Καὶ ποὺ γράφω

τί μ’ αὐτό

αὐτοτραυματίζομαι

 

παράγει ἄραγε

ὀμορφιὰ ἡ ψευδολογία

 

μιὰ δόλια πρόσοψή μου κρύβω

τελικὰ

στὴν ἀκατανίκητη θάλασσα τόσων δεινῶν

 

σὰν τὰ χτυπημένα πουλιὰ

στὸν ἀπέραντο οὐρανὸ

σὲ ψυθιρίζω

ἀσταμάτητα νἄρθεις

νὰ           βοηθήσεις

 

στὴν ἀτάραχη γαλήνη τοῦ θανάτου

ἀκόμη καὶ κεῖ σὲ ζητῶ

 

Μὰ

κι ὁ θάνατος μοῦ ἀρνεῖται

ὅπως καὶ σὺ

μιὰ σύντομη ἀγκαλιὰ

ἕνα χαμόγελο

 

Μόνος πεζοπορῶ πάλι

 

μόνος μαζὶ σου γράφω

 

καὶ ποῦ γράφω λοιπὸν

μάταιο εἶναι

 

ἄδεια λεπτὰ παράλυτα

μιὰ ἐξευγενισμένη φυλακὴ ὁρίζουν

 

ἄ ἡ γραφὴ

πόσες μάσκες φορεῖ πόσες πόρτες ὀδύνης 

πόσες προσαρμογὲς

μάχες χαμένες στὶς φυλλωσιὲς τῆς ψυχῆς μου

 

λιοντάρι ντύνεται

θημωνιάζει λύπες 

χύνεται στὸ κορμὶ

πονάει 

 

καὶ ποὺ γράφω πονῶ περισσότερο

ὁ χρόνος ἄμορφο σκοτάδι μὲ ἐπάργυρο νόημα

ἐκφέρει σταγονίδια ἀκριβὰ λύπης

 

ἀπὸ ἀβάσταχτη ἀπόγνωση τοῦ πνεύματος

 μέσα μου κείτομαι γερμένος

σὲ μιὰ θαμπάδα ὀνείρου χυμένη στὴ μέση τῶν ματιῶν

ἴδια πληγὴ κλαίει

 

προσέξτε

ὀξύρρυγχες ψυχὲς ἀπλάνιστες τραχεῖς

στὸ βασίλειο τῶν θηρίων

μᾶς γειτονεύουν

 

προσέξτε

ἀέρας φυσάει παγώνει τὶς ψυχὲς 

τὰ θηρία δὲν ξέρουν ἀπὸ καιρὸ 

μαλακὸ σκουλίκι μᾶς περιμένει πάντα

 

φωνάζω βοήθεια

φτάνει ἡ παγωνιὰ

 

καὶ ποὺ γράφω τί μ’ αὐτὸ

ἔγειρα ἀποσταμένος

 

Ἄδειες οἱ λίμνες καὶ τῶν ματιῶν

ἄδειες

στὴν ἐξέλιξη τῶν τόσων ἐνταφιασμῶν

ὅπου τὸ μαῦρο διηθεῖται ἀκατάπαυστα

 

γράφω

 

ὅλα κούφια

λιμνάζουν μέσα μου

 

καὶ τί μένει

μιὰ γλυκιὰ πτώση χωρὶς μεταμέλεια

ἕνα πούπουλο μὲς στὴν ἔνδεια

τοῦ τίποτα

 

μονάχα γάζες

 

καὶ ποὺ γράφω τί μ’ αὐτὸ

ὁλοένα ξεφλουδίζομαι

πρὸς μιὰ τελείωση ἰδεατὴ

 

παραπονιέται τὸ ἔρημο κορμὶ

γιὰ

τὴ μοίρα τοῦ νεκροῦ ὀνείρου μέσα στὸ χῶμα

τὴ διαδοχικὴ ἀποσύνθεση τὴ διάλυση τὸ σάπισμα

τὴν ἐπιστροφή

 

γράφω

πνίγω ἀνάγκες

Ιωάννης Μασμανίδης