Τσιούκα < βλαχ. ciuca, αρβ. cukë-a κορυφή, σερβ. cuka· λόφος.
Ο σημερινός Γήλοφος της Δεσκάτης, το βουνό στα ανατολικά της Τσαριτσάνης, περιοχή στο Λιβάδι της Ελασσόνας, Τσιούκα Φλιάκα και Τσιούκα Κυριάκου διαλυμένοι οικισμοί στην περιοχή του χωριού Θεοτόκος της Καλαμπάκας, βουνοκορφή στο Μυρόφυλλο, στο Παράμερο, μεταξύ της Πύρρας και του Νεραϊδοχωρίου (όπου και η Μονή της Τσιούκας), στο Στεφάνι, στον Άγ. Προκόπιο και στο Κοτρώνι των Τρικάλων, στη Διάβα, αναφερόμενη το 1767/1768 και το 1790, όπου και Τσιούκες, όνομα λόφου (ύψ. 825 μ.) στον Κορυδαλλό, στο Γάβρο και στην Καλογριανή της Καλαμπάκας, στο βουνό της Καστανιάς (ύψ. 1.090 μ.) και του Λαμπερού, της Ραχούλας (Κάτω και Πάνω Τσιούκα), στο Μορφοβούνι, στη Ρεντίνα και στο Σαραντάπορο της Καρδίτσας, στο Αετοχώρι, στη Μεταμόρφωση (Κατούσι) και στο Πετρωτό της Αργιθέας, όνομα ενός λοφίσκου στον Μεσενικόλα και στην Οξυά, στην Απιδιά και Τσιούκες στη Λουτροπηγή της Καρδίτσας, στην Κερασιά του Βόλου. Τσιουκαρέρου, όνομα ενός μυτερού υψώματος κοντά στο Καπροΐτικο ρέμα.

Κώστας Σπανός