Δέ θέλω ἄλλο

χάρη νὰ χρεωστῶ στὴ ματαιότητα

μέσα μου ἕνας ἀφιλόξενος λογισμὸς

μιὰ συνεχὴς ἄσκηση φθορᾶς

κουρνιάζει

 

Ὁλοένα ἕνας ζωντανὸς

ἁλυχτάει μέσα μου λησμονιὰ

κι ἕνας νεκρὸς σέ ἀχυρένιο στρῶμα

λαχανιάζει ἀναμνήσεις

 

Ἕνα ξεχασμένο νούφαρο σὲ ὅ,τι ἔχει μείνει

θρηνεῖ στά τοιχώματά μου 

ἀπὸ τὸ ἔλεος τοῦ ἄδειου οὐρανοῦ μου

 

Δὲ θέλω ἄλλο

 

κέρδος μένει ἡ πολύτιμη ἀγρύπνια μόνο

τὸ ταξίδεμα

ἡ προσμονὴ ποὺ χτυπᾶ τὴν πόρτα

 

δέ θέλω ἄλλο

 

τό πορφυρὸ λουλούδι

θὰ μαραθεῖ

 

ὅλοι τὸ ξέρουν

κι ἄς τὸ ἀρνοῦνται πεισματικὰ

 

Δακρύζουν ἀκόμη τὰ ξύλινα περβάζια μου

ραγίζοντάς με

Δὲ θέλω ἄλλο ἐλπίδα ἀπόγνωσης

μὴ μὲ ξεστρατίσει κι ἄλλο 

μὴ μὲ γκρεμίσει σέ κείνης τῆς ἁφῆς τὴν παραζάλη

 

μὴν παρανοήσει ἡ λογικὴ καὶ πιάσω τὸ μαχαίρι

μήπως ποῦν-καὶ καθόλου μὲ νοιάζει-

πὼς οἱ λύπες μου φτιαχτές τοῦ νοῦ μου εἶναι

καὶ μαχαιρώνουν

 

δὲ θέλω ἄλλο

στῆς πιὸ τυφλῆς ἀγάπης στὸ κελὶ σου νὰ ζῶ

 

σὲ ἐπαναλήψεις νὰ τρίβω τὴν ψυχὴ μου

 

σὲ αἰχμαλωσίες δῆθεν λυρισμοῦ ψεύτικης ἄνοιξης

 

Ἄν δὲν ἀντέχετε 

μή μὲ διαβάζετε

κάντε κλίκ καί λά·ι·κ -πού δὲν μέ ἀφορᾶ- στὸ κενὸ μου

στὴν ἀπουσία μου καλύτερα ὀρθότερα

πάντα μιὰ πληγὴ μᾶς ζεῖ

πάντα ἕνα αἰχμηρὸ συρματόπλεγμα στὸ ὄνειρο

μᾶς ταξιδεύει

 

ἕνα παραθύρι δίχως φῶς

ἕνας λυγμός ποὺ ξεχυλίζει ἀθόρυβα ἀπ’ τά χείλη

 

δὲ θέλω ἄλλο πιὰ νὰ ξεριζώνω καρδιά

στὰ βράχια τοῦ νοῦ 

 

δὲ θέλω νὰ μέ θέλω 

Ἀρκετὰ μὲ μάσκες

μὲ σπασμένη ραχοκοκαλιὰ φώναξα βοήθεια

 

κανεὶς δὲν ἦρθε 

Ιωάννης Μασμανίδης