Το σπουδαιότερο ίσως αντιπολεμικό έργο που έχει γραφτεί ποτέ, οι Πέρσες του Αισχύλου, η παλαιότερη σωζόμενη τραγωδία, τμήμα μια τετραλογίας που παρουσιάστηκε το 472 π.Χ. μέχρι σήμερα εξακολουθεί να δονεί τους θεατές τόσο για τα ζητήματα, πολιτικά κοινωνικά και φιλοσοφικά που εγείρει, όσο και ως καταγραφή της ελληνικής ιστορίας. Ο Αισχύλος μέσα από την ήττα των Περσών στη ναυμαχία της Σαλαμίνας και τη συντριβή της αήττητης πολεμικής μηχανής τους όχι μόνο αναδεικνύει και τη σημασία της νίκης των Ελλήνων, αλλά ανατέμνει και την έννοια της ύβρης, της αλαζονείας, της ασέβειας προς τους θεούς από τη μεριά των Περσών για την οποία τιμωρούνται, όπως θέλει να μας δείξει ο ποιητής.

«Το φάρμακο της ψυχής είχε βρεθεί από τότε κι εμείς επιλέγουμε ακόμα να νοσούμε»

Κανένας δεν μπορεί να ξεπεράσει τα θεϊκά όρια, να ποδηγετήσει μόνο με τη βία και την εξολόθρευση του αντιπάλου του. Ο Αισχύλος προτάσσει τις ηθικές αξίες της ήττας και της νίκης, του ηρωισμού και της ηθικής σε ένα έργο που το πεπρωμένο συναντά την ανθρώπινη φύση σε μια «μάχη» που ακόμα και σήμερα ερεθίζει ερωτήματα και τη συλλογική συνείδηση για τον πόλεμο, την ήττα και την οδύνη σε έναν κύκλο βίας, εκδίκησης τιμωρίας και αίματος. Σε σκηνοθεσία του καλλιτεχνικού διευθυντή Δημήτρη Λιγνάδη του Εθνικού Θεάτρου, οι Πέρσες, μια παραγωγή του ΕΘ παρουσιάζονται στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου από τις 24 έως τις 26 Ιουλίου.

Σε ένα διάλειμμα των προβών συζητήσαμε με τον Αργύρη Πανταζάρα για το έργο, και το αποτύπωμά του στην εποχή μας:

Υπάρχει ένα μήνυμα στους Πέρσες που ανακαλείς ακόμα και σήμερα;

Πραγματικά δεν ξέρω από πού να το πιάσω! Το αρχαίο δράμα νιώθω ότι θα μπορούσαμε να το λέμε και «αρχαίο τραύμα». Είναι ένα φιλοσοφικό κέντημα. Είναι μια οργανωμένη δόνηση που παράγεται μέσα από την ποίηση. Η ποίηση πρέπει να καταλάβουμε ότι είναι ένας αλγόριθμος συνείδησης και συναισθημάτων που ταξιδεύει στον χρόνο. Τα μηνύματα είναι σε κάθε στίχο. Είναι η ύβρις, είναι η περηφάνεια, είναι ο πόνος, είναι η Δικαιοσύνη, είναι ο σεβασμός στους νεκρούς, ο σεβασμός στους ζωντανούς; Είναι το προσωπικό που γίνεται υπερπαγκόσμιο. Κάθε μέρα μελετώντας το κείμενο, το μάτι μου πέφτει αλλού, κάθε μέρα διαλέγω μια φράση να υπογραμμίσω και να τη φωτίσω. Έχω φτάσει να έχω μουντζουρώσει όλο το κείμενό μου. Έτσι παράγεται και συλλογική συνείδηση, συνθέτουμε θραύσματα που καταλήγουν να γίνονται ένα ισχυρό οικοδόμημα.

Τι είναι αυτό που σου προξενεί έκπληξη και σε εντυπωσιάζει ακόμα και σήμερα σε αυτό το έργο;

Με πιάνουν οι «αναθυμιάσεις» του πολέμου. Για μένα είναι ένα έργο αντιπολεμικό.  Στη τέχνη όταν μιλάς για τον πόλεμο είναι σα να κάνεις μια ευχή για ειρήνη. Μια προσευχή για τους νεκρούς. Αυτό που δεν μπορώ να διανοηθώ ακόμα είναι πώς έγραψε ένα έργο για τους Πέρσες για να μιλήσει για τους Έλληνες. Πώς έσκυψε με τόση φροντίδα και στους δυο λαούς, πώς υπενθυμίζει όχι τη νίκη αλλά και την «ήττα» που μας αφορά όλους. Είναι ακραία πολιτικό έργο που σκίζει τη συνείδηση του ανθρώπου. Φαντάσου να ασκούσαμε τέτοια πολιτική σήμερα. Με ποίηση, με αγάπη με γεγονότα, με ευαισθησία και φροντίδα. Η τέχνη θεραπεύει τον άνθρωπο γι’ αυτό και ο άνθρωπος με τη σειρά του, «θεραπεύει την τέχνη» με την αρχαία έννοια του «υπηρετώ». Πώς ακόμα και σήμερα αυτά τα κείμενα έχουν τέτοια επιρροή πάνω μας; Το φάρμακο της ψυχής είχε βρεθεί από τότε κι εμείς επιλέγουμε ακόμα να νοσούμε.

Ο Αισχύλος μάς αφηγείται μια ιστορία, κατακτήσεων, αλαζονείας αλλά και θρήνου των Περσών. Ποια είναι τα κοινά που έχουν κατά τη γνώμη σας με τους Έλληνες;

Αφηγείται κυρίως τη φρίκη του πολέμου. Ο πόλεμος έχει ένα κοινό μόνο. Νεκρούς. «Νικητής και νικημένος νικημένοι και οι δυο».  Αυτό που με συγκλονίζει είναι ότι ο Αισχύλος ήταν ένας μαραθωνομάχος, ένας πολεμιστής που έγινε ποιητής και το αντίστροφο. Επίσης, έχασε τον αδερφό του που έπεσε ηρωικά στη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Οκτώ χρόνια μετά γράφει τους «Πέρσες», τους δίδαξε, τους σκηνοθέτησε και τους έπαιξε. Πολίτης, πολεμιστής, ποιητής, σκηνοθέτης, ηθοποιός. Φαντάζεσαι τι σημαίνει να λες εκείνη την εποχή «ήμουν εκεί δε λέω λόγια που άκουσα από άλλους». Η τρίχα σηκώνεται από όποια πλευρά και να πολεμούσες. Το πρόσωπο του πολέμου είναι ένα. Ο πόλεμος δεν έχει μέτωπα, δεν έχει χώρα, δεν έχει σύνορα, λάβαρα, χρώμα θρησκεία και γλώσσα, έχει μόνο νεκρούς και πόνο.

Έχουν περάσει περισσότερα από δυόμισι χιλιάδες χρόνια και ο κόσμος ακόμα διψά για τις ιμπεριαλιστικές του κατακτήσεις ακόμα και με διαφορετικό τρόπο. Αν σου ζητούσα να παραλληλίσεις αυτή την ιστορία με τη σύγχρονη, τι σου έρχεται στο μυαλό;

Οι λαοί που πάνε να κυριαρχήσουν άλλους λαούς ενώ τα έχουν όλα; Αυτό τελικά δε σταμάτησε ποτέ.

Ποιο πιστεύεις ότι είναι το πιο τραγικό πρόσωπο ή πρόσωπα των «Περσών» και γιατί;

Θα σου πω τη γνώμη μου και μόνο. Πάντα επηρεασμένος από την πρόβα μας. Έτσι όπως παρακολουθώ τη Λυδία Κονιόρδου (υποδύεται την Άτοσσα), βλέποντας μια βασίλισσα αλλά κυρίως μάνα, που συμβολίζει και τη μάνα όλης της Περσίας, νιώθω ότι αυτή έχει τις μεγαλύτερες ρωγμές. Νιώθω τον φόβο της και την ανησυχία τόσο για τη θέση της και το βασίλειο όσο και για τη ζωή του σπλάχνου της. Στο έργο ελλοχεύει ο εκθρονισμός. Λέει ο χορός…

«…των ανθρώπων η γλώσσα δεν ελέγχεται πια, τα δεσμά του λαού τώρα λύθηκαν και μιλάει ελεύθερα…»

Για την Άτοσσα και τον γιο της Ξέρξη εκείνη την εποχή ο εκθρονισμός σήμαινε ταπείνωση, θάνατο. Οι στρατηγοί και οι αρχιστράτηγοι όταν έχαναν τη μάχη θανατώνονταν. Ακόμα και στον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο δεν είναι λίγοι οι ναύαρχοι που αυτοκτονούσαν, είτε από την ντροπή της ήττας, είτε από ενοχές είτε από κατάθλιψη.

Τι σημαίνει για τους λαούς να ακολουθούν τυφλά έναν αλαζονικό ηγέτη και πώς αυτό το συναντάμε και σε σύγχρονα παραδείγματα;

Κάποτε το τιμόνι της εξουσίας το έπαιρνε  κάποιος τυραννικά. Με σπαθιά, με σκοτωμούς και κυβερνούσε. Τώρα τους δημιουργούμε εμείς τους τυράννους μας, από μόνοι μας. Ίσως για να εκφράζουν και να αντιπροσωπεύουν αυτό που δεν μπορούμε εμείς να είμαστε. Σκέφτομαι συνεχώς γιατί έχουμε έναν ηλίθιο, ένα φασίστα, έναν αμόρφωτο, έναν αγενή, ένα διεφθαρμένο, υπουργό, δήμαρχο, πλανητάρχη. Γιατί έχουμε ανίκανους και ανάξιους ανθρώπους σε νευραλγικά πόστα μέσα στη κοινωνία μας. Ίσως επειδή τελικά, ικανοποιεί τη «μικρότητά μας». Γιατί η δημοκρατία έχει «εκπορνευτεί» με όλους τους τρόπους; Γιατί η δικαιοσύνη είναι ακόμα σε εποχές προ Χριστού; Και όλα αυτά το 2020. Μπορεί η τεχνολογία να έχει εξελιχθεί και να έχουμε 64 giga στο χέρι μας, αλλά ο πολιτισμός και η φύση του ανθρώπου δεν έχει εξελιχθεί και πολύ. Αλλιώς τότε θα είχαμε γεμίσει από  ευγενικούς ανθρώπους , τίμιους και ενάρετους. Θα σου πω γιατί δε συμβαίνει αυτό… γιατί είναι δύσκολο, γι’ αυτό. Είναι δύσκολο να είσαι γενναιόδωρος, γιατί είναι πιο εύκολο να είσαι μικρόψυχος. Είναι δύσκολο να αγαπάς και είναι πιο εύκολο να μισείς. Είναι πιο δύσκολο να νοιάζεσαι, από το να αδιαφορείς. Είναι πιο εύκολο να υποτιμάς τον διπλανό σου από το να τον ενθαρρύνεις. Είναι πιο εύκολο να πετάς πέτρα στο κεφάλι του άλλου, από το να δώσεις το χέρι σου. Είναι πιο εύκολο να απαιτείς από το να προσφέρεις. Είναι δύσκολο ρε παιδί μου, τι να κάνουμε.

Δουλεύετε σε μια δύσκολη περίοδο, δε θα μπορούσα να μη σας ρωτήσω και γι’ αυτό. Πιστεύετε ότι οι καλλιτέχνες έχουν μια ευκαιρία να συζητήσουν, να αναστοχαστούν και να καταφέρουν να επιλύσουν μερικά από τα φλέγοντα θέματά τους;

Ναι. Νιώθω ότι υπάρχει πνεύμα σύμπλευσης. Είναι προσωπικό μου αίσθημα; Γεννήθηκα αισιόδοξος; Αντέχω ακόμα; Δεν ξέρω. Εμπιστεύομαι ανθρώπους γύρω μου που με κρατάνε συνδεδεμένο με ένα κοινό ήθος. Είτε είναι καλλιτέχνες, είτε είναι λάτρεις της τέχνης και του πολιτισμού, είτε απλώς αγαπάνε τον άνθρωπο, τις αξίες και τη «ζωή». Πρέπει να αγαπάς τον άνθρωπο για να διεκδικείς γι’ αυτόν. Πρέπει να αγαπάς τη ζωή για να δώσεις νόημα στη ζωή. Είμαστε εδώ όχι για να διατυμπανίζουμε σε πόσα πράγματα διαφωνούμε, αλλά για να βρούμε σε τι συναντιόμαστε. Πού συναντάμε ο ένας τον άλλον. Δεν ξέρω σε αυτά τα θέματα δε μ’ αρέσουν οι εκπτώσεις. Και όπως μ’ αρέσει να λέω: Με κάποιους «τα είπαμε» και με κάποιους «τα λέγαμε»…

Info παράστασης:

Πέρσες του Αισχύλου | 24 – 26 Ιουλίου 2020 | Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου

Πηγή: elculture.gr