Σὲ ἀπέραντη σιωπὴ

Σκούρη

Πολυκαιρισμένη πάλι

 

Ἔρημα

Ὑποφέρω

σὲ μαλακὰ θανατερὰ ἡλιογέρματα

 

λέξεις 

ἀγκαθολούλουδα

διάβροχα ἀπὸ τὴν κρυσταλλωμένη πάχνη τῆς νύχτας

μὲ ξαγρυπνοῦν 

οἰκεῖοι θρῆνοι ἀποχωρισμῶν

τρυπᾶνε τὸ κορμὶ

 

Σέ μιὰ

δύσκολη ὑποχώρηση  

μὲ λύπης ἐγχειρίδιο κολημμένο στὰ χείλη

στὴν καταπακτὴ μου ξανὰ

βρέθηκα

 

σκοτεινιάζω

 

σὲ ἀγνοούμενους ψιθύρους ἐλπίδας

μάταια ἐλπίζω

 

Παντοῦ ὅμως

παντοῦ μιὰ πληγὴ μὲ περιμένει

πάντα

 

Παντοῦ πάντα 

Ἐπικάθεται σὲ ὅτ,ι 

πιστεύω

σὲ ὅτι ἀγαπῶ

 

Ἀπὸ τὸ βαθούλωμα 

Τῆς ἐπιχωμάτωσης πάλι μιλῶ

μέ τοῦτα τὰ ἀδέξια χειρόγραφα 

μὲ ὅσους ἐγκαταλείφθηκαν

μὲ ὅσους ἀκούραστα πληγὲς συλλέγουν

μὲ χαμόγελο

 

 κι ἄς ξέρουν

 κι ἐγὼ ξέρω

 

νὰ ἀνθίσουν στὸ μπαλκόνι μου

τὰ χρυσάνθεμα

δέν τὸ πιστεύω

 

σὲ ὅσα ἀπαγορεύονται

ζῶ πάλι 

 

Καὶ μὴν ἔρχεσαι μεσάνυχτα σέ παρακαλῶ

 ἐσὺ

μνήμη

καλοσυγκερασμένο  κλειδοκύμβαλο 

 

μὲ ἀγνοούμενους ἤχους μάταιης ἐλπίδας μὴ

Ιωάννης Μασμανίδης