το κλέψανε. Ήταν καλά και μου το κλέψανε. Ο γιός μου, θα γινόταν στρατηγός! Σε ξέρω εσένα. Ήσουν στο κάστρο. Θα είδες το παιδί μου». την πήγα σε ένα ίσκιο. Δεν άντεχα να της πω την αλήθεια. Πώς να πεις την αλήθεια για ένα παιδί;… «Θα στο φέρουν, στο γιατρό είναι με άλλα παιδιά και παίζει, είναι καλά. Σύντομα θα στο φέρουν στο σπίτι». Μια αγωνία στο βλέμμα της, μου έσκισε την καρδιά. Έσκυψε και έφυγε. Δεν την ξαναείδα. Έμαθα ότι ανέβηκε στο ναό του Συμπαντικού Ήλιου, κρεμάστηκε με τη ζώνη που έφερε στη μέση της. Ίσως ξύπνησε από τον λήθαργο της τρέλας και είδε την πληγή της ζωής της… κρίμα να χάνονται νέοι άνθρωποι, κρίμα. Έπρεπε να συνεχίσουμε.

 

ΓΔ :Κλείνοντας, θα θέλαμε μια αναφορά στις λογοτεχνικές ενώσεις αφού συμμετείχατε ενεργά τα τελευταία χρόνια σε αυτές και ως μέλος και ως διοίκηση.

Οι λογοτεχνικές ενώσεις στη χώρα μας, έχουν προσφέρει με πενιχρά μέσα αρκετά πράγματα στους δημιουργούς. Προβάλλουν τη δουλειά τους, τους φέρνουν σε επαφή με νέα ή παλιά είδη λογοτεχνικού λόγου, προσπαθούν έστω και αν δεν μπορούν να κάνουν και παραπάνω πράγματα. Ένας δημιουργός, ωφελημένος θα είναι από τη συμμετοχή του σε κάποια ένωση, έστω και αν αποκομίσει το ελάχιστο από αυτή. Σε κάθε περίπτωση πάντως, όπως σε κάθε συλλογικότητα, καλό είναι να ξέρουμε ότι υπάρχουν άτομα που δυσχεραίνουν την προσπάθεια των ενώσεων, από τον χαρακτήρα τους και αυτά καλό είναι να αποφεύγονται από εμάς. Δεν μετάνιωσα ποτέ από τη συμμετοχή μου σε λογοτεχνικές ενώσεις, αν έχει αξία η αναφορά μου αυτή.

 

Βιογραφικό  του Γιάννη Βέλλη.

Γεννήθηκε, το 1967. Ηπειρώτης στην καταγωγή. Δημοσιογράφος, φωτογράφος, συγγραφέας, ποιητής.  Πρώην Ειδικός Γραμματέας & Γενικός Γραμματέας της «Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών», κριτής πολλών πανελλήνιων διαγωνισμών της. Τακτικό μέλος της «Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών».  Ιδρυτής της «Πρωτοβουλίας καλών προθέσεων με σεβασμό στον Κώστα Καρυωτάκη & το έργο του», η οποία συνέδραμε στον προγραμματισμό των εκδηλώσεων του Δήμου Πρέβεζας για τα 90 χρόνια από το θάνατο του Κώστα Καρυωτάκη, ομιλητής στις εκδηλώσεις αυτές. Πρόεδρος, Αντιπρόεδρος, Γενικός Γραμματέας, Ειδικός Γραμματέας  τοπικών και πανελλήνιων Συλλόγων. Για χρόνια εκδότης εφημερίδων και περιοδικών, με κυκλοφορία σε Ελλάδα και Κύπρο. Βραβευμένος για το δημοσιογραφικό και φωτογραφικό του έργο. Έχει εκδώσει έξι λογοτεχνικά βιβλία .

 

Aς διαβάσουμε ένα ακόμη μέρος από την εξαίρετη ποίηση του Γιάννη Βέλλη:

 

Και τώρα σύντροφε, που πάμε;
θολούρα ο ουρανός, θολούρα η θάλασσα
και στα λιμάνια, οι προδομένοι έρωτες
προκαλούν, για λίγη αγάπη, ξένη,
απ’ αυτή, που δεν νοιαστήκαμε ποτέ
κρατάς ακόμα, τα βιβλία, δεν σαπίσανε;
στις γειτονιές με τα υπόγεια, στα δάση,
στα χρόνια, τα φαγωμένα μέχρι το αίμα τους
γράφεις πάλι, για εκείνη την ιστορία, στη Θεσσαλονίκη;
τους δρόμους, τα τρένα, τις νύχτες τις μελαγχολικές
για τον παράδεισο; πως σταυρωθήκαμε, απ’ έξω;
θέλω να σε καταλάβω, μα δεν υπάρχω, ξεχάστηκα.

 

https://perithoriomag.wordpress.com/2018/12/06/λογοτεχνικές-διαδρομές-του-γιάννη-βέ/

https://perithoriomag.wordpress.com/2019/03/21/λογοτεχνικα-περασματα-του-γιαννη-βελ/