Το ζήτημα της αειφορίας και της βιωσιμότητας στις πόλεις, ως μείζον διακύβευμα, συμπεριλαμβανομένης και της στρατηγικής εξάλειψης του αυτοκινήτου από αυτές (no car scenario), έχει μπει στην ατζέντα της δημόσιας συζήτησης και του πολεοδομικού σχεδιασμού εδώ και πολλές δεκαετίες διεθνώς.

Στη συζήτηση αυτή, η επαναδιαμόρφωση και επανοηματοδότηση του δημόσιου χώρου, έχει αποκτήσει μεγάλη έκταση. Με την έξαρση της πανδημίας του Covid-19 και την κοινωνική απόσταση να μπαίνει ως νέα παράμετρος, εμπλεκόμενοι από διαφορετικές πειθαρχίες σχετικές με τον αστικό χώρο αναρωτιούνται πως θα διαμορφωθεί ή θα σχεδιαστεί ο δημόσιος χώρος μέσα και μετά από τη κρίση. Στο πλαίσιο αυτό, η επίτευξη στόχων δημόσιας υγείας και βιωσιμότητας, ιδίως μέσω της σωματικής δραστηριότητας και της μείωσης της έκθεσης στη ρύπανση, είναι κεντρικά επιχειρήματα.

Ακολουθώντας τα παραδείγματα άλλων πόλεων που προχώρησαν σε κυκλοφοριακές παρεμβάσεις λόγω κορονοϊού, ο Δήμος της Αθήνας ξεκίνησε την πιλοτική εφαρμογή του «Μεγάλου Περιπάτου». Πέραν της απουσίας ουσιαστικής και θεσμικής διαδικασίας, η παρέμβαση εκκινεί πολλαπλά ερωτήματα που δεν αγγίζουν μόνο το επίπεδο των προθέσεων της Δημοτικής αρχής να εστιάσει σε ένα διακηρυκτικό city branding για την ανάγκη ενίσχυσης δημόσιου χώρου με όχημα την πανδημία, αλλά ανοίγει ζητήματα χωρικής κλίμακας, κοινωνικού και αστικού περιεχομένου που πρέπει να αναδειχθούν και να επικαιροποιηθούν. Ακόμη και αν η πρόταση στηριζόταν σε απόλυτα διαφανείς προγραμματικούς στόχους και νομότυπες διαδικασίες, η πολιτική συναίνεση για την αναβάθμιση του δημόσιου χώρου και τη βιωσιμότητα δεν πρέπει να παρασύρει την εστίαση μας για το ποια συμφέροντα συγκρούονται. Με άλλα λόγια, η συζήτηση που ανοίγει είναι κατά πόσο η έννοια της βιωσιμότητας οδηγεί σε βιωσιμότητα των προνομιούχων ή σε βιωσιμότητα της ένταξης.

Η απάντηση σε αυτά τα ζητήματα είναι σύνθετη και απαιτεί την κινητοποίηση όχι μόνο των μηχανισμών σχεδιασμού και τη διοίκηση αλλά και την εμπλοκή των υποκειμένων που ζουν και δρουν σε περιοχές που επιδέχονται τέτοιου είδους αναπλάσεις. Η πολιτική για το κέντρο χρειάζεται μια γενναία δημοκρατική δημόσια διαβούλευση και εμπλοκή της κοινωνίας στην αντιμετώπιση της κρίσης και την αναδιαμόρφωση του χώρου. Σε αυτό το πλαίσιο η καταγραφή των πρόσφατων μεταλλαγών του κέντρου είναι επείγουσα όπως επείγουσα είναι και η επικαιροποίηση του θεσμικού εργαλείου που θα εστιάσει στα κρίσιμα σημεία ενδιαφέροντος μιας τέτοιας πολιτικής.

* H Όλγα Μπαλαούρα είναι  Διδάκτορας Πολεοδομίας, αρχιτέκτονας και ερευνήτρια

Πηγή :https://www.enainstitute.org/publication/%ce%bf-%ce%bc%ce%b5%ce%b3%ce%ac%ce%bb%ce%bf%cf%82-%cf%80%ce%b5%cf%81%ce%af%cf%80%ce%b1%cf%84%ce%bf%cf%82-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%ba%cf%81%ce%af%cf%83%ce%b7%cf%82-%cf%84%ce%bf%cf%85-%cf%87%cf%8e%cf%81/