Στην πιο πρόσφατη έκθεση του Φράνσις Μπέικον στο Πομπιντού στο Παρίσι, τον χειμώνα του 2019-2020, δέσποζε ανάμεσα στα εμβληματικά έργα του το περίφημο «Τρίπτυχο εμπνευσμένο από την Ορέστεια του Αισχύλου», ένα έργο του 1981. Ο οίκος Σόθμπις δημοπράτησε το έργο που πουλήθηκε για 85 εκ. δολάρια και έγινε το τρίτο πιο ακριβό έργο του Μπέικον που πουλιέται σε δημοπρασία. Από τα σπουδαιότερα της περιόδου της ωριμότητας του Μπέικον, έχει εκτεθεί σε όλες τις μεγάλες αναδρομικές εκθέσεις του έργου του, στην Tate Gallery του Λονδίνου, στο Museo Nacional del Prado στη Μαδρίτη, στο Μητροπολιτικό Μουσείο και στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης στη Νέα Υόρκη, το Μουσείο Hirshhorn στην Ουάσινγκτον, το Μουσείο Τέχνης του Λος Άντζελες, τη Galleria Borghese στη Ρώμη, το Fondation Beyeler στη Βασιλεία.

Μοναδική μετάφραση της ψυχολογικής έντασης του καλλιτέχνη, το υποβλητικό τρίπτυχο, είναι μια πραγματεία για την ανθρώπινη εμπειρία, μια απεικόνιση των φιλοσοφικών ανησυχιών του Μπέικον που τον βασάνισαν και τον ενέπνευσαν σε όλη τη διάρκεια της ζωής του. Το έλεος και η τιμωρία, η δικαιοσύνη και η εκδίκηση η θυσία και η επιβίωση.

FRANCIS BACON, TRIPTYCH INSPIRED BY THE ORESTEIA OF AESCHYLUS

Το εμπνευσμένο από την Ορέστεια έργο, στο αποκορύφωμα της σπουδαίας καριέρας του, το 1981, με τον Μπέικον να έχει επιβιώσει από τα τρομερά μεθύσια, το πάθος του για τη ρουλέτα, τις αυτοκτονίες των εραστών του, του Πίτερ Λέισι στην Ταγγέρη και του Τζορτζ Ντάιερ, στο Παρίσι, την ώρα που εκείνος βρισκόταν στα εγκαίνια των μεγάλων εκθέσεών του- είναι μια αριστοτεχνική επιστροφή στο ίδιο κλασικό κείμενο που ενέπνευσε το Three Studies for Figures at the Base of a Crucifixion, το οποίο όταν εκτέθηκε για πρώτη φορά το 1945, στη Lefevre Gallery του Λονδίνου τον έκανε μέσα σε μία νύχτα τον πιο διάσημο και αμφιλεγόμενο ζωγράφο της χώρας του. Ενάντια σε όλες τις πιθανότητες, η ενασχόληση του Μπέικον με τη βία, την τραγωδία και τον θάνατο του έφερε διεθνή φήμη.

Το 1981 ζωγράφισε τη δεύτερη έκδοση του τρίπτυχου του 1944 που ήταν και το τελευταίο του μεγάλο έργο. Το πορτοκαλί που υπάρχει στο Three Studies for Figures at the Base of a Crucifixion αντικαταστάθηκε από σκούρο κόκκινο, ένα χαλί από αίμα που τρέχει στο κεντρικό έργο του τρίπτυχου, η ειρωνική υποδοχή της Κλυταιμνήστρας προς τον Αγαμέμνονα, μια προαναγγελία του θανάτου του.

Three Studies for Figures at the Base of a Crucifixion,c.1944, Francis Bacon

Το τρίπτυχο της Ορέστειας μεταδίδει μια συντριπτική αίσθηση του αναπόφευκτου της μοίρας και της σκληρότητας της ανθρώπινης ύπαρξης. Αλλά ακτινοβολεί επίσης ένα είδος και ένα βαθμό αποδοχής, που συχνά χαρακτηρίζει το ύστερο έργο μεγάλων καλλιτεχνών. Μέσα σε μια ζωή που έχει σφραγιστεί από βία και συγκρούσεις ο Μπέικον φαίνεται να βρήκε, αν όχι ειρήνη, ένα βαθμό συμφιλίωσης με τους εσωτερικούς του δαίμονες, γράφει ο στενός του φίλος και συγγραφέας Michael Peppiatt. Ο Μπέικον με την τεράστια ενέργεια και την πειθαρχία που τον διέκρινε σε όλη του τη ζωή όταν δούλευε, επικεντρώνεται όλο και περισσότερο στην επίλυση του διλήμματος που μαινόταν επί δεκαετίες στον πυρήνα της ύπαρξής του, αλλά και στη δημιουργία ενός έργου μεγαλειώδους, μιας εικόνας με τόση δύναμη ώστε να «ακυρώσει» όλα όσα είχε κάνει στο παρελθόν.

Διάσημος για τα έργα που έχουν προκύψει από τα τραυματικά θέματα της ζωής του, έχοντας εξορκίσει τα συναισθήματα ενοχής που τον βαραίνουν για χρόνια ειδικά μετά την αυτοκτονία του Ντάιερ, δημιουργώντας μερικές από τις πιο «οδυνηρές» εικόνες του έργου του, τα «Μαύρα τρίπτυχα», βαδίζει προς την εξιλέωση με ένα έργο καθολικής σημασίας, με το «Τρίπτυχο Εμπνευσμένο από την Ορέστεια του Αισχύλου».

Francis Bacon: “Triptych May- June 1973”

Το 1981, έντεκα χρόνια πριν τον θάνατό του, ο Μπέικον με τις ρευστές φιγούρες των έργων του, τις κραυγές των παραμορφωμένων προσώπων και τα τεμαχισμένα σώματα, με την ηδονή και τον πόνο να αναβλύζει από κάθε πινελιά του ήταν ένας από τους πιο σημαντικούς ζωγράφους της μεταπολεμικής Ευρώπης. Τι θα μπορούσε να σημαίνει «Ευμενίδες» στην περίπτωση του Μπέικον; «Στο Τρίπτυχο, όσο και σε άλλους καμβάδες που ζωγράφισα μετά την ανάγνωση του Αισχύλου προσπάθησα να δημιουργήσω εικόνες από την αίσθηση που κάποια από τα επεισόδια δημιούργησαν μέσα μου», έλεγε ο Μπέικον. «Δεν μπορούσα να ζωγραφίσω τον Αγαμέμνονα, την Κλυταιμνήστρα ή την Κασσάνδρα, καθώς θα ήταν απλώς ένα άλλο είδος αφηγηματικής ζωγραφικής όπου όλα λέγονται και γίνονται. Επομένως, προσπάθησα να δημιουργήσω μια εικόνα του εφέ που δημιουργήθηκε μέσα μου». Όταν μιλούσε για το έργο, το ανέφερε ως «σκίτσα για τις Ευμενίδες», τις θεότητες που κυνηγούσαν όσους είχαν διαπράξει εγκλήματα κατά της φυσικής και ηθικής τάξης των πραγμάτων και στην περίπτωση του οίκου των Ατρειδών, μια «οικογενειακή» δολοφονία.

Η Ορέστεια και ο Αισχύλος άσκησαν επάνω του την ίδια επιρροή που είχαν τα έργα του Μιχαήλ Άγγελου, του Ρέμπραντ, του Βελάσκεθ και του Πικάσο, του Σαίξπηρ, του Προυστ, του Τζόις και του Έλιοτ. Διάβασε για πρώτη φορά Αισχύλο μέσα από μια μελέτη του W. B. Stanford, καθηγητή Ελληνικής Λογοτεχνίας, το “Aeschylus in his Style: A Study in Language and Personality”, αφότου είχε δει το έργο του T. S. Eliot “The Family Reunion” όταν πρωτοπαρουσιάστηκε στο Λονδίνο το 1939. Το έργο εμπνεόταν εν μέρει από την Ορέστεια και η ιδέα της ενοχής και της εξιλέωσης που υπάρχει στον Αισχύλο έκανε τον Μπέικον να διαβάσει την Ορέστεια επανειλημμένα και σε πολλές μεταφράσεις. Συχνός επισκέπτης του Βρετανικού μουσείου είχε εντυπωσιαστεί από τον μινωικό ταύρο, -θέμα το οποίο εξερεύνησε στο έργο του- αλλά και από την αρχαιότητα στο σύνολό της.

FRANCIS BACON, GEORGE DYER AND JOHN DEAKIN STANDING IN FRONT OF THE ERECTHEION, ATHENS, 1965 (IMAGE © COLLECTION OF DUBLIN CITY GALLERY THE HUGH LANE)

Το 1965, μετά από σημαντική προετοιμασία, ο Μπέικον έκανε ένα ταξίδι στην Αθήνα για να επισκεφθεί τον Παρθενώνα και τους άλλους σημαντικούς πολιτιστικούς χώρους με τον Τζορτζ Ντάιερ και τον φίλο του φωτογράφο Τζον Ντέκιν. Είχε κάνει μια ηρωική προσπάθεια να μάθει νέα ελληνικά και αισθανόταν ταυτισμένος με την αρχαία ελληνική τέχνη και τη λογοτεχνία. Η άποψη του αρχαίου ελληνικού κόσμου είχε ήδη χτυπήσει μια τόσο βαθιά χορδή στο Μπέικον που, όταν άρχισε να ζωγραφίζει το «Τρίπτυχο Εμπνευσμένο από την Ορέστεια του Αισχύλου», η φαντασία του ήταν γεμάτη με εικόνες που του ενέπνευσε ο ελληνικός πολιτισμός.

«Το τρίπτυχο εμπνευσμένο από την Ορέστεια του Αισχύλου» εκπέμπει μια αθόρυβα τρομακτική ηρεμία. Οι κραυγές οργής και τρόμου στο παλάτι του Αγαμέμνονα έχουν κοπάσει και ο θεατής αντιμετωπίζει τα γεγονότα, ένα μοναδικό συμβάν που εξελίσσεται ταυτόχρονα στα τρία πάνελς του έργου, μια φριχτή ιστορία εκδίκησης σε πλήρη ενότητα, αφόρητη και αδιαπέραστη. Η κάθαρση, ο τελικός στόχος κάθε ελληνικής τραγωδίας, βρίσκεται σε εξέλιξη, και οι αιματηρές εικόνες ακτινοβολούν σαν να έχουν ήδη κατοχυρωθεί στο δικό τους αίνιγμα.

Ωστόσο, τίποτα στο έργο του Μπέικον δεν είναι ποτέ τόσο απλό ή ξεκάθαρο όσο υπονοούν οι «επιρροές». Ο Μπέικον, που κάποτε παραδέχτηκε ότι αν δεν είχε καταφέρει να διοχετεύσει την εσωτερική του σύγκρουση στη ζωγραφική, θα είχε γίνει μπεκρής ή εγκληματίας, εξερευνά και ενδεχομένως εξορκίζει τα βαθιά, ιδιωτικά συναισθήματά του μέσα σε μια μυθική δομή. Και φυσικά όπως έλεγε πάντα, το έργο του δεν αφηγείται απλώς μια ιστορία. Αφηγείται αινίγματα και η αυτόματη προσήλωση του θεατή στη λύση τους είναι αυτό που κάνει τα έργα του ανεξάντλητα γοητευτικά και καθηλωτικά ακόμα και όταν βρίσκεται κάποιος μπροστά στην πιο λεπτή πινελιά χρώματος που κυλά στον καμβά του.

Πηγή: elculture.gr