Τὴ νύχτα

 

σὰν πλησιάζεις

 

ἕνα μικρούλι ἀστέρι

ξαγρυπνᾶ στὸ μονοπάτι μας

 

ποιήματα

μέ τὸ ἄρωμά σου

ἀναλώνουν τὰ χείλη

 

Μαλάζω τὰ ἐρημολούλουδά μας

δὲν ἀντέχω τόση ἀγάπη ξεραμένη

τόση δίψα δίχως ἐλπίδα

 

σὰν πλησιάζεις

 

Ἀνήμπορος

ἀφήνω τὸ παραθύρι μου ἀνοιχτὸ

σιωπὴ ἄφθαρτη νεκρὴ ἀνασαίνω

ξεγελῶ τὴ μοναξιὰ

 

στὰ κατάβαθα στά ἀνήλιαγα τῆς ψυχῆς

τὶς εὐτυχισμένες μας στιγμὲς ἀνακαλῶ

 

Ἀλλά ὅταν δὲν ἔρχεσαι

σὲ μιὰ πολιτεία βράχων ξυπόλυτος περπατῶ

 

στὶς ἐρημιές σέρνω τὰ βαθύβουα σαγαπῶ μας

τό» μαζὺ» μας γραμμένο σὲ χιόνι

 

Συντυχαίνω ἀγρίμια πολλὰ

ὄρνια σαρκοβόρα μὲ ἀχόρταγες πεῖνες

 

κι ὕστερα παρέα μόνος

μὲ τὸν ζοφερὸ ἀπελπισμὸ τοῦ Κ.ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ

τὴν ἀνασαιμιά τοῦ Β.ΛΕΟΝΤΑΡΗ

τὸ φρικιαστικὸ παραλήρημα τοῦ Ἀλιόσα Καραμάζωφ

μοιρογνωμόνια ἀνάγκης

 

δέ φοβᾶμαι νὰ ζῶ

τὰ πλάτη καὶ ὕψη τῆς τραγωδίας

τὴν πολύχρωμη στειρότητα

τῆς ζωῆς

 

Σφαλίζω τὰ μάτια

εἶναι  ἡ νύχτα δύσκολη

καὶ δὲν

 

ἔρχεσαι

Ιωάννης Μασμανίδης