Σοβαρά και ευτράπελα. Του Βαγγέλη Μπάκα

 

Όλοι οι άνθρωποι κάποτε πεθαίνουν. Ο Στέργιος Μαλαγάνας όμως, αφού έκανε παν ό,τι ήτο δυνατόν να τέρψει την ψυχή και να ικανοποιήσει το σώμα του δεν μπορούσε να κλείσει μάτι… όταν πλησίαζε το τέλος του! Κι αφού δεν μπορούσε να κλείσει το ένα, για λίγο, πώς να έκλεινε και τα δύο και μάλιστα για πάντα!

Από τη στιγμή όμως που ο γιατρός του έδωσε κάποια διορία είχε αγχωθεί τόσο πολύ, επειδή δεν προλάβαινε να σκεφθεί τον τρόπο με τον οποίο θα ξεγελούσε τον Άγιο Πέτρο για να πάει στον παράδεισο.

Η ώρα περνούσε κι ακόμα να βγει η ψυχή του. Τηλεφώνησε στο γιατρό και του ζήτησε πίσω την επίσκεψη, με το αιτιολογικό της παράτασης εξόδου ψυχής… Αυτός κι αν ήταν καινούριος ιατρικός όρος.

Μα έχουμε αρκετό καιρό ακόμα κύριε Μαλαγάνα. Σας έδωσα τριήμερη διορία και δεν πέρασε ούτε μια μέρα!

«Νάτο. Διωρία δεν είπατε πάλι; Δυο ώρες δηλαδή!».

«Άλλη είναι ετούτη η διορία. Πρόκειται για καθορισμένο χρόνο!…»

«Καλά…»

Ακριβώς στο τριήμερο ο κύριος Μαλαγάνας αποδήμησεν εις κύριον!… Κι από τη μέρα του θανάτου αντιμετώπισε άλλη γραφειοκρατία.

Παρουσιάστηκε ενώπιον της κριτικής επιτροπής, κάτι ανάλογο με το δικό μας Φαίημ Στόρυ, και πριν ακόμα τον ρωτήσουν για το βίο και την πολιτεία, έσπευσε να τους πει για την απλοχεριά του. Είχε κάνει τρεις ελεημοσύνες και μάλιστα μπροστά στην εκκλησία για να τον δουν οι άγιοι με το Θεό.

«Τι είπατε ακριβώς κύριε Μαλαγάνα, για να το γράψω;» του είπε ο άγιος Πέτρος που δεν είχε προλάβει να βγάλει το στυλό εκείνη τη στιγμή.

«Να! Μια μέρα πήγα στην εκκλησία και έριξα ένα ευρώ σε κάποιο κουτσό!»

«Μπράβο σας! Κάνατε μια πάρα πολύ καλή χριστιανική πράξη. Άλλο;».

«Άλλη μια μέρα, πάλι στην ίδια εκκλησία, έριξα σε κάποιον τυφλό πενήντα ευρώ!».

«Αυτή η ελεημοσύνη πιάνετε για πενήντα! Άλλο;».

«Και δυο ευρώ έριξα στο παγκάρι για το γηροκομείο…».

«Άλλο;».

«Τι άλλο!… αυτά! Όμως, δεν έκανε ποτέ κακό!».

«Και με τρεις αγαθοεργές πράξεις θα μας πιάσετε θέση στον παράδεισο!»

«Πενήντα τρεις παρακαλώ! Όσε φορές βραβεύτηκε πέρυσι η κυρία Μαριάνα Βαρδινογιάννη!».

«Μα τι λέτε τώρα κύριε Πέτρο… Κάντε πέτρα την καρδιά σας και αφήστε με να περάσω! Σαν δεν ντρέπεσαι που είσαι και άγιος… Εγώ σε είχα σε πολύ εκτίμηση κάτω…. Δεν είπες πως τα πενήντα ευρώ πιάνονται για πενήντα πράξεις; Και το ένα ευρώ στον κουτσό;… Και τα δυο ευρώ στο παγκάρι;».

«Μισό λεπτό! Περιμένετε! Πρώτη φορά αντιμετωπίζω παρόμοια περίπτωση και θα επικαλεσθώ τη βοήθεια του προϊσταμένου Μου».

«Έλα Χριστέ μου! Καλημέρα. Έχω εδώ ένα βλάχο και δεν ξέρω τι να τον κάνω. Έκανε λέει τρεις ελεημοσύνες και θέλει σώνει και καλά να πάει στον παράδεισο…».

«Πείτε μου τα στοιχεία του, ΑΦΜ, αριθμό ταυτότητας κλπ».

Σε ένα λεπτό η απάντηση ήταν κεραυνός εν αιθρία, για τον πονηρό βλάχο:

«Το πενηντάευρο ήταν πλαστό, γι αυτό και το έριξε στον τυφλό. Στο παγκάρι έριξε ένα ευρώ και πήρε ρέστα δύο!… Μόνο το ευρώ στον κουτσό πιάνεται…».

«Και τώρα τι κάνουμε κύριε προϊστάμενε;».

«Δώσε του πίσω το ευρώ και να πάει στο διάολο!…».

Πήγε στο διάολο, που στην ουσία ήταν η κόλαση, αλλά με ένα βασικό προνόμιο. Ήταν ο μόνος που κρατούσε χρήματα, έστω και ένα ευρώ. Ενώ στους υπόλοιπους, αν και ήταν κι αυτοί τσίτσιδοι, δεν τους επιτρέψανε να πάρουν ούτε το χρυσό σταυρό που είχαν στο λαιμό τους.

Πλησίασε λοιπόν το φρουρό της κατρανολίμνης και δωροδοκώντας τον εξασφάλισε τουλάχιστον την αναπνοή. Θα πατούσε επάνω σε κάποιον αμαρτωλό, τρόφιμο της κόλασης, και μέχρι να φτάσει εκεί τον βοήθησε με ένα μεγάλο κοντάρι. Σαν κι αυτό της  κυρίας Στεφανίδου!

Ανέβηκε στους ώμους του αμαρτωλού, πιάστηκε γερά από τα μαλλιά του, κι εκείνος τον έβρισε στα βλάχικα επειδή ήταν πολύ βαρύς.

Έπιασαν κουβέντα, τα βρήκαν, αλλά σε λίγο του λέει η παλιοσειρά:

«Κατέβα τώρα, γιατί κάθε μισή ώρα κάνουμε διάλειμμα».

«Μα εγώ δεν ξέρω καθόλου μπάνιο! Βλέπεις είμαι βλάχος!»

«Άντε πνίξου τότε! Που θα σε κρατώ στο σβέρκο μου όλη μέρα! Όποιος δεν ξέρει μπάνιο πνίγεται. Δεν σου το είπαν αυτό;».

«Πω πω!… Πάει και το ευρώ χαμένο!…».