Η χτεσινή αποστροφή του κυβερνητικού εκπροσώπου, πως οι προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ για την οικονομία «κρούουν ανοιχτές θύρες» αφού η κυβέρνηση τις εφαρμόζει ήδη, είναι αποκαλυπτική για το πώς και πού συγκλίνουν, σε όλη την ατζέντα διαχείρισης της νέας οικονομικής κρίσης.

Η αντιπαράθεσή τους είναι μια πλειοδοσία για το κεφάλαιο και η όποια «κριτική» του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβερνητική πολιτική αφορά το πότε και με ποιους όρους θα γίνει αποδοτικότερη η κρατική στήριξη στους επιχειρηματικούς ομίλους.

Με το περιβόητο «Ταμείο Ανάκαμψης», η κυβέρνηση της ΝΔ βάζει μπρος τις μηχανές για έναν νέο γύρο στήριξης των μεγάλων επιχειρήσεων και των κερδών τους, και όχι βέβαια για τις ανάγκες του λαού.

Πίσω από την «αύξηση της παραγωγικότητας» που θέτουν ως στόχο κρύβεται η ένταση της εκμετάλλευσης, με μέτρα που απογειώνουν την «ευελιξία» στην αγορά εργασίας και την αξιοποίηση στην ίδια κατεύθυνση των νέων τεχνολογιών.

Η «πράσινη ανάπτυξη», όπως δείχνει και το παράδειγμα της «απολιγνιτοποίησης», φέρνει χιλιάδες απολύσεις, ενισχύει την ενεργειακή φτώχεια και φέρνει μεγαλύτερους κινδύνους από την ένταση των ανταγωνισμών ανάμεσα σε μεγάλα διεθνή επιχειρηματικά συμφέροντα.

Η προώθηση αυτών των στόχων θα επιτηρείται από τους μηχανισμούς της ΕΕ στο πλαίσιο των «ευρωπαϊκών εξαμήνων», παρά τους ισχυρισμούς της κυβέρνησης πως δεν υπάρχουν τάχα «όροι και περιορισμοί που έχουν να κάνουν με μνημονιακές υποχρεώσεις» στο νέο πρόγραμμα της Κομισιόν.

Τι αντιτείνει σε αυτά ο ΣΥΡΙΖΑ; Οτι το πρόγραμμα της Κομισιόν δικαιώνει τις δικές του προτάσεις για πακτωλό χρημάτων «εδώ και τώρα» στην οικονομία, δηλαδή στους επιχειρηματικούς ομίλους, και ότι «σπάει τα ταμπού της λιτότητας», κάνοντας κριτική στην κυβέρνηση ότι διαχειρίζεται «νεοφιλελεύθερα» τα κονδύλια.

Παριστάνει τον ανήξερο για το «μεταμνημονιακό μνημόνιο» της ενισχυμένης εποπτείας, που συμφώνησε ο ίδιος και επέκτεινε η ΝΔ, αλλά και για τα μνημόνια διαρκείας των «εξαμήνων» της ΕΕ, που σφίγγουν σαν μέγγενη τα λαϊκά δικαιώματα και τις ανάγκες. Ζητάει μάλιστα υποκριτικά και διευκρινίσεις για τις δηλώσεις Ντομπρόβσκις περί εποπτείας!

Ιδιας κοπής είναι και η αντιπαράθεση για τα Εργασιακά. Παριστάνοντας τον …περαστικό από τη σκηνή του εγκλήματος, ο ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί προκλητικά να καταγραφεί ως θεματοφύλακας τάχα της πλήρους απασχόλησης!

Εχει δώσει όμως διαπιστευτήρια ως κυβέρνηση και τίποτα δεν τον «ξεπλένει». Στους αντεργατικούς νόμους των προηγούμενων πρόσθεσε τους δικούς του για την «ευελιξία», τη διευθέτηση του χρόνου εργασίας, τα δουλεμπορικά. Ενεργοποίησε τον άθλιο νόμο Βρούτση – Αχτσιόγλου για τον κατώτερο μισθό και επέκτεινε την ευέλικτη απασχόληση για έξι στους δέκα νέους εργαζόμενους.

Αλλά και τώρα έρχεται να νομιμοποιήσει τα ευρωπαϊκά προγράμματα που λύνουν τα χέρια της μεγαλοεργοδοσίας να επιβάλλει παντού μονομερώς μισή δουλειά με μισούς μισθούς, στο όνομα τάχα της διατήρησης των θέσεων εργασίας, κατηγορώντας την κυβέρνηση ότι εφαρμόζει τη «νεοφιλελεύθερη» εκδοχή τους, σε αντίθεση με άλλες κυβερνήσεις στην ΕΕ.

Διαφημίζει μάλιστα ότι με τη δική του πρόταση, η εργοδοσία απαλλάσσεται ακόμα περισσότερο από το «μισθολογικό κόστος», σε σύγκριση με το πρόγραμμα της ΝΔ. Αυτό κι αν είναι πλειοδοσία για το ποιος θα προσφέρει την περισσότερη τζάμπα εργασία στους ομίλους, προκειμένου να περάσουν «άβρεχτοι» την κρίση, φορτώνοντας το λογαριασμό στο λαό. Ειδικά σ’ αυτό το τελευταίο, δεν κρύβουν καθόλου τη συμφωνία τους…

ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ θέλουν το λαό θεατή των εξελίξεων, να κοιτάζει και τους δυο να χτυπάνε τις «ανοιχτές πόρτες» του κεφαλαίου, να «κονταροχτυπιούνται» για το ποιος είναι ο καταλληλότερος τρόπος για να του τσακίσουν τη ζωή και τα δικαιώματα, να του φορτώσουν τη νέα καπιταλιστική κρίση, να τον βάλουν να πληρώσει ξανά.

Τώρα πρέπει να βρουν την πόρτα του λαού κλειστή. Με τα συλλαλητήρια της ερχόμενης βδομάδας, που οργανώνουν Ομοσπονδίες, Εργατικά Κέντρα και Σωματεία, με τις καθημερινές πρωτοβουλίες για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των εργαζομένων, για να μη μείνει κανείς εργαζόμενος και άνεργος χωρίς αξιοπρεπές εισόδημα, για να ανοίξει ο δρόμος της ανατροπής απέναντι στην πολιτική του κεφαλαίου, των κυβερνήσεων και όλων των κομμάτων του.

Το άρθρο αυτό αναδημοσιεύεται από την στήλη «Η Άποψή μας» του Ριζοσπάστη της Τετάρτης 3 Ιούνη 2020.