Αιώνια φώτα, αυτές που φέρνουν τη ζωή.

Το πιο ιερό πρόσωπο της ζωής και της ύπαρξής μας εμπνέει με τη μορφή της τη λογοτεχνία και το συγγραφέα.

«Αυτή είναι δημιουργός…» λέει και υπενθυμίζει το μεγαλείο του πλάσματος που δίνει ζωή και διαπλάθει προσωπικότητα.

Πρόκειται για ένα καθηλωτικό, εξυψωτικό μυθιστόρημα που διαβάζεται μονορούφι. Μια ιστορία βαθιά ανθρώπινη και αβάσταχτα συγκινητική. H αρχέγονη σχέση μάνας και παιδιού ανθεί κάτω από τις πιο οδυνηρές συνθήκες.

Οσοι μελετήσαμε με την έννοια – ιδιότητα του κριτικού, του ερασιτέχνη βιβλιόφιλου έως βιβλιοφάγου· κολλήσαμε. Και κολλήσαμε γιατί, «τα είδαμε όλα».  Εκεί συνέπεσαν, απόλυτα όλες οι εκτιμήσεις. Κοινωνικό μυθιστόρημα με προεκτάσεις ψυχογραφικές, φιλοσοφικές, ηθογραφικές, και ηθικοπλαστικές που ωστόσο σε αφήνουν ελεύθερο να επιλέξεις τον δικό σου δρόμο. Την πλοκή αξίζει να την ανακαλύψετε μόνοι σας.

Τελειώνεις την τελευταία παράγραφο και λες με προβλημάτισες και ξαναεπιστρέφεις!!

Ανατρέχοντας εντοπίζεις κάτι νέο,  βαθαίνεις όλο και πιο πολύ… και συνεχώς ανακαλύπτεις! Βρίσκεις το νόημα της ζωής!

[Τέτα Καπουράνη, μέλος Ομάδας Ανάγνωσης του Κέντρου Πρόληψης των Εξαρτήσεων & Προαγωγής της Ψυχοκοινωνικής Υγείας «ΣΤΑΘΜΟΣ»]

 

Η μεγαλύτερη απώλεια για τον καθένα μας… το κόψιμο του ομφάλιου λώρου!!

«Ήθελε αντί για οξυγόνο να αναπνεύσει την ανάσα του, να κλέψει τη ματιά τού γιου της, του Οδυσσέα της.»

Εκείνη ήθελε να θυμάται πως, ό,τι κι αν γίνει, θα είναι πάντα δίπλα του, ο φύλακας άγγελός του, ο μεγαλύτερος υποστηρικτής του και θα του δίνει δύναμη.

«Δεν υπάρχει χωρισμός στην αληθινή αγάπη. Αντέχει και πέρα από τον θάνατο. Είναι κουβέντες που διακόπτονται μα δεν τελειώνουνε ποτέ…»

 

Εδώ είναι ο τόπος όπου θα ενημερωθείτε για το βιβλίο,  το θέμα που έχει, τα αποφθέγματα, τα υπόλοιπα βιβλία, τις νέες κυκλοφορίες. Ας γίνουμε συνοδοιπόροι και κοινωνοί.  Συνταξιδιώτες στα πιο όμορφα λογοτεχνικά ταξίδια ! Ολοι και όλα σε μια ομάδα.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

«…..– Φέρ’ τον, φέρ’ τον να τον δω…

Η Ελισάβετ ψιθύρισε αδύναμα και ξεθωριασμένα τις λέξεις πίσω από τη μάσκα οξυγόνου. Την τράβηξε από το πρόσωπό της και την έβγαλε.

– Μη, μη τη βγάζεις, πρέπει να τη φοράς! είπε η αδελφή της και προσπάθησε να την ξανατοποθετήσει.

Εκείνη όμως κούνησε γρήγορα το κεφάλι της με δυσφορία. Ήθελε αντί για οξυγόνο να αναπνεύσει την ανάσα του, να κλέψει τη ματιά τού γιου της, του Οδυσσέα της.

Ταλαιπωρήθηκε πολύ από τη μάστιγα της θλίψης και του πόνου. Αλλά μήπως ήτανε η μόνη, η πρώτη ή η τελευταία; Τόσες και άλλες τόσες ανθρώπινες υπάρξεις, μιλιούνια ολόκληρα, στριμώχνονται στην ουρά για να αντιμετωπίσουν το ελεεινό ανελέητο έλεος του καρκίνου. Εκείνη όμως, όποια σειρά και να ’χε, δεν την ενδιέφερε. Απλά πονούσε, υπέφερε, βασανιζόταν.

Τώρα αδύναμη και εξαϋλωμένη από τις χαμένες μάχες υποχρεώνεται να δεχτεί την ήττα της. Νικήθηκε…

– Είναι σκληρό αυτό που θα σας πω, αλλά δεν έχει ζωή πάνω από δυο-τρεις μέρες. Πάρτε την στο σπίτι, θα ’ναι καλύτερα κοντά σας, πρότεινε συμβουλευτικά ο Διευθυντής της Παθολογικής Κλινικής.

Όσο πόνο σκορπά αυτή η «καβουρίνα», τόση αξιοπρέπεια κλέβει από τους ανθρώπους και την κηδεύει πριν από το σώμα. Γι’ αυτό η καημένη η Ελισάβετ δεν ήθελε επισκέπτες. Ντρεπόταν για λογαριασμό τής καταραμένης ασθένειας που την είχε καταντήσει αγνώριστη και της κράτησε θέση από πολύ νωρίς μακριά από τους ζωντανούς.

Τους τελευταίους δύο μήνες στο νοσοκομείο του νησιού ζούσε με οξυγόνο. Οι όγκοι που είχε στον λαιμό δεν της άφηναν πολλά περιθώρια. Την έπνιγαν. Από το στήθος στους λεμφαδένες, εκεί πάρθηκε η απόφαση να καταδικαστεί.

Ο μικρός, μόλις τον φώναξαν, έτρεξε αμέσως κοντά της και βρήκε τη θέση του στην αγκαλιά της. Εκείνη τον έσφιξε με χέρι πονεμένο, μελανιασμένο από τα τρυπήματα και τους ορούς. Τα δάκρυά της κύλαγαν αργά και έφταναν στο φωτεινό προσωπάκι του μικρού.

– Γιε μου, πρόλαβε να πει.

Μόνο αυτό.

Μονάχα αυτό; Μα εκείνη ήθελε τόσα για το παιδί της… Να τον δει να μεγαλώνει, να γίνεται παλικάρι, άντρας, με τις αξίες που τον ανάθρεψε…κι αυτή… να σταθεί πιο πέρα, να ξαποστάσει καμαρώνοντάς τον.

Πόσο γρήγορα γκρεμίζεται με μιας ένα όνειρο κτισμένο πέτρα-πέτρα!

Ο μικρός της χάιδευε το πρόσωπο γερμένος πάνω της.

Η στιγμή έσταζε δάκρυα και σιωπή. Τα βλέφαρά της βάραιναν. Έφευγε. Κι εκείνος εκεί, αυτόπτης μάρτυρας της παλιαρρώστιας που την έπαιρνε για πάντα μακριά του.

Βουτηγμένοι στην απόγνωση η θεία του η Δήμητρα και άλλοι συγγενείς τρέχουν κοντά για να τον απομακρύνουν. Αντιστέκεται σαν αγρίμι και τους σπρώχνει.

– Άφησεεέ μεεε, δεν πέθανε, κοιμάται… Ξύπνααααα… και χτυπά με δύναμη το στήθος της μάνας του.

Μωβ σκηνές, φωνές οδύνης γέμισαν τον χώρο και την ψυχή τού επτάχρονου παιδιού.

Είδαν και έπαθαν να τον πείσουν να βγει από το δωμάτιο για να την ετοιμάσουν. Δεν έφυγε, δεν απομακρύνθηκε καθόλου, έμεινε εκεί, κάθισε πλάι της όλη νύχτα. Τη χάιδευε, την κοιτούσε, της μιλούσε και παραμιλούσε. Δεν ήθελε να την αφήσει μόνη της. Καταλάβαινε πως δεν θα την ξανάβλεπε, μα πιο πολύ τώρα, αυτή τη στιγμή, τον πόναγε που θα κρύωνε εκεί που θα την έβαζαν. Δεν ήθελε να κρυώνει η μάνα του και ξέσπαγε σε λυγμούς. Έβλεπε μόνο τη μορφή της. Δεν υπήρχε τίποτε άλλο γύρω του!

Έπιανε κάποιες κουβέντες:

– Ξεκουράστηκε…

– Ναι, τέτοια μάνα δεν υπήρχε…

– Έτσι ήθελε ο Θεός και την πήρε κοντά του, έλεγαν και ξανάλεγαν.

Μα εκείνος θύμωνε με τον Άγιο Θεό και αγρίευε με τους ανθρώπους. Ξαφνικά, μια επιθυμία σαν φλόγα πετάχτηκε από μέσα του: «Θα αναστηθείς όπως ο Χριστός».

Μάταια όμως. Γρήγορα κατάλαβε ότι αυτά λέγονται, μα δεν γίνονται. Εκείνο που άργησε όμως να εννοήσει είναι πως δεν υπάρχει χωρισμός στην αληθινή αγάπη. Αντέχει και πέρα από τον θάνατο. Είναι κουβέντες που διακόπτονται μα δεν τελειώνουνε ποτέ…»