Οι εξελίξεις των τελευταίων ημερών, με τη μετάδοση του κορονοϊού σε εργαζόμενους και ασθενείς ιδιωτικών κλινικών, δεν είναι «κεραυνός εν αιθρία». Οι καταγγελίες και οι προειδοποιήσεις από σωματεία της ιδιωτικής Υγείας και υγειονομικούς, που αγνοήθηκαν επιδεικτικά από την κυβέρνηση και τους επιστημονικούς της συνεργάτες, ήταν γνωστές από την πρώτη στιγμή του ξεσπάσματος της πανδημίας.

Ολες μάλιστα κατέληγαν στο ίδιο αίτημα: Επίταξη τώρα του ιδιωτικού τομέα της Υγείας, ένταξη όλων των μονάδων και υγειονομικών σε ενιαίο σχέδιο προστασίας των εργαζομένων και του λαού, με ευθύνη του κράτους. Η αναγκαιότητα αυτού του αιτήματος επιβεβαιώνεται από τις ίδιες τις εξελίξεις.

Η πλημμελής τήρηση των αναγκαίων μέτρων πρόληψης και προστασίας από τον κορονοϊό, με ευθύνη των ιδιοκτητών και της κυβέρνησης, προκειμένου να μην μπει σε «καραντίνα» η κερδοφορία τους, είναι όπως φαίνεται η βασική αιτία για τα κρούσματα στις ιδιωτικές κλινικές.

Καταγγελίες για τον ιδιωτικό τομέα Υγείας, άλλωστε, υπήρχαν από πριν: Αγρια εκμετάλλευση των εργαζομένων, σε βαθμό εξουθένωσης, παροχή ειδών ατομικής προστασίας με το σταγονόμετρο, εξαναγκασμοί σε εργαζόμενους να πάνε για δουλειά ακόμα κι αν είχαν συμπτώματα οι ίδιοι ή άτομα του στενού τους περιβάλλοντος, καμία τήρηση των οδηγιών για την αποφυγή του συγχρωτισμού κ.ο.κ.

Ακόμα και πλαστικές επεμβάσεις εξακολουθούσαν να γίνονται σε μεγάλα ιατρικά κέντρα, για να μη χαθεί η πελατεία, τη στιγμή που τα δημόσια νοσοκομεία «προσαρμόστηκαν» στην αντιμετώπιση της πανδημίας αφήνοντας έξω από κάθε περίθαλψη χρονίως πάσχοντες και άλλα σοβαρά περιστατικά.

Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, όσες από τις ιδιωτικές μονάδες Υγείας δεν εξασφάλιζαν την προσδοκώμενη κερδοφορία στις μέρες της πανδημίας, παρά τις παχυλές κυβερνητικές επιδοτήσεις, έκλεισαν ή περιόρισαν τις δραστηριότητές τους, βγάζοντας σε αναστολή εργαζόμενους.

Οι ίδιοι δηλαδή που ισχυρίζονται ότι επιτελούν τάχα «κοινωνικό έργο» και «συνδράμουν το σύστημα Υγείας», με τις πλάτες της κυβέρνησης, τις κρισιμότερες στιγμές έγραψαν στα παλιά τους τα παπούτσια τις ανάγκες του λαού, στερώντας προσωπικό και μέσα που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν για την πρόληψη και τη θεραπεία από τον κορονοϊό.

Ολα αυτά ήταν και είναι σε γνώση της κυβέρνησης. Οπως όμως σε όλα τα μέτωπα, έτσι και εδώ προτεραιότητα είναι η κερδοφορία του κεφαλαίου και όχι οι ανάγκες του λαού.

Οι τεράστιες ανεπάρκειες του δημόσιου συστήματος δημιουργούν σίγουρη και σταθερή πελατεία για τον ιδιωτικό τομέα, ενώ και η λειτουργία του δημόσιου συστήματος με κριτήρια αγοράς μετατρέπει ακόμα και τα νοσοκομεία σε «πελάτες» των επιχειρηματικών ομίλων, που έχουν απλώσει πλοκάμια σε όλες τις βαθμίδες και σε όλους τους τομείς, αναζητώντας το κέρδος. Αυτή είναι η άλλη όψη της «ατομικής ευθύνης», αφήνοντας ουσιαστικά ακάλυπτους όσους δεν μπορούν να βάλουν βαθιά το χέρι στην τσέπη.

Τελικά, αυτός που «πληρώνει τη νύφη» είναι ο λαός: Πληρώνει ολοένα και περισσότερα ακόμα και για τα στοιχειώδη, ταλαιπωρείται στις ουρές και στις λίστες αναμονής, «σπρώχνεται» να αναζητήσει γιατρειά στον ιδιωτικό τομέα ή στα απογευματινά ιατρεία των νοσοκομείων, βάζοντας το χέρι στην τσέπη.

Η «επόμενη μέρα» για το λαό επιβάλλει να δυναμώσει η πάλη για αποκλειστικά δημόσια και δωρεάν Υγεία και Πρόνοια για όλους, με σύγχρονες υπηρεσίες, όπως είναι σήμερα δυνατό να συμβεί, από την εξέλιξη της επιστήμης και της τεχνικής. Και επειδή με την πανδημία του κορονοϊού δεν ξεμπερδέψαμε, το αίτημα για επίταξη του ιδιωτικού τομέα από το κράτος παραμένει αναγκαίο και επιτακτικό.

Αναδημοσίευση από τη στήλη «Η Άποψή μας» του «Ριζοσπάστη», Τρίτη 28 Απρίλη 2020